Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Συνεντεύξεις

Οι καλλιεργητές επιλέγουν τα προϊόντα με το λιγότερο ρίσκο λέει ο Γιώργος Ποντίκας της Syngenta

Για να είναι ασφαλές ένα σύστηµα παραγωγής πρέπει να δηµιουργεί αρκετή τροφή για όλους, µε έναν βιώσιµο τρόπο και µε µια τιµή, η οποία να µπορεί ο καταναλωτής να προσεγγίσει, σηµειώνει µε έµφαση ο πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της Syngenta Hellas και αντιπρόεδρος του ΕΣΥΦ, δηλώνοντας έντονα προβληµατισµένος για τη µετάβαση στους στόχους της Νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και τη νέα στρατηγική farm to fork.

33a_2

Γιάννης Πανάγος

663
0

Συνέντευξη στον Γιάννη Πανάγο

Όπως ο ίδιος σηµειώνει, «αν αφήσουµε µια στρατηγική, έτσι όπως την αποκωδικοποιεί ο καθένας, να περπατήσει, θα είναι σαν ένα παιδί, το οποίο κάνει τα πρώτα βήµατά του και χωρίς βοήθεια θα πέσει. Όλοι έχουµε ευθύνη να φτάσουµε τον στόχο µε έναν τρόπο, ο οποίος είναι ο καλύτερος δυνατός, για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον. Γι’ αυτό µιλάµε για όλα αυτά, για τη βιωσιµότητα της παραγωγής. Για τη σηµερινή, αλλά και για τις επόµενες γενιές».

Κύριε Ποντίκα, ποια είναι η δική σας ανάγνωση, αναφορικά µε την αναστάτωση που υπάρχει αυτό τον καιρό στις αγορές αγροτικών προϊόντων διεθνώς;

Κύριε Πανάγο, αν πούµε ότι δεν υπάρχει αναστάτωση, θα πούµε ψέµατα. Από τη στιγµή που έχουµε να κάνουµε µε τα τρία «Π». Ξεκινήσαµε µε την Πανδηµία, µετά Πληθωρισµός και Πόλεµος. Και ο πληθωρισµός συνεχίζεται και ο πόλεµος συνεχίζεται. Άρα, είναι ένα υπαρκτό θέµα στην παγκόσµια σκηνή, δεδοµένου ότι όλοι ξέρουµε ότι το 30% των σιτηρών και του καλαµποκιού είναι σ’ αυτές τις δύο χώρες, που αυτήν τη στιγµή βρίσκονται σε διαµάχη, όπως και το 50% του ηλίανθου. Και αναγνωρίζω και τη σηµασία που έχουν και οι δύο χώρες στην παγκόσµια παραγωγή αυτών των ειδών.

Άρα, θα πρέπει να µπορέσουµε να χειριστούµε µια υπόθεση, η οποία λέει ότι αυτές οι χώρες παρήγαγαν πολλά από αυτά τα προϊόντα στην προηγούµενη καλλιεργητική περίοδο και πιθανώς σ’ αυτήν την καλλιεργητική περίοδο να µην µπορέσουν να παράγουν όλες τις ποσότητες που σχεδίαζαν. Αυτό σηµαίνει ότι πέρα από τα προβλήµατα που έχουµε στις µεταφορές των προϊόντων έτσι κι αλλιώς, από τις κατεστραµµένες υποδοµές, κυρίως στην Ουκρανία, που δεν µπορούν να σταλθούν προϊόντα σε άλλες χώρες, θα έχουµε ούτως ή άλλως, µια µικρότερη παραγωγή. Με βάση αυτά τα οποία γνωρίζω, η Ουκρανία κάνει µια προσπάθεια να φτάσει πιθανώς αυτήν τη στιγµή στο 30% των σπορών, αλλά είναι πολύ δύσκολο να µάθουµε τι ακριβώς συµβαίνει. Θα πρέπει λοιπόν να είµαστε όλοι µας προετοιµασµένοι, να ζήσουµε σε µια αγορά, η οποία έχει αυξηµένες τιµές στα προϊόντα της, έχει πληθωρισµό και ταυτόχρονα έχει έλλειψη βασικών ειδών, όπως είναι τα σιτηρά ή ο ηλίανθος.



Μάλιστα. Με βάση λοιπόν την εµπειρία σας, τι εκτιµάτε για τη συνέχεια;

Το να µπορέσουµε να εκτιµήσουµε το πού θα τελειώσει αυτή η εµπλοκή, δεν είναι κάτι το οποίο είναι εύκολο. Όλοι µας πιθανώς στην αρχή λέγαµε ότι θα τελειώσει σχετικά γρήγορα, αλλά αυτή την στιγµή δεν νοµίζω ότι είναι εύκολο να κάνουµε προβλέψεις. Πρέπει να συνεκτιµήσουµε το ότι έτσι κι αλλιώς, και µέσα στην πανδηµία, οι τιµές των ειδών σε παγκόσµια κλίµακα, ήταν αυξηµένες. Με την εµπλοκή αυτή, έχουµε ακόµα υψηλότερες τιµές, σε τέτοια ύψη, τα οποία πιθανώς κανένας δεν µπορούσε να τα προβλέψει τα προηγούµενα χρόνια. Και όλοι γνωρίζουµε ότι και αυτά τα είδη δεν είναι µόνο είδη προσφοράς και ζήτησης. Πολλά από αυτά τα είδη, ξέρουµε ότι παίζονται και στις χρηµατιστηριακές αγορές, όλα τα χρόνια. Άρα, αυτό το οποίο πρέπει όλοι µας να ευχηθούµε κι αυτοί που µπορούν να δράσουν, να δράσουν έτσι ώστε να τελειώσει το συντοµότερο δυνατόν και µια χώρα µε τόσο υψηλό παραγωγικό δυναµικό και προοπτικές, που είναι η Ουκρανία, να συνεχίσει να παράγει έτσι όπως παρήγαγε κατά το παρελθόν.

Να µην σταµατήσει λοιπόν η παραγωγή.

Και επίσης, να σκεφτούµε ότι όταν στον αναπτυγµένο κόσµο µιλάµε αυτήν τη στιγµή για ελλείψεις ειδών, να σκεφτούµε ότι στις Τρίτες Χώρες, εκεί είναι ακόµα µεγαλύτερο το πρόβληµα. Γι’ αυτό το λόγο, θα πρέπει οι παραγωγοί αυτών των χωρών να συνεχίσουν να παράγουν. Και εµείς σαν Syngenta Hellas, πιστεύω, πάρα πολλοί άνθρωποι που εµπλέκονται µε τον πρωτογενή τοµέα και στις δύο χώρες, προσπαθούν αυτούς τους παραγωγούς να τους βοηθήσουν να παράγουν. Και είναι πάρα πολύ σηµαντικό να παράγουν αυτές οι χώρες το άριστο δυνατόν που µπορεί να παραχθεί, ούτως ώστε να έχουµε περισσότερη τροφή για όλο τον κόσµο.

Πιθανότητα να γυρίσουν κάτω οι τιµές των αγροτικών προϊόντων, των κρίσιµων αγροτικών προϊόντων, µέσα στο επόµενο εξάµηνο, υπάρχει;

Θα πάω λίγο αλλιώς την ερώτηση αυτή. Το αλλιώς είναι ότι αυτήν τη στιγµή αντιµετωπίζουµε έναν Έλληνα παραγωγό, ο οποίος φοβάται αυτό το ρίσκο, δηλαδή το ρίσκο του να επενδύσει κάποια χρήµατα, λόγω του ότι είναι αρκετά ψηλά, ειδικότερα οι τιµές των λιπασµάτων, και άλλων εισροών, αλλά και της ενέργειας πολύ περισσότερο, που έχει να κάνει µε πάρα πολλές καλλιέργειες, και βασίζεται πάνω σ’ αυτό το δίληµµα. Όµως, όπως είπα πάρα πολλές φορές, δεν υπάρχει ασφαλιστικό συµβόλαιο, εκτός κι αν έχουµε υπογράψει κάποιο συµβόλαιο παραγωγής σαν αγρότες. Άρα, καθένας αγρότης θα πρέπει να κάνει τις εκτιµήσεις του και να πάρει τις αποφάσεις του. Γι’ αυτόν το λόγο, είναι σηµαντικό ο αγρότης µας να είναι οργανωµένος, ενηµερωµένος και να αναλαµβάνει ρίσκα. Γιατί όλοι γνωρίζουµε ότι στη δουλειά µας, αυτή της πρωτογενούς παραγωγής, δεν γίνεται να προχωρήσουµε αν δεν αναλάβουµε κάποια ρίσκα. Μετά όµως από αρκετή µελέτη και εκτίµηση πραγµάτων. Άρα δεν µπορώ να σας απαντήσω αν οι τιµές αύριο θα είναι τόσο υψηλές, γιατί είναι πέραν του κανονικού υψηλές, όταν αυτήν τη στιγµή µιλάµε πιθανώς και για ένα ευρώ κατά κιλό στο βαµβάκι, όταν παλιά λέγαµε ότι τα 45 λεπτά ήταν κάτι που ο παραγωγός άρχιζε και σκεφτόταν. Άρα δηλαδή, είναι πάνω από δυο φορές πάνω η τιµή. Παρότι το βαµβάκι δεν έχει ανεβεί φέτος, έτσι; Που δείχνει το πόσο, αυτό που λέµε, ο παραγωγός είναι αρνητικός στο να πάρει ρίσκα. Και τον καταλαβαίνουµε τον Έλληνα παραγωγό, γιατί είναι µικρού µεγέθους και πιθανώς δεν έχει τη δυνατότητα να αναλύσει όλα αυτά τα δεδοµένα, όπως θα τα αναλύσει κάποιος ο οποίος είναι πιο µεγάλος, πιο οργανωµένος, πιο επαγγελµατίας.



Ή και το να χρηµατοδοτείς µε άνεση τη δουλειά σου στη νέα κατάσταση.

Ναι, ναι, και η χρηµατοδότηση, καθώς απαιτείται πολύ µεγαλύτερη για την υποστήριξη της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα, δηλαδή χρειάζονται περισσότερα χρήµατα για να έχεις τον ίδιο όγκο προϊόντος.

Και όλη αυτή η αναστάτωση έρχεται την ώρα που η ΕΕ προωθεί µια στρατηγική παραγωγής µε λιγότερες εισροές. Εδώ;

Ναι, αυτό πρέπει να το αποκωδικοποιήσουµε. ∆εν θεωρώ ότι είναι εύκολο να έχουµε λιγότερες εισροές. Σίγουρα αν δούµε τις στρατηγικές, οι οποίες αναπτύσσονται κάτω από το όραµα του Green Deal, το Farm to Fork και το Biodiversity, βλέπουµε στόχους, οι οποίοι έχουν να κάνουν µε µείωση κάποιων βασικών εισροών. Όµως, νοµίζω ότι αυτοί οι οποίοι προετοίµασαν αυτά τα σχέδια, υπολογίζουν ότι κάποιες από αυτές τις εισροές, είναι απ’ αυτές που αντικαθίστανται και πιθανώς να µην µειώσουν το παραγόµενο προϊόν. Αν διαβάσουµε στην ουσία το κείµενο, µε το οποίο απαντάει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ελληνική Πολιτεία, µετά την κατάθεση του εθνικού στρατηγικού σχεδίου, στις παρατηρήσεις θα δούµε ότι η αφετηρία είναι ότι κάτω από αυτό το περιβάλλον στο οποίο ζούµε σήµερα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική βασίζεται σε µια συµφωνία, όπως αναφέρεται, η οποία είναι η Συµφωνία του Παρισιού. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο στόχος µιας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής είναι να έχει αρκετή τροφή για όλους, µε έναν βιώσιµο τρόπο και µε µια τιµή, η οποία µπορεί ο καταναλωτής να την προσεγγίσει.

∆ιαφορετικά, δεν είναι ασφαλές όλο το σύστηµα παραγωγής. Άρα στοχεύει η Κοινή Αγροτική Πολιτική να έχουµε ένα βιώσιµο σύστηµα παραγωγής τροφής. Το ζήτηµα είναι, και για µένα προβληµατισµός, όταν µπήκαν αυτοί οι στόχοι του -50% και -25%, δεν θέλω να αναφέροµαι σε κάθε έναν χωριστά.

Αυτό έγινε κάτω από κάποια µελέτη ή ήταν ένας στόχος, ο οποίος ήρθε σαν ένα vision, σαν ένα όραµα;

Επειδή και ως γεωπόνος, έµαθα να είµαι πιο πολύ αγροτο-οικονοµολόγος, παρά γεωπόνος εφαρµογών, προσωπικά θα έκανα µια µελέτη. Και επειδή έχουν γίνει µελέτες, και από Πανεπιστήµια, όπως το Wageningen, αλλά και από υπουργεία, όπως είναι το USDA, αλλά και από ενώσεις αγροτών, όπως είναι η Copa-Cogeca, ξέρουµε ότι προβληµατίζονται µε αυτούς τους στόχους.



Αν θα µπορέσουµε να πετύχουµε αυτούς τους στόχους λοιπόν, χωρίς να έχουµε επίπτωση στην παραγωγή.

Με την ιδιότητα την οποία έχω στον ΕΣΥΦ, ως αντιπρόεδρος, κάναµε µια µεγάλη δουλειά εκεί, την οποία πιστεύω να αναγνωρίζετε, την οποία και καταθέσαµε στο υπουργείο, σχετικά µε τις επιπτώσεις της Πράσινης Συµφωνίας στην ελληνική γεωργία. Άρα λέµε εδώ: Γνωρίζοντας, σαν εξειδικευµένοι άνθρωποι και ειδικότερα όλοι οι υπεύθυνοι των Τµηµάτων, που έχουν να κάνουν µε το Κανονιστικό πλαίσιο, το τι µέλλει γενέσθαι, καθένας µε τα δικά του δραστικά, και κάναµε µια προβολή στο µέλλον, τι θα γίνει µετά από µερικά χρόνια, τρία-τέσσερα-πέντε. Χωρίς αυτό να έχει µια πειραµατική, θα το έλεγα, βάση, αλλά προέρχεται µέσα από ανάλυση δεδοµένων, από την εµπειρία. Αν µάλιστα προσθέσουµε τα χρόνια εµπειρίας όλων αυτών των ανθρώπων, θα µιλάµε για πλέον των 200 χρόνων εµπειρίας.

Και τι προέκυψε τελικά;

Λέµε λοιπόν ότι σ’ αυτή την προβολή, µπορεί αύριο να µην έχουµε ζιζανιοκτόνα στο βαµβάκι. Άρα βλέπουµε πως ό,τι και να κάνουµε, δεν θα έχουµε κάποια άλλα προϊόντα µέχρι τα τότε, για να αντικαταστήσουν τα υπάρχοντα σήµερα, τα οποία πιθανόν να φθίνουν. Άρα αυτό θα στοιχίσει στην παραγωγή. Αυτό που πολύ απλά εξέφρασα και προσωπικά σε ένα άρθρο µου, που µου δόθηκε η ευκαιρία, νοµίζω ήταν δύο µέρες πριν γίνει ο πόλεµος, είχα πει ότι πρέπει να προσέξουµε, σε αυτήν τη µετάβαση, να µη µείνουµε από τροφή. Να µην πεινάσουµε. Άρα, σε κάθε µία χώρα, πρέπει να υπάρξει αυτό που λέµε feasibility study, δηλαδή µια µελέτη, η οποία λέει ναι, αν κάνω αυτό, θα συµβεί αυτό, και µπορώ να το καταφέρω, ούτως ώστε το πλάνο µας να είναι σίγουρο και θα µπορέσουµε να πετύχουµε στο στόχο που έχει βάλει η Κοινή Αγροτική Πολιτική, να έχουµε ένα σύστηµα παραγωγής πρωτογενές της τροφής µας, το οποίο, κάτω από όλες τις συνθήκες, θα µπορεί να µας δώσει αρκετή τροφή, ικανή για να θρέψει όλο τον κόσµο και στη σωστή τιµή.

Άρα, δεδοµένων των συνθηκών, βλέπετε η στρατηγική «Farm to Fork» να µην περπατάει εποµένως χρειάζεται, τουλάχιστον ως προς τα χρονοδιαγράµµατά της, να την επαναπροσεγγίσουµε.

Να δώσω ένα παράδειγµα σ’ αυτό; Λέω το εξής. Αν αφήσουµε µια στρατηγική, έτσι όπως την αποκωδικοποιεί ο καθένας, να περπατήσει, θα είναι σαν ένα παιδί, το οποίο κάνει τα πρώτα βήµατά του και το αφήσουµε χωρίς να το βοηθήσουµε και θα πέσει. Εµείς πρέπει να το βοηθήσουµε. Λοιπόν, πιστεύω στη στρατηγική, γιατί είναι αδύνατον να µην κάτσουµε να δούµε πώς φτάνει από το αγρόκτηµα στο πιάτο η τροφή µας. Όλοι µας. Όλοι έχουµε ευθύνη να φτάσουµε µε έναν τρόπο, ο οποίος είναι ο καλύτερος δυνατός, για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον. Γι’ αυτό µιλάµε για όλα αυτά για τα οποία µιλάµε, για τη βιωσιµότητα της παραγωγής. Για τη σηµερινή, αλλά και για τις επόµενες γενιές.

Που σηµαίνει....

