Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Επιχειρηματικά projects

Mισό του αγροτικού ΑΕΠ οι κοινοτικές ενισχύσεις

Ο φόβος της διακοπής των ενισχύσεων που εισπράττουν κάθε χρόνο οι Έλληνες αγρότες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας, της εξόδου από το ευρώ και της εγκατάλειψης της ευρωπαϊκής οικογένειας, έρχεται να...

Mισό του αγροτικού ΑΕΠ οι κοινοτικές ενισχύσεις

0
0

Οι πόροι που εισρέουν κάθε χρόνο από τα κοινοτικά ταμεία για τον αγροτικό τομέα υπερβαίνουν τα 3 δισεκ. ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσό που έχει εγγράψει για φέτος (2012) ο κρατικός προϋπολογισμός ανέρχεται στα 3.722 εκατ. ευρώ.
Είναι σαφές ότι ο αγροτικός τομέας δεν είναι εύκολο να επιβιώσει χωρίς τα ποσά αυτά, δεδομένου ότι αντιστοιχούν περίπου στο μισό (1/2) του αγροτικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (περί τα 7,4 δισ.) και αποτελούν τις τελευταίες δεκαετίες τον κυριότερο ίσως άξονα ενίσχυσης του αγροτικού εισοδήματος. Το κακό είναι ότι η ελληνική γεωργία δεν αξιοποίησε τα χρήματα των επιδοτήσεων για την καλυτέρευση των δομών και τη βελτίωση της παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα σήμερα οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις να βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας.
Παρ’ ότι κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα σε σχέση με το εθνικό νόμισμα και την παραμονή της χώρας μας στην Ε.Ε., είναι βέβαιο ότι ανάμεσα στα χιλιάδες προβλήματα που θα ανακύψουν από την απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, είναι και η κατάρρευση του αγροτικού τομέα, του μόνου ίσως με αξιόλογο παραγωγικό αποτέλεσμα στην ελληνική οικονομία. Αρκεί να αναφερθεί ότι ήδη φέτος που το κοινοτικό χρήμα ρέει ακόμα απρόσκοπτα, λόγω της έλλειψης ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι αγροτικές επιχειρήσεις, κυρίως λόγω περιστολής των χρηματοδοτήσεων από τις τράπεζες, αρκετά κτήματα έχουν μείνει ακαλλιέργητα, ενώ περισσότερα είναι αυτά στα οποία η σπορά και η καλλιεργητική φροντίδα είναι υποτυπώδης.

Μείον 2,5 δισ. το χρόνο
Ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις:
Μία σταθερά σε ασταθές περιβάλλον

Αν δει κανείς τα κοινοτικά ποσά που εισέρευσαν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ‘80,
θα διαπιστώσει ότι ένα 5-7% του ελληνικού ΑΕΠ προέρχεται από ευρωπαϊκά χρήματα
Μπορεί οι κοινοτικές ενισχύσεις να μην μοιράστηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και η αξιοποίησή τους να μην κατευθύνθηκε εξ ολοκλήρου στον αγροτικό τομέα, αλλά συγκρατήσανε τον πληθυσμό στην ύπαιθρο και συνετέλεσαν σημαντικά στην επιβίωση της ελληνικής γεωργίας. Οι επιπλέον αυτοί πόροι ήταν ένεση ζωής και για το ισοζύγιο συναλλαγών της χώρας και, μαζί με τον δανεισμό, κράτησαν το οικονομικό σύστημα σε μια ισορροπία, μέχρι που ανατράπηκε με την απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού το 2010.
Μοναδική σταθερά σε όλο αυτό το σύστημα που έχει κλονιστεί τα τελευταία δύο χρόνια είναι οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις προς τους αγρότες. Πλέον κι αυτό, όμως, δεν είναι τόσο σίγουρο ότι θα διατηρηθεί μετά το 2013, αφού το δίλημμα «ή ευρώ και μνημόνιο ή τίποτα» που θέτουν οι εταίροι, σημαίνει ότι στην περίπτωση που θελήσουμε να απαγκιστρωθούμε από το ευρώ, θα βγούμε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ή τουλάχιστον θα μας απειλήσουν ότι θα βγούμε.
Στην περίπτωση εξόδου, οι αγρότες κινδυνεύουν να χάσουν αυτομάτως πάνω από 2,5 δισ. ευρώ περίπου τον χρόνο. Στα χρήματα αυτά περιλαμβάνονται οι άμεσες ενισχύσεις των 2,1 δισ. ευρώ και οι ενισχύσεις για τα επενδυτικά προγράμματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια δύσκολη χρονιά όπως η φετινή, στον κρατικό προϋπολογισμό έχουν εγγραφεί κοινοτικές εισροές ύψους 3.722 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό μεγαλύτερο από το μέσο όρο, λόγω του γεγονότος ότι τα προγράμματα πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους και γίνονται περισσότερες πληρωμές. Και αν δούμε τα ποσά που εισέρευσαν από τη δεκαετία του ‘80 μέχρι σήμερα στην ελληνική οικονομία μέσω του κοινοτικού «κορβανά», θα διαπιστώσουμε ότι ένα ποσοστό 5-7% του ελληνικού ΑΕΠ προέρχεται από ευρωπαϊκά χρήματα.

