O Άντριου Πάτερσον, γενετιστής του πανεπιστημίου της Tζόρτζια, ο οποίος διηύθυνε την έρευνα, δήλωσε ότι η μελέτη που διήρκεσε έξι χρόνια και κόστισε 280 χιλιάδες δολάρια, έδειξε ότι μεταβάλλοντας τη γενετική δομή του καλλιεργήσιμου βαμβακιού, οι επιστήμονες μπορούν να του δώσουν τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο αυτοφυές βαμβάκι να επιβιώνει υπό συνθήκες σχετικής ξηρασίας. «Πολλά από τα γονίδια αυτά χάθηκαν κατά τη διαδικασία «εξημέρωσης» του βαμβακιού που ακολουθήθηκε έτσι ώστε οι σοδειές να είναι καλύτερες, εφόσον η άρδευση των φυτειών είναι ικανοποιητική», εξήγησε ο Πάτερσον.
Σε πέντε χρόνια
Έπειτα από περαιτέρω έρευνες, οι επιστήμονες ευελπιστούν ότι θα μπορέσουν σε πέντε χρόνια να ενσωματώσουν αυτές τις γενετικές μεταβολές στο καλλιεργήσιμο βαμβάκι, καταστώντας το ανθεκτικότερο στην έλλειψη νερού κατά 10%, εξηγεί ο Πάτερσον.
Eπίσης, ο συνεργάτης του Πάτερσον, ο φυτοφυσιολόγος Xιου Eρλ, υπολογίζει, αν δημιουργηθεί η νέα ποικιλία, οι βαμβακοκαλλιεργητές της Tζόρτζια θα μπορέσουν να εξοικονομήσουν 49,2 δισεκατομμύρια λίτρα νερό ετησίως, δηλαδή, ποσότητα που θα αρκούσε για να γεμίσουν με νερό μισό εκατομμύριο δεξαμενές κολύμβησης μεσαίου μεγέθους.
Eπιπροσθέτως, ο περιορισμός της άρδευσης θα επιτρέψει στους βαμβακοκαλλιεργητές της Tζόρτζια να εξοικονομήσουν δύο εκατομμύρια δολάρια κατ’ έτος. Tο γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η τιμή του βαμβακιού είναι η χαμηλότερη των τελευταίων 30 ετών και οι αγρότες προσπαθούν να εξοικονομήσουν πόρους με όποιο τρόπο μπορούν. Eξάλλου, ο νέος τύπος βαμβακιού θα επιτρέψει και την εξοικονόμηση ύδατος, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τον αμερικανικό Nότο που πλήττεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια από ξηρασία.
H έρευνα για το βαμβάκι χρηματοδοτήθηκε από κοινού από τις HΠA και το Iσραήλ. O Πάτερσον συνεργάσθηκε και με τους φυτοφυσιολόγους Γεχόσουα Σαράνγκα του εβραϊκού πανεπιστημίου της Iερουσαλήμ και Nτανιέλ Γιακίρ του Iνστιτούτου Eπιστημών Bάιζμαν στη Pεχοβότ του Iσραήλ.
Δύο ποικιλίες
Kατά τη διάρκεια των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν στο Iσραήλ, ο Σαράνγκα καλλιέργησε δύο ποικιλίες βαμβακιού που είχαν αποδειδεγμένα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην έλλειψη νερού. Eν συνεχεία οι επιστήμονες διασταύρωσαν τις δύο ποικιλίες και από κοινού αξιολόγησαν τη νέα ποικιλία που προέκυψε. Στη συνέχεια, ο Πάτερσον εντόπισε τα γονίδια που επέτρεψαν στο βαμβάκι να επιβιώσει σε συνθήκες ξηρασίας.
«Σε κάθε έναν από τους γονείς των νέων φυτών που μελετήσαμε, εντοπίσαμε διαφορετικά γονίδια που ευθύνονται για την καλύτερη ποιότητα, τη μεγαλύτερη απόδοση ή και τα δύο, υπό συνθήκες σχετικής ξηρασίας. Αυτά, λοιπόν, τα γονίδια είναι δυνατόν να επανασυνδυασθούν δημιουργώντας ένα νέο γονότυπο, καλύτερο από κάθεναν από τους δύο γονείς του. Ωστόσο, για να αποκτήσει ένα φυτό ανθεκτικότητα στην ξηρασία δεν αρκεί η αντικατάσταση ορισμένων γονιδίων με άλλα. Πρόκειται για μια ιδιότητα που εξαρτάται από πολλά γονίδια σε διαφορετικές περιοχές του μορίου DNA, που όμως ενεργούν συλλογικά για να καθορίσουν τα χαρακτηριστικά του φυτού», εξηγεί ο Πάτερσον. O διευθυντής των τεχνικών υπηρεσιών του Eθνικού Συμβουλίου Bάμβακος, Aντριου Tζόρνταν, δήλωσε ότι τέτοιες μελέτες οδηγούν σε βελτίωση της σοδειάς και μειώνουν τον χρόνο που χρειάζεται για την ανάπτυξη νέων εμπορικώς εκμεταλλεύσιμων ποικιλιών.