Γι’ αυτό, όπως είπα και πριν, απ’ αυτήν τη µελέτη, θα πρέπει κάθε µια χώρα, που η σηµασία των καλλιεργειών της µπορεί να είναι διαφορετική από την άλλη, και µέσα στο ενιαίο πλαίσιο, να κάτσει να µελετήσει. Αυτό είναι το οποίο είπαµε κι εµείς στην Ελληνική Πολιτεία. Μελετήστε µε βάση τα δεδοµένα, εµείς σας δώσαµε κάποια δεδοµένα, τι θα πρέπει να κάνουµε σαν χώρα. Να πιάσουµε τους στόχους αυτούς, αλλά ταυτόχρονα να µη µείνουµε, αυτό που λέµε από καύσιµα, να µη µείνουµε από τροφή στο δρόµο. Και νοµίζω ότι οι παρατηρήσεις οι οποίες έγιναν, βλέπουµε ότι στην πρώτη-πρώτη παρατήρηση, λέει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Κάνατε µια ανάλυση, αυτή την περίφηµη S.W.O.T. Analysis, δηλαδή ποια είναι τα δυνατά σας σηµεία, τα αδύνατα σηµεία σας, οι ευκαιρίες, οι απειλές σας. Η ανάλυση που κάνατε όµως, δεν αντανακλάται όπως θα έπρεπε επάνω στο προτεινόµενο σχέδιο. Είναι η πρώτη παρατήρηση, αν το έχετε δει στο κείµενο. Άρα εδώ πρέπει, παίρνοντας αυτό τις παρατηρήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα πρέπει να κάτσουν να δουν πώς θα µπορέσουν να ανταποκριθούν καλύτερα, µέσα απ’ αυτή την ανάλυση, σ’ αυτό το στρατηγικό σχέδιο, ούτως ώστε να φτάσουµε πιο ασφαλώς στον τελικό µας προορισµό. Γιατί είναι και το άλλο. Έχουµε µια πραγµατικότητα ας πούµε παγκοσµιοποίησης, όπως και να το πάρει ο καθένας. Τον κόσµο δεν µπορούµε να τον ξανακόψουµε σε κοµµάτια. Υπάρχει αυτή η σύνδεση και εκεί µέσα πρέπει να βρει η κάθε µια χώρα, αλλά και η ΕΕ, µια προσέγγιση ειδικότερη. Να κοιτάει την ανταγωνιστικότητά της, τη βιωσιµότητά της, να είναι εντάξει µε το περιβάλλον της και να το προσέχει, ούτως ώστε να µπορούµε να παράγουµε και για τις επόµενες γενιές.



Εποµένως, ανιχνεύετε κι εσείς τον τελευταίο καιρό, µια διαφοροποίηση στη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, ως προς αυτό το ζήτηµα;

∆εν θα το έλεγα. Η Ελληνική Πολιτεία αυτή τη στιγµή έρχεται να ανταποκριθεί σε ένα πλάνο Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και ταυτόχρονα να στεγάσει τις δικές της ανάγκες. Και νοµίζω ότι αυτό ακριβώς λέει η παρατήρηση. Θα πρέπει να δείτε καλύτερα τις ανάγκες τις οποίες εσείς περιγράφετε µέσα από την ανάλυση των δυνατών, των αδύνατων σηµείων σας, των ευκαιριών και των απειλών σας, ούτως ώστε αυτό το σχέδιο να βγει επωφελές.

Και να είναι και ρεαλιστικό, έτσι;

Ακριβώς. Εδώ νοµίζω βασικό ρόλο έχουν τα κοµµάτια που έχουν να κάνουν µε το περιβάλλον, άρα ποιο είναι το πλαίσιο, το οποίο θα µου εξασφαλίσει εµένα αυτό που λέµε βιωσιµότητα στο περιβάλλον. Για τον άνθρωπο και για το ίδιο το περιβάλλον, για τις επόµενες γενιές. Έχω πάρει εκείνα τα µέτρα, τα οποία υποχρεώνουν ως έναν βαθµό τον παραγωγό να είναι µέσα στο πλαίσιο; Γιατί έχουµε δει κι από παλαιότερες καταστάσεις από το λεγόµενο Compliance (Συµµόρφωση), τώρα το λέµε Conditionality (Αιρεσιµότητα), ότι προσπαθούσαµε µε τα χαρτιά. ∆εν είναι µόνο τα χαρτιά. Πρέπει να γίνονται πράξη. ∆ηλαδή να παίρνονται όλα αυτά τα µέτρα για το περιβάλλον, γιατί αν παρθούν αυτά τα µέτρα, πολλά από τα προϊόντα που είπαµε πριν, µπορεί να µείνουν και τα επόµενα χρόνια. Αν προστατεύσουµε πολλά από αυτά τα προϊόντα, τα εργαλεία, µε τα σωστά µέτρα, θα έχουµε και τα επόµενα χρόνια. Και πολλές απ’ αυτές τις δράσεις τις έχουµε αναφέρει εδώ µέσα, όταν κάναµε τις προτάσεις µας στο υπουργείο σαν ΕΣΥΦ. ∆ηλαδή ποιες θα είναι οι επιπτώσεις περιβαλλοντικά, τι επενδύσεις πρέπει να γίνουν, ποιο θα είναι το κοµµάτι που έχει να κάνει µε την εκπαίδευση του αγρότη.

Ανάλογη προετοιµασία ως προς αυτές τις κατευθύνσεις από µεγάλες, παγκόσµιες εταιρείες του χώρου, όπως είναι και η Syngenta, έχει υπάρξει;

Νοµίζω ότι είναι καθαρό και µόνο να δούµε τη δηµόσια επικοινωνία όλων των µεγάλων εταιρειών. ∆εν θα πω µόνο για τη δική µας εταιρεία. Όταν µια εταιρεία κάθε χρόνο θα δουλεύει το πενταετές της πλάνο, το οποίο είναι πλάνο το οποίο βλέπει άµεσα τα επόµενα πέντε χρόνια, το τι θα κάνει τα επόµενα πέντε χρόνια, τι πωλήσεις µπορεί να φέρει, τι αποτελέσµατα και τι κερδοφορία µπορεί να φέρει, όταν βλέπει µε την έννοια του vision τα επόµενα 10 και 20 χρόνια και προετοιµάζεται από σήµερα, όσον αφορά τις στρατηγικές κινήσεις τις οποίες πρέπει να κάνει, αλλά και το τι ανθρώπους θα έχει µέσα, πώς θα προετοιµάσει τους ανθρώπους της επόµενης µέρας. Και αυτό είναι το ζητούµενο σε πάρα πολλές από τις εταιρείες µας σήµερα, να ετοιµάσουν τους ανθρώπους, οι οποίοι θα ηγηθούν και θα υλοποιήσουν πράγµατα τις επόµενες γενιές.

Πώς είδατε τη διάρθρωση των εαρινών καλλιεργειών και τι κατά τη γνώµη σας έχει αλλάξει, αν έχει αλλάξει κάτι πραγµατικά.

Κι εγώ θα περίµενα ίσως κάτι λίγο πιο θεαµατικό απ’ αυτό που τελικά διαπιστώνουµε στις εαρινές καλλιέργειες. Η πρώτη αποτύπωση δείχνει ότι σε ένα βαµβάκι για το οποίο αυτή τη στιγµή κινείται στα 0,90 µε 1,0 ευρώ το κιλό, κάποιοι µιλάνε και για µείωση εκτάσεων. Προσωπικά πιστεύω ότι είµαστε σε µια ίδια έκταση σε σχέση µε την προηγούµενη χρονιά. Φαίνεται αρκετά από τη Θεσσαλία, γιατί κι εκεί είχαν µπει αρκετά σιτηρά, Φαίνεται σε ένα βαθµό και από τη Βόρεια Ελλάδα και παρότι το βαµβάκι έχει µια µεγάλη συνδεδεµένη επιδότηση, βλέπουµε ότι ο παραγωγός πιθανώς φοβάται το ρίσκο, το κόστος ενέργειας, τις δυσκολίες που έχει για να αρδεύσει κάποια από τα κτήµατα τα οποία έχει και πιθανότατα και άλλα προβλήµατα που µπορεί να του βγάλει η καλλιέργεια αυτή ή οποιαδήποτε άλλη αβεβαιότητα σε ένα προϊόν το οποίο έχει ανεβεί τόσο και φοβάται ότι αν πέσει θα έχει κάποιο πρόβληµα στο εισόδηµά του.



Για το καλαµπόκι και τον ηλίανθο τι βλέπετε να γίνεται;