Η δραματική «επόμενη μέρα» για την οικονομία, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες

Με ένα ισχυρό σοκ από το οποίο θα αργήσει πάρα πολύ να συνέλθει ισοδυναμεί για την ελληνική οικονομία νδεχόμενη έξοδος από το ευρώ και επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Εγχώριοι και ξένοι αναλυτές συμφωνούν ότι η διαδικασία δεν πρόκειται να είναι ούτε αναίμακτη ούτε πειθαρχημένη. Επιπλέον, πέρα από τους μετρήσιμους κινδύνους, είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια το κοινωνικό αντίκτυπο.
Τράπεζες: Είναι ευνόητο ότι την «επόμενη μέρα» το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης.
Προκειμένου να «λειανθούν» οι συνέπειες, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει από Ε.Ε. και ΕΚΤ ένα σχέδιο στήριξης των τραπεζών για ένα μεταβατικό διάστημα. Και πάλι, όμως, όταν η στήριξη αυτή εκλείψει, τα προβλήματα ρευστότητας θα είναι δραματικά. Κυβέρνηση και ΤτΕ θα αναγκαστούν να εκτυπώσουν πληθωριστικό χρήμα ώστε να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση και να εγγυηθούν οι καταθέσεις, κάτι που, βέβαια, θα έχει ως συνέπεια την εκτίναξη του πληθωρισμού.
Καταθέσεις: Η μετάβαση από το ευρώ στη δραχμή προϋποθέτει τον καθορισμό μιας ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων η οποία σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από το διακανονισμό που θα γίνει με τους πιστωτές για το εξωτερικό χρέος. Με την ίδια ισοτιμία θα μετατραπούν και οι καταθέσεις των πολιτών στις ελληνικές τράπεζες. Όσον αφορά το εσωτερικό χρέος (κρατικό και ιδιωτικό), θα μετατραπεί και αυτό σε δραχμές.
Στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την κυκλοφορία του νέου νομίσματος αναμένεται να δρομολογηθούν μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η εκροή καταθέσεων και επενδύσεων στο εξωτερικό. Τέτοια μέτρα είναι π.χ. το «πάγωμα» ή η επιβολή πλαφόν στις αναλήψεις. Γενικότερα θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι θα επιβληθεί μια σειρά αυστηρών περιορισμών τόσο στην κίνηση των κεφαλαίων όσο και στη χρηματοδότηση των εμπορικών συναλλαγών.
Ρευστότητα: Η αλλαγή νομίσματος θα σημάνει ουσιαστικά και την de juro πτώχευση της χώρας. Η απώλεια της έξωθεν οικονομικής βοήθειας και, παράλληλα, η αδυναμία δανεισμού από τις αγορές θα έχουν ως συνέπεια να αναζητηθούν άμεσα τρόποι ώστε να διασφαλιστεί η αυτοχρηματοδότηση του ελληνικού κράτους και η κάλυψη των ελλειμμάτων. Αναμενόμενη, επίσης, η μαζική φυγή κεφαλαίων και επενδύσεων από την ελληνική αγορά αλλά και απαξίωση των επενδύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Εισαγωγές: Λόγω της υποτίμησης του νέου εθνικού νομίσματoς θα καταστούν πολύ ακριβές. Έτσι, είναι πολύ πιθανό να παρουσιαστούν ελλείψεις σε βασικά αγαθά όπως πετρέλαιο και τα παράγωγά του, χημικά, τρόφιμα, βασικές πρώτες ύλες και διάφορα καταναλωτικά αγαθά τα οποία σήμερα εισάγονται από το εξωτερικό. Δεν αποκλείεται μάλιστα, για ένα διάστημα τουλάχιστον, να επιβληθούν και ποσοτικοί περιορισμοί στην κατανάλωσή τους. Πέρα από αυτό, ωστόσο το πλήγμα στην αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα του ελληνικού κράτους και των εγχώριων επιχειρήσεων θα έχει ως συνέπεια και την περαιτέρω επιδείνωση των όρων συναλλαγής των εγχώριων επιχειρήσεων με τους εμπορικούς εταίρους τους στο εξωτερικό.
Προμήθειες και εισαγόμενα προϊόντα ουσιαστικά θα πρέπει να προπληρώνονται.
Βιοτικό επίπεδο-ανεργία: Η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα σημάνει και την υποτίμηση της αξίας του πραγματικού εισοδήματος του εργαζόμενου, αφού θα συνοδευτεί από την εκρηκτική αύξηση του πληθωρισμού και τα μέτρα λιτότητας που θα πρέπει άμεσα να ληφθούν. Η περαιτέρω μείωση της αγοραστικής δύναμης θα οδηγήσει ακόμα περισσότερες επιχειρήσεις σε λουκέτο.

«ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ» ΑΠΟ ΠΑΠΑΔΗΜΟ
Πραγματικό θεωρεί τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ ο Λουκάς Παπαδήμος. Μιλώντας στο Dow Jones Newswires o πρώην πρωθυπουργός είπε οι επιπτώσεις τόσο για την Ελλάδα όσο και την Ευρωζώνη θα είναι «σημαντικές και εκτεταμένες» ενώ προειδοποιεί ότι «θα επηρεαστούν και οι οικονομίες εκτός της ζώνης του ευρώ». Προς επίρρωσιν αυτού επικαλείται εκτιμήσεις που τοποθετούν το συνολικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης από 500 δισ. ευρώ έως και 1 τρισ. ευρώ.
Ο κ. Παπαδήμος δηλώνει ότι σε περίπτωση εξόδου της χώρας από το ευρώ, η ραγδαία υποτίμηση στο νέο εθνικό νόμισμα θα ακυρώσει τα πιθανά ανταγωνιστικά οφέλη στο εξωτερικό εμπόριο. Με βάση αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί, τα πραγματικά εισοδήματα θα συρρικνωθούν, το τραπεζικό σύστημα θα γνωρίσει ακραίες πιέσεις και η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδα θα αυξηθεί καθώς θα είναι εκφρασμένο στο νέο νόμισμα και θα χρειαστούν υψηλότερα πραγματικά επιτόκια για να σταθεροποιηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία και να τεθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο.
«Βάσει ορισμένων υπολογισμών ο πληθωρισμός θα μπορούσε να εκτιναχθεί στο 30% ή ακόμα και 50%, ανάλογα με τον αντίκτυπο των εξελίξεων στις πληθωριστικές προσδοκίες και την ισχύ των δευτερογενών επιπτώσεων στις τιμές και τους μισθούς», αναφέρει. Ένα τέτοιο πληθωριστικό σπιράλ ουσιαστικά θα εξάλειφε τα βραχυπρόθεσμα οφέλη από το υποτιμημένο νέο εθνικό νόμισμα στην ανταγωνιστικότητα των τιμών, προσθέτει.
«Συνολικά οι οικονομικές συνέπειες… θα είναι καταστροφικές. Επιπλέον, οι δυσμενείς πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις από μια ελληνική έξοδο θα είναι βαθιές και μακροχρόνιες», δηλώνει.

ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΔΡΑΧΜΗΣ
Ένα ενδιάμεσο σενάριο που θα αποτρέψει την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη αλλά παράλληλα θα της επιτρέψει να «γυρίσει» στη δραχμή προτείνει o επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank, Τόμας Μάγερ.
Ο Μάγερ εκτιμά ότι το ΔΝΤ και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης πολύ δύσκολα θα υποχωρήσουν «στην πίεση της Ελλάδας για μια de facto λήξη του προγράμματος». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει εκδίωξη από το ευρώ, καθώς «η Ελλάδα είναι απίθανο τυπικά να εγκαταλείψει το ευρώ, όπως και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης να εγκαταλείψουν εντελώς την Ελλάδα».
Ο δρόμος της μικρότερης αντίστασης θα μπορούσε να είναι «η διακοπή της χρηματοοικονομικής βοήθειας προς την ελληνική κυβέρνηση και η συνέχιση των πληρωμών για την εξυπηρέτηση του χρέους, καθώς και η σταθεροποίηση των ελληνικών τραπεζών σε μια ευρωπαϊκή bad bank». Σε αυτή την περίπτωση, μάλιστα, οι καταθέσεις των ελληνικών τραπεζών θα τελούσαν υπό την εγγύηση της Ευρωζώνης, δίνοντας έτσι στους καταθέτες τα εχέγγυα προκειμένου να τις επιστρέψουν στους λογαριασμούς τους.  Ο Μάγερ θεωρεί ότι, με ένα ελληνικό παράλληλο νόμισμα του ευρώ (το Geuro), η Ελλάδα θα μπορέσει να εφαρμόσει μια υποτίμηση της ισοτιμίας χωρίς τυπικά να έχει βγει από τη νομισματική ένωση. «Αρχικά θα περιμέναμε μια μεγάλη υποτίμηση, αλλά οι ελληνικές αρχές θα είχαν τη δύναμη να σταθεροποιήσουν ή ακόμη και να ενισχύσουν ξανά την ισοτιμία του Geuro έναντι του ευρώ μέσω μιας δημοσιονομικής πολιτικής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να αφήσουν ανοιχτή την πόρτα για μελλοντική επιστροφή στο ευρώ».

Μια δραχμή... δεν φέρνει την ευτυχία
Γιατί δεν είμαστε οι μόνοι έξυπνοι σε αυτό τον πλανήτη
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΔΑ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΠΘ

Μύθος 1ος:
Θα βελτιωθεί ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων με την επιστροφή στη δραχμή. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι ένθερμοι οπαδοί μιας τέτοιας επιλογής. Θα τρέξουμε τριάντα χρόνια πίσω σκιαγραφώντας τη σχέση εξαγωγών και απαξίωσης (υποτιμήσεις – διολισθήσεις) της δραχμής για να αποδείξουμε το μυθικό χαρακτήρα αυτής της θέσης.
Η ισοτιμία δραχμής δολαρίου το 1980 ήταν 1 δολάριο προς 42,64 δραχμές, το 1987 1 δολάριο προς 135,18 δραχμές και το 2000 ανερχόταν σε 1 δολάριο προς 308,93 δραχμές. Η δραχμή λοιπόν κατά τη δεκαετία 1980-2000 απαξιώθηκε θεαματικά έναντι του δολαρίου ενώ οι εξαγωγές μας με τα βίας διπλασιάστηκαν από 5,1 δις δολάρια σε 10,8 δις δολάρια. Από την άλλη το εμπορικό μας έλλειμμα άγγιξε τα 18,6 δις το 2000 από τα 5,4 δις & το 1980.
Η κατακόρυφη απαξίωση του ελληνικού νομίσματος δεν κατόρθωσε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, κάτι που διαφαίνεται και από τα ανωτέρω στοιχεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο του 1980-1990, οι δύο υποτιμήσεις της δραχμής και οι διαρκείς διολισθήσεις συνοδεύονταν και από μέτρα προστασίας της ελληνικής οικονομίας, κάτι που εξέλειπαν πλήρως από τον Ιανουάριο του 1993.
Πρώτο συμπέρασμα: Ο ταχύς ρυθμός απαξίωσης της δραχμής έως το 2000, σε συνδυασμό με τα μέτρα προστασίας υπέρ της εγχώριας παραγωγής (έως το 1993), δεν ανέκαμψαν τις ελληνικές εξαγωγές με ρυθμούς ταχύτερους σε σχέση με τους αντίστοιχους των εισαγωγών.
Οπότε, σύμφωνα με το πρόσφατο παρελθόν της χώρας μας, από πού πηγάζει η θέση ότι η επιστροφή στη δραχμή θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας;
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές μας από το 2001 έως το 2008, υπό καθεστώς «σκληρού» ευρώ υπερδιπλασιάστηκαν (από 10,4 δις δολάρια το 2001 σε 25,5 δις δολάρια το 2008). Βέβαια μετά το 2002 παρατηρείται μια ραγδαία επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος της Ελλάδας, όχι όμως λόγω μείωσης των εξαγωγών (που εξακολούθησαν να αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν) αλλά λόγω έξαρσης των εισαγωγών. Η αιτία όμως αυτής της εξέλιξης δεν εντοπίζεται μόνο στο ευρώ. Άλλοι παράγοντες (όπως οι Ολυμπιακοί αγώνες, τιμές πετρελαίου, εισροές κεφαλαίων, έξαρση των δημοσίων δαπανών, αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου κ.λπ.) φέρουν το μεγαλύτερο ίσως μέρος ευθύνης της συγκεκριμένης εξέλιξης.
Μύθος 2ος Δεν πληρώνουμε το χρέος μας ή θα το πληρώσουμε μόνο σε δραχμές.
Το Άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης (που την επικυρώσαμε) αναφορικά με το «Δίκαιο των Συνθηκών», τονίζει ότι τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας δεν μπορεί να κάνει χρήση του εσωτερικού της δικαίου για να αρνηθεί να ξεπληρώσει κράτη στο νόμισμα που συμφωνήθηκε. Συμπέρασμα: Ό,τι οφείλουμε στις κυβερνήσεις που μας δάνεισαν κράτη σε ευρώ θα το επιστρέψουμε σε ευρώ.
Ως προς τους υπόλοιπους ιδιώτες πιστωτές μας, το Σύνταγμα μας, όπως και κάθε Σύνταγμα πολιτισμένου κράτους, προστατεύει εύλογα τους πιστωτές του. Αυτό φαίνεται κατακάθαρα στο Άρθρο 94. Άρνηση ή αδυναμία πληρωμών οδηγεί, κατά το Σύνταγμα μας, στην εκποίηση της εμπορεύσιμης περιουσίας του Δημοσίου (Αεροδρόμια, λιμάνια κ.λπ), ό,τι δηλαδή προβλέπει το Μνημόνιο! Βέβαια, κατά το Σύνταγμα μας πάλι, τους ιδιώτες μπορούμε να τους πληρώσουμε σε εθνικό νόμισμα, οπότε σε δραχμές. Αν ακολουθήσουμε αυτήν την πεπατημένη, τότε όλοι οι ξένοι εισαγωγείς ελληνικών προϊόντων θα ξεπληρώσουν τους δικούς μας εξαγωγείς σε δραχμές. Δεν είμαστε οι μόνοι ξύπνιοι στον πλανήτη! Να υπενθυμίσουμε ότι εξαγωγές μας είναι πολύ λιγότερες απ’ ό,τι οι εισαγωγές. Όποτε ας αναλογιστούν οι ένθερμοι οπαδοί τέτοιων εύκολων λύσεων τι θα σημαίνουν όλα τα ανωτέρω για τη χώρα!

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ- ΚΑΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ – ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ
Οι λύσεις για να ξεπεράσουμε τον ύφαλο, όπου φράκαρε το πλοίο της ελληνικής οικονομίας είναι τρεις: α) Μια επαναδιαπραγμάτευση όρων της νέας Σύμβασης στο πλαίσιο μιας συνεννόησης με τους εταίρους μας, κάτι εφικτό, β) ενίσχυση όλων των προσπαθειών για αλλαγή πολιτικής της ΕΕ υπέρ αύξησης της ρευστότητας (π.χ. μέσω ευρωομολόγου) και γ) ένα νέο αναπτυξιακό ευρωπαϊκό σχέδιο. Δυστυχώς, όμως, η Ελλάδα κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες για το «αναπτυξιακό πακέτο» θα είναι απούσα και αυτήν τη φορά.
Την πρώτη φορά που απουσίαζε πλήρως ή χώρα, αν και είχε κυβέρνηση (Μητσοτάκη) ήταν το 1992, όπου διαμορφώθηκε η έκθεση (Λευκή Βίβλος) με θέμα «Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση».

Από το 341ο φύλλο της εφημερίδας Agrenda

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire