Πρόκειται για το γνωστό και πολλάκις διαπιστωμένο «ελληνικό παράδοξο» (ένα από τα πολλά, τέλος πάντων…) το οποίο δε δίστασε να επιστρατεύσει πρόσφατα και η τρόικα ως επιχείρημα για την επιπλέον μείωση του μισθολογικού κόστους. Όμως, το «παράδοξο» αυτό κάθε άλλο παρά… παράδοξο είναι και οι αιτίες του δεν πρέπει να αναζητηθούν τόσο στο κόστος εργασίας (που στην πράξη έχει μειωθεί σε πραγματικές τιμές κατά περίπου 20% την τελευταία διετία) αλλά περισσότερο στις θεμιτές τε και αθέμιτες πρακτικές που ακολουθούν μονοπώλια και πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Πρακτικές οι οποίες, όπως πληροφορούμαστε, έχουν εσχάτως μπει στο «μικροσκόπιο» της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
Μια από τις πλέον διαδεδομένες είναι η λεγόμενη «ρήτρα απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών που ενσωματώνεται στα συμφωνητικά και με την οποία η πολυεθνική-προμηθευτής απαγορεύει στο λιανέμπορο-πελάτη της να προμηθευτεί τα ίδια προϊόντα από θυγατρικές της σε άλλες χώρες (που ενδεχομένως να πωλούν φθηνότερα) παρά μόνο από την ίδια.
Εξίσου δημοφιλείς, όμως, και καθοριστικές για την απόκλιση των τιμών στα ράφια είναι και οι ενδοομιλικές συναλλαγές, μέσω των οποίων οι επιχειρήσεις αυτές κατορθώνουν να παρεμβαίνουν στο κόστος και, παράλληλα, να διαφεύγουν της υψηλής φορολόγησης όσον αφορά τα κέρδη τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των υψηλών δικαιωμάτων χρήσης των σημάτων τους (royalties) με το οποίο οι μητρικές πολύ συχνά χρεώνουν τις θυγατρικές τους στην Ελλάδα ανεβάζοντας κατά πολύ το κόστος λειτουργίας τους το οποίο, στη συνέχεια, μετακυλίεται στην τελική τιμή.
Άλλη προσφιλής-ενδοομιλική μέθοδος είναι η διόγκωση των τιμών σε επίπεδο χονδρικής. Δηλαδή μια θυγατρική του λιανεμπορίου αγοράζει από τη μητρική προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας σε «φουσκωμένες» τιμές, ώστε στο τιμολόγιο να εμφανίζεται υψηλότερο κόστος.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το δανεισμό : Ξένες μητρικές δανείζουν τις ελληνικές θυγατρικές τους με υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, εκτός από το πορτοφόλι του καταναλωτή, οι πρακτικές αυτές έχουν αρνητική επίπτωση και στον κρατικό κορβανά ο οποίος στερείται σημαντικά έσοδα μέσω της φορολογίας.