Εάν πάµε τώρα στο καλαµπόκι, το καλαµπόκι έχει µια αύξηση. Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγµή έγινε µία ανακοίνωση, ή υπόσχεση, ή κάτι ειπώθηκε σχετικά µε επιδότηση στο καλαµπόκι, η οποία δεν υπάρχει απ’ ό,τι γνωρίζω. Και φέτος έχουν ανακοινώσει για το επόµενο προγραµµατικό πλάνο της κυβέρνησης, την πρώτη χρονιά της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ότι αυτό παρακίνησε λίγο τον αγρότη, λόγω και τιµής βέβαια, να βάλει παραπάνω καλαµπόκι. Άρα εκτιµούµε ότι το καλαµπόκι πιθανώς από 5% µέχρι 10% να είναι παραπάνω απ’ ό,τι την περσινή χρονιά. Όπως αρκετά παραπάνω, ενώ ήταν µε ένα διαφορετικό περιβάλλον, είναι και ο ηλίανθος. Ο ηλίανθος δείχνει ότι θα έχει κάποια αύξηση γύρω στο 10% γιατί ξέρουµε ποια είναι η δυναµικότητα, από τη στιγµή που το µεγαλύτερο κοµµάτι απορροφάται από τη βιοµηχανία βιοντίζελ, αλλά θα είναι εκεί. ∆ηλαδή το θυµόσαστε ότι µε τον ηλίανθο η Ελλάδα παίζει από τα 600 έως τα 800 χιλιάδες στρέµµατα. Έχουµε πληροφορίες ότι η βιοµηχανική ντοµάτα, όπως και το ρύζι, θα είναι σε µείωση, απ’ ό,τι φαίνεται. Αυτό το οποίο επίσης βλέπουµε και είναι άξιο νοµίζω να σηµειώσουµε σήµερα, είναι ότι ο παραγωγός, βλέποντας αυτές τις τιµές στο σκληρό ή και στο µαλακό σιτάρι, γενικά στα σιτηρά θα έλεγα, τα φροντίζει. Και αυτό είναι σηµαντικό και πιθανώς είναι αυτό που λέµε µία τάση (πριν µιλάγαµε για αναλύσεις και τάσεις), για το τι θα συµβεί την επόµενη περίοδο σποράς για τις καλλιέργειες αυτές. Άρα ο συνδυασµός, πώς θα µπορέσω εγώ να εξισορροπήσω το ρίσκο και την ευκαιρία, σε σχέση µε την τιµή που µπορεί να απολαύσω την περίοδο  2022-2023, πιθανώς να οδηγήσει τον παραγωγό στην πιο σίγουρη, θα έλεγα, λύση των σιτηρών. Και ειδικότερα του σκληρού, γιατί αυτή τη στιγµή έχει γίνει και µια µεγάλη κουβέντα για το µαλακό.

∆ηλαδή καλή φροντίδα σε καλλιέργειες χαµηλού σχετικά κόστους.

Μπράβο. Αυτό που πάντα το λέµε return on investment. ∆ηλαδή αξιοποιεί ο παραγωγός όποια δυνατότητα έχει να κάνει τους υπολογισµούς του, ότι δηλαδή εγώ εδώ µπορώ να βάλω ένα, αλλά το ρίσκο αν το ζυγίσω είναι λιγότερο από την άλλη καλλιέργεια και εδώ µπορώ να βγάλω και δύο, έστω κι αν η άλλη καλλιέργεια µου δώσει το 3, θα προτιµήσω το 2 που έχει λιγότερο ρίσκο.  Νοµίζω το έχουµε ζήσει τα χρόνια αυτά στην Ελλάδα, αλλά τα σιτηρά νοµίζω ότι µπορούν µε αυτό που λέω, τη σωστή φροντίδα, το σωστό προγραµµατισµό, να δώσουν ένα καλό, και ποσοτικό και ποιοτικό, αποτέλεσµα.

Ποια είναι η εταιρική δοµή της Syngenta µετά τις τελευταίες κινήσεις σε επίπεδο εξαγορών και συγχωνεύσεων;

Αυτήν τη στιγµή παγκόσµια υπάρχει ένας όµιλος εταιρειών που ονοµάζεται Syngenta Group. Το Syngenta Group έχει τέσσερις ξεχωριστές επιχειρηµατικές οντότητες. Τη Syngenta Crop Protection (Φυτοπροστασία), έχει την εταιρεία Adama και τους Σπόρους. Και το τέταρτο είναι η Κίνα, που έχει µια διαφορετική οργανωτική προσέγγιση. Η οργάνωση παγκόσµια είναι γεωγραφική. Βόρεια – Νότια Αµερική, Ευρώπη και Ασία – Ωκεανία και διοικείται ανάλογα κατά γεωγραφία και αντικείµενο. Αυτή είναι λίγο έως πολύ η δοµή που έχουµε σαν Syngenta Group. Στην Ελλάδα η φυτοπροστασία και οι σπόροι της Syngenta είναι µια νοµική οντότητα. Και η Adama είναι µια ξεχωριστή νοµική οντότητα. Στη Syngenta Hellas υπάρχει ένα µοµέντουµ. Έχουµε αρκετή όρεξη και πάθος για να φέρουµε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσµατα.

Αν θέλουµε να δούµε την ελληνική πλευρά του πράγµατος, ποια είναι τα καινούρια assets που ήρθαν και δίνουν µια καλύτερη θέση στην εγχώρια αγορά;

Ξέρουµε ότι η εταιρεία σε ένα πολύ µεγάλο ποσοστό της έχει το πιο δυνατό θα έλεγα «κοµµάτι, το κοµµάτι της φυτοπροστασίας. Όµως είναι ισχυρά αναπτυσσόµενη στους σπόρους και όλοι γνωρίζουµε ότι η Syngenta έχει σπόρους και µεγάλης καλλιέργειας, καλαµπόκι, ηλίανθο, ελαιοκράµβη, σιτάρι µαλακό, αλλά έχει και σπόρους κηπευτικών, άρα στην ουσία όλη την γκάµα σπόρων. Ένα κοµµάτι το οποίο αυξάνεται και δυναµώνει και θα δυναµώνει από εδώ και πέρα είναι το κοµµάτι των Βιοπροστατευτικών (Βiologicals). Ουσιαστικά µιλούµε για τα Biocontrols, φυτοπροστατευτικά προϊόντα τα οποία είναι βιολογικά. Έχουµε και το κοµµάτι των Βιοδιεγερτών (Βiostimulants). Είναι ένα άλλο κοµµάτι στο οποίο εµπλέκεται και η βιοµηχανία των λιπασµάτων και αναµένεται και εκεί εξέλιξη. Φέρνουµε επίσης ακόµα και πάρα πολλές άλλες ψηφιακές λύσεις που αυτήν τη στιγµή δοκιµάζονται για να βγουν στην αγορά, όπως  το Spray assist, δηλαδή το πώς θα βοηθάµε τον παραγωγό να ψεκάσει µε τον κατάλληλο τρόπο, το Trapview, µια πλατφόρµα που τσεκάρουµε τις συλλήψεις στα έντοµα και το eMAT, ένα λογισµικό που µας δίνει πρόβλεψη υπολειµµάτων των δραστικών ουσιών και τις χώρες στις οποίες µπορεί ο παραγωγός να εξάγει. Και φυσικά  διαθέτουµε και ένα µεγάλο σηµαντικό κοµµάτι παγκοσµίως, που παλιά τα λέγαµε δηµόσιας υγείας. Τώρα τα λέµε Syngenta Profession Solutions.



∆εν θεωρώ ότι είναι εύκολο να έχουµε λιγότερες εισροές

∆εν θεωρώ ότι είναι εύκολο να έχουµε λιγότερες εισροές. Σίγουρα αν δούµε τις στρατηγικές, οι οποίες αναπτύσσονται κάτω από το όραµα του Green Deal, το Farm to Fork, το Biodiversity, βλέπουµε στόχους οι οποίοι έχουν να κάνουν µε µείωση κάποιων βασικών εισροών. Όµως, νοµίζω ότι αυτοί οι οποίοι προετοίµασαν αυτά τα σχέδια, υπολογίζουν ότι κάποιες από αυτές τις εισροές, είναι απ’ αυτές που αντικαθίστανται και πιθανώς να µην µειώσουν το παραγόµενο προϊόν.

Βλέποντας τις τιµές στο σκληρό και το µαλακό σιτάρι καταλαβαίνουµε τι θα γίνει την επόµενη σεζόν

Αυτό το οποίο επίσης βλέπουµε και είναι άξιο νοµίζω να σηµειώσουµε σήµερα, είναι ότι ο παραγωγός, βλέποντας αυτές τις τιµές στο σκληρό ή και στο µαλακό σιτάρι, γενικά στα σιτηρά θα έλεγα, τα φροντίζει. Και αυτό είναι σηµαντικό και πιθανώς είναι αυτό που λέµε µία τάση (πριν µιλάγαµε για αναλύσεις και τάσεις), για το τι θα συµβεί την επόµενη περίοδο σποράς για τις καλλιέργειες αυτές.

«Πες µου πόσα ξοδεύεις στη χώρα σου για Έρευνα και Ανάπτυξη και θα σου πω ποιος είσαι»

Παρατηρώντας κάποιος όλο το πορτφόλιο της Syngenta, που είναι πολύ δυναµικό και δίνει απαντήσεις σε πάρα πολλά θέµατα στη γεωργική παραγωγή, καταλαβαίνει ότι πρόκειται για µια εταιρεία R&D, Έρευνας και Ανάπτυξης. Σαν χώρα θα επρεπε να ξοδεύουµε περισσότερα σε έρευνα και ανάπτυξη. Στην Syngenta βέβαια είναι πολύ υψηλή η αντίστοιχη επένδυση για να παράγει καινοτόµα προϊόντα.

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία