Περιμένοντας τον Τσάη να φέρει πίσω το κοπάδι

Πανάγος Γιάννης |  28/05/2017 - 08:16 πμ
UPDATE 26/05/2017 , 06:57 μμ

Παιδιά του ∆ηµοτικού τότε, περιµέναµε, κάθε Κυριακή απόγευµα, ν’ αρχίσει ο ποδοσφαιρικός αγώνας των οµάδων στο τοπικό πρωτάθληµα, όταν ένα σύννεφο σκόνης «φώναζε» από µακριά ότι έρχεται το κοπάδι µε τα γίδια του χωριού.

Οδηγός τους πάντα, ο Τσάη, που τα συνόδευε υποµονετικά, µέχρι να φθάσουν όλα µαζί στις παρυφές του
οικισµού και από κει, το καθένα να πάρει το δρόµο του.

Συνεταιρισµό δεν το λες, ήταν πάντως µιας µορφής συλλογική προσπάθεια. Ένας τρόπος και τα οικόσιτα ζώα να βρουν ανέξοδα την τροφή τους αλλά και να πάρουν τον αέρα τους, µακριά από το στενάχωρο  και υγρό περιβάλλον της πρόχειρης στάνης που διέθετε κάθε σπίτι και οι νοικοκυραίοι να ξενοιάσουν στη διάρκεια της ηµέρας από αυτή τη φροντίδα και ν’ ασχοληθούν απερίσπαστοι µε τις άλλες, αγροτικές κατά βάση, υποχρεώσεις τους.

Για µας, τα παιδιά του διπλανού χωριού, µιας και δεν είχαµε ανάλογη εµπειρία στον δικό µας οικισµό, τον Νέσσωνα, αυτό που είχαν καταφέρει οι Καλοχωρίτες, ήταν ένα µικρό θαύµα. Μας έκανε πραγµατικά εντύπωση, πως, το κοπάδι έφθανε συντεταγµένα και µε σταθερό βηµατισµό µέχρι το µεσοχώρι κι από κει, µια – µια, δυο – δυο, καµιά φορά και τρεις, οι… κοπελίτσες ξέκοβαν, για να κατευθυνθούν, χωρίς κάποια άλλη καθοδήγηση, προς την εστία τους.

Αυτή η ιδιότυπη συνεργασία, προς όφελος όλων των κατοίκων της µικρής κοινότητας, άντεξε στην πίεση του… σύγχρονου πολιτισµού, σχεδόν µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ‘90. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι έκλεισε συνάµα µε τη δύση του περασµένου αιώνα και της χιλιετίας συνάµα. Έφθασε µέχρι (λίγο πριν) την καθιέρωση του ευρώ, αν αυτό βοηθάει σε κάτι. Σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσε χαρακτηριστικό δείγµα οργάνωσης, αλληλεγγύης και µεθοδικότητας µιας κοινωνίας που, παρά τις στερήσεις της, ήξερε να αναζητά λύσεις.   

Το πραγµατικό νόηµα της συνεργασίας

Θα µπορούσε να πει κανείς πως αποτελούσε κι αυτό αποµεινάρι µιας εποχής! «Τότε που ήµασταν δεµένοι», όπως λέει τώρα η διαφήµιση της ΕΣΚΙΜΟ. Τότε που οι άνθρωποι αντιλαµβάνονταν το πραγµατικό νόηµα της συνεργασίας, όχι µόνο για τα µεγαλόπνοα επιχειρηµατικά project αλλά για τα µικρά, τα καθηµερινά, που καµιά φορά επιδρούν καταλυτικά στην ψυχική µας ισορροπία και ανοίγουν µονοπάτια στην προσέγγιση µιας καλύτερης ποιότητας ζωής.
∆εν είµαστε σε θέση να γνωρίζουµε ποιος ήταν ο µισθός του Τσάη, αν κολλούσε ένσηµα ή αν αµείβονταν µε εργόσηµο. Ο θεσµός του κοινοτικού κοπαδιού και του «γιδάρη», κάτι σαν δηµόσιος υπάλληλος της εποχής, που διήρκεσε περισσότερο από αιώνα σε αρκετά χωριά της Θεσσαλίας αλλά και σε άλλα µέρη της χώρας, έχει πολλά στοιχεία που χρήζουν βαθύτερης µελέτης.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση αυτή είναι συνυφασµένη µε ένα διαφορετικό µοντέλο οικιακής οικονοµίας και αυτάρκειας, το οποίο εξασφάλιζε, ακόµα και σε δύσκολες εποχές, βιωσιµότητα, κοινωνική συνοχή και αειφορία. Μια-δυο κατσίκες που διατηρούσε κάθε οικογένεια, ήταν το γάλα, κάθε πρωί, των παιδιών και η θριψάνα των µεγάλων, που θα τους έδινε ενέργεια για να ανταπεξέλθουν στη δύσκολη δουλειά της ηµέρας. Ήταν το τυρί για όλο το χρόνο και τα ένα - δύο κατσικάκια για το Πάσχα και τις µεγάλες γιορτές.

Προφανώς αυτό το µοντέλο δεν έχει καµιά εφαρµογή στη σηµερινή εποχή, αντίθετα, άρχισε να χάνει την αίγλη του µε την εµφάνιση των πρώτων ΕΒΓΑ της γειτονιάς για να εκπνεύσει µε τα πρώτα τετραπάκ που έφεραν το γάλα το γάλα στο ψυγείο. Πολύ περισσότερο, αυτό το µοντέλο, του… Τσάη, δεν θα µπορούσε σε καµιά περίπτωση να συµβαδίσει µε τα ATMs του ΘΕΣγάλα ή µε τον εποχούµενο φουρνάρη – γάλατα που περνάει κάθε µέρα από κάθε σπίτι σε όλα τα χωριά.

Τότε που τα χωριά ήταν γεµάτα κόσµο


Είναι πάντως εκεί για να µας θυµίζει τη συνεργατικότητα και την αλληλεγγύη, κάποιων άλλων εποχών, τότε που οι άνθρωποι µπορούσαν να ζουν µε λιγότερα. Που αναζητούσαν την ευτυχία στην ζεστή καθηµερινή επαφή µε τον διπλανό τους. Τότε που τα χωριά ήταν γεµάτα κόσµο. Τότε, που, το ζωντανό Κυριακάτικο ποδοσφαιρικό παιχνίδι ανάµεσα στις οµάδες των χωριών ήταν µεγάλο γεγονός, όπως ήταν µια ξεχωριστή ψυχαγωγία και το άκουσµα της αναµετάδοσης από το ραδιόφωνο, για το άλλο, το µεγάλο πρωτάθληµα. Άλλωστε και η ώρα που ο Τσάης έφερνε πίσω στο χωριό τα γίδια, κάθε Κυριακή απόγευµα, δεν ήταν τυχαία. Ήταν η ώρα που οι οµάδες θα έµπαιναν στο γήπεδο και οι κατσίκες, ανεξάρτητες πλέον, µια – µια, δυο – δυο, καµιά φορά και τρεις, θα έπαιρναν, χωρίς καθοδήγηση, το δρόµο της επιστροφής στις εστίες τους.            

Περνάν' τα γίδια του Τζόβανη

Παίζαμε πάνω στ' αλώνι τα παιδιά, όταν η γη άρχισε να τρέµει… «Σεισµός! Σεισµός!» φωνάζαµε αλαλιασµένα. Ο µπαρµπα-Λάµπρος, που το σπίτι του ήταν εκεί δίπλα και µας είδε, είπε δυνατά, για ν’ ακουστεί πάνω απ’ την χλαλοή: «∆εν είναι σεισµός. Περνάν τα γίδια του Τζοβάνη!»

Πράγµατι, στον δρόµο τον Παλιό σηκώθηκε ένα σύννεφο σκόνης. Κι από µέσα πετάχτηκαν, σαν κερασφόρα στοιχειά δαιµονισµένα, τα σιδερόκορµα γίδια. Μπροστά-µπροστά πήγαινε ένας µεγάλος κατάµαυρος τράγος µε τεράστια γυριστά κέρατα κι ένα µικρό γενάκι, σαν του Ιούδα, κάτω απ’ το σαγόνι. Πιο πίσω ακολουθούσε το αµέτρητο κοπάδι. Περνούσε… περνούσε… περνούσε… και τελειωµό δεν είχε!

Ο αέρας µύριζε τραγίλα και κοπριά και σου πιανόνταν η ανάσα. Τρεχαλητά, βελάσµατα, σφυρίγµατα και φωνές των τσοπάνων. Μαυρολόγησε ο δρόµος απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και διάβαινε στρατός µεγαλόσωµων µυρµηγκιών…
Κάποτε -µας φάνηκε πως πέρασε µια µέρα- τα χίλια γίδια του Τζοβάνη χάθηκαν από µπρος µας, κι ακούγαµε µόνον τα κουδουνάκια που αποµακρύνονταν… Τρίβοντας τα µάτια µας απ’ την σκόνη, γυρίσαµε προς τον µπαρµπα-Λάµπρο: «Και πού πάνε τώρα τα γίδια;» ρωτήσαµε εκστασιασµένα. «Πάνε στο Βλυχό. Θα µπούνε σε βάρκες και θα περάσουν στο Μεγανήσι. Εκεί θα ξεχειµωνιάσουν. Την άνοιξη θα ξαναδιαβούν απ’ την Παλιοκατούνα -όπως τώρα, καλή ώρα- και θα πάνε πάλι στην Εγκλουβή». Θαυµάσαµε όλοι: «Με τις βάρκες, τόσα γίδια!»


ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