Παρά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνέβησαν στην Ευρώπη τα τελευταία 50 χρόνια, η Κ.Α.Π. πάντα κατόρθωνε να προσαρμοστεί στις εξελίξεις, έστω και απρόθυμα ή καθυστερημένα.
Η σημερινή Κ.Α.Π. ελάχιστη σχέση έχει με την παρεμβατική πολιτική που γεννήθηκε στον απόηχο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Είναι πολύ πιο στραμμένη στην αγορά, πιο διαφανής και φιλική στο περιβάλλον.
Η συμβολή της Κ.Α.Π. στην εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τους αγρότες όλης της Ευρώπης είναι αναμφισβήτητη. Οι άμεσες ενισχύσεις αποτελούν σημαντικό ποσοστό του αγροτικού εισοδήματος και βοηθούν τους αγρότες να συνεχίσουν να παράγουν.
Όμως η Κ.Α.Π. πλέον αποτελεί και μια αναπτυξιακή πολιτική που συμβάλλει στην ανάπτυξη της υπαίθρου. Σίγουρα οι αγροτικές περιοχές υστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αστικές από πολλές απόψεις. Ωστόσο μπορούμε να φανταστούμε ποια θα ήταν η κατάστασή τους χωρίς την Κ.Α.Π.. Ακόμη περισσότερη εγκατάλειψη και αστυφιλία.
Σήμερα που το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αμφισβητείται από πολλούς, η Κ.Α.Π., ως η σημαντικότερη πολιτική της Ε.Ε., καλείται να αποδείξει ότι παραμένει επίκαιρη. Για αυτό, δίπλα στο βασικό στόχο της διατροφικής αυτάρκειας και της στήριξης του αγροτικού εισοδήματος, δίνει όλο και μεγαλύτερη έμφαση στη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής σε κάθε επίπεδο: οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό.
Μισός αιώνας ΚΑΠ
Φιλόδοξη γεωργική πολιτική για μια «πεινασμένη» ήπειρο
Πρώτος στόχος της Κ.Α.Π. ήταν να καταστήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση διατροφικά ανεξάρτητη με την αύξηση της αγροτικής παραγωγής

Στον απόηχο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες οραματίστηκαν την οικοδόμηση μιας ενωμένης Ευρώπης όπου θα επικρατούσε ειρήνη και ευημερία. Ωστόσο, μετά από χρόνια πολέμου, η γεωργική παραγωγή στη Γηραιά Ήπειρο είχε διαλυθεί και δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες των Ευρωπαίων σε τρόφιμα. Για αυτό και βασική φιλοδοξία των πολιτικών της εποχής ήταν η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, ώστε να διασφαλιστεί η διατροφική ανεξαρτησία της Ευρώπης.
Τα έξι ιδρυτικά μέλη της Ε.Ο.Κ. (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία) ασκούσαν το καθένα τη δική του αγροτική πολιτική, καθορίζοντας στο τι θα παραχθεί και πώς, και επεμβαίνοντας στις τιμές των αγροτικών αγαθών. Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί στην ενωμένη Ευρώπη που οραματίζονταν οι ηγέτες της εποχής. Για να χτιστεί μια ενιαία αγορά με δίκαιους κανόνες για όλους, θα έπρεπε οι εθνικές πολιτικές να εναρμονιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Έτσι θεσπίστηκε η Κοινή Αγροτική Πολιτική, που σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ρώμης (1957), έχει τους εξής βασικούς στόχους:
● εκσυγχρονισμός της γεωργίας με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας,
● διασφάλιση ενός δίκαιου επιπέδου διαβίωσης για τους αγρότες,
● σταθεροποίηση των αγορών,
● διασφάλιση του εφοδιασμού και
● παροχή τροφίμων σε λογικές τιμές.
Η ΚΑΠ τέθηκε σε εφαρμογή πέντε χρόνια αργότερα, το 1962. Έκτοτε, η αποτελεί μία από τις βασικές πολιτικές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αρχικά τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν ο έντονος προστατευτισμός και η έμφαση στην αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Βασικό εργαλείο στην πρώτη αυτή φάση της ΚΑΠ ήταν η στήριξη των τιμών, μέσω των τιμών παρέμβασης που ορίστηκαν για το κάθε προϊόν.
Ο στόχος επετεύχθη
Υπό μία έννοια, η νεοσύστατη Κ.Α.Π. ήταν άκρως επιτυχημένη, αφού κατάφερε να εκσυγχρονίσει την ευρωπαϊκή γεωργία και να αυξήσει κατακόρυφα την παραγωγή, μετατρέποντας την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σε εξαγωγική δύναμη. Ωστόσο, σύντομα αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις όπως η πλεονασματική παραγωγή και η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, οι οποίες απαιτούσαν ριζικές και επίπονες αλλαγές.
Μια αποτυχημένη και μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση
Κατά τη δεκαετία του '60, η αύξηση των αποδόσεων σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων, κατάφεραν όχι μόνο να δώσουν στην Ε.Ο.Κ. την πολυπόθητη αυτάρκεια σε τρόφιμα, αλλά και να τη μετατρέψουν σε σημαντική εξαγωγική δύναμη.
Η αύξηση της παραγωγικότητας συνεχίστηκε ακάθεκτη και τη δεκαετία του '70. Καθώς όμως η παραγωγή άρχισε να ξεπερνάει τη ζήτηση, τα πλεονάζοντα προϊόντα θα έπρεπε είτε να εξαχθούν (με τη βοήθεια επιδοτήσεων) είτε να αποθεματοποιηθούν από την ΕΟΚ. Τα μέτρα αυτά είχαν τεράστιο κόστος και ο προϋπολογισμός της ΚΑΠ αυξανόταν με αριθμητική πρόοδο.
Ήδη το 1968, ο επίτροπος Γεωργίας Σίκο Μάνσχολτ είχε προβλέψει ότι η πολιτική της στήριξης των τιμών σύντομα θα έφτανε τα όριά της και ότι θα απαιτούνταν ριζικές τομές.
Ο Μάνσχολτ ακόμη επεσήμαινε ότι η Κ.Α.Π., παρά τη συνεχή αύξηση της παραγωγής, δεν είχε κατορθώσει να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των αγροτών. Για αυτό πρότεινε να δοθούν κίνητρα σε 5 εκατομμύρια αγρότες για να εγκαταλείψουν τη γεωργία, ώστε να προκύψουν λιγότερες και μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις. Σύμφωνα με το σχέδιο Μάνσχολτ, οι εκμεταλλεύσεις θα θεωρούνταν βιώσιμες μόνο αν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στους ιδιοκτήτες τους ένα εισόδημα όσο αυτό που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι σε άλλους τομείς.
Όμως μπροστά στην οργισμένη αντίδραση των αγροτών, ο Μάνσχολτ αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί και να αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεών του. Τη δεκαετία του '70, δεν υπήρξαν άλλες σοβαρές προσπάθειες για μεταρρύθμιση της ΚΑΠ. Από το 1980 και μετά στην αγροτική πολιτική άρχισαν να βαραίνουν νέοι παράγοντες όπως η προστασία του περιβάλλοντος αλλά και το δυσθεώρητο ύψος στο οποίο είχε φτάσει ο προϋπολογισμός της ΚΑΠ. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1981 ως το 1991, αυξήθηκε από τα 10 στα 30 εκατ. ECU.
Ο επαναπροσδιορισμός του αγρότη
Τελικά φτάσαμε στο 1992 και στη μεταρρύθμιση του επιτρόπου Μακ Σάρι, η οποία προσπαθούσε να περιορίσει την άνοδο της αγροτικής παραγωγής και να προσαρμόσει την Ευρώπη στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς. Πίσω από τις μεταρρυθμίσεις βρισκόταν και η επιθυμία των Ευρωπαίων να απελευθερωθεί το διεθνές εμπόριο στα πλαίσια της GATT.
Με τη μεταρρύθμιση, τέθηκε περιορισμός στο επίπεδο της στήριξης των τιμών, π.χ. στο 29% για τα δημητριακά και στο 15% για το μοσχάρι. Έτσι οι τιμές προσέγγισαν τα επίπεδα των διεθνών αγορών και έγιναν πιο διαφανείς.
Για να διατηρηθεί το εισόδημα των αγροτών, θεσπίστηκαν οι συνδεδεμένες ενισχύσεις, ενώ άρχισαν να επιδοτούνται η αγρανάπαυση, η αναδάσωση, τα αγροπεριβαλλοντικά και η πρόωρη συνταξιοδότηση. Τότε άρχισαν και οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις, που ήταν ανεξάρτητες από τον όγκο της παραγωγής.
Η μεταρρύθμιση του ΜακΣάρι αναπροσδιόρισε το ρόλο του αγρότη. Πλέον οι αγρότες δεν αντιμετωπίζονταν μόνο ως παραγωγοί, αλλά και ως διαχειριστές της υπαίθρου. Για πρώτη φορά, σχεδιάστηκαν μέτρα που επιβράβευαν τη χρηστή διαχείριση της γης και των φυσικών πόρων. Τα μέτρα αυτά αποτελούν την πρώτη μορφή πρασινίσματος της Κ.Α.Π..
Η Κ.Α.Π. όπως την ξέρουμε προέκυψε από την μεταρρύθμιση του επιτρόπου Φραντς Φίσλερ το 2003. Βασικό χαρακτηριστικό της ήταν η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή. Το ύψος των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων άρχισε πλέον να υπολογίζεται βάσει των ετών αναφοράς. Έτσι περάσαμε στο ιστορικό μοντέλο που ισχύει και σήμερα.
Ταυτόχρονα, στον Δεύτερο Πυλώνα προστέθηκαν νέα προγράμματα προστασίας του περιβάλλοντος και ευζωίας των ζώων, ενώ ειδική στήριξη προβλέπεται στους νέους αγρότες.
Το 2006 ξεκίνησε η αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση της ζάχαρης. Η Ε.Ε. αποφάσισε να μειώσει την εγγυημένη τιμή της ζάχαρης κατά 36% σε τέσσερα χρόνια, ενώ έδωσε κίνητρα στους Ευρωπαίους παραγωγούς που επιθυμούσαν να αποσυρθούν. Οι αποφάσεις όμως οδήγησαν στη διάλυση της παραγωγής ζάχαρης στα κράτη της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα.
Στην 50άχρονη πορεία
Κυριότεροι σταθμοί

14 Ιανουαρίου 1962: Μετά από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις 140 ωρών, το Συμβούλιο υπουργών των έξι τότε κρατών μελών αποφάσισε να θεσπίσει κοινές οργανώσεις αγοράς για κάθε προϊόν, να εφαρμόσει ειδικούς κανόνες ανταγωνισμού και να δημιουργήσει το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
4 Απριλίου 1962: Μετά από νέο μαραθώνιο διαπραγματεύσεων, το Συμβούλιο εγκρίνει τα κείμενα των κανονισμών.
20 Απριλίου 1962: Οι κανονισμοί δημοσιεύονται και η Κοινή Αγροτική Πολιτική τίθεται σε ισχύ. Η ακριβής ημερομηνία θέσης των κανονισμών σε ισχύ εξαρτάτο από την εμπορική περίοδο του κάθε προϊόντος. Π.χ. η ΚΟΑ δημητριακών, πουλερικών και χοιρινού τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1962.
1981: Η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ.
1984: Θεσπίζονται ποσοστώσεις στο γάλα, ώστε η παραγωγή να συντονιστεί με τις ανάγκες της αγοράς.
1992: Μεταρρύθμιση «Μακ Σάρι». Η ΚΑΠ μετακινείται από τη στήριξη της αγοράς στην στήριξη των παραγωγών. Η στήριξη των τιμών αντικαθίσταται από τις άμεσες ενισχύσεις. Δίνεται έμφαση στην ποιότητα των τροφίμων, την προστασία των παραδοσιακών προϊόντων και το περιβάλλον.
2000: Το αντικείμενο της ΚΑΠ διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει και την αγροτική ανάπτυξη. Η ΚΑΠ εστιάζει στην οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ανάπτυξη της Ευρώπης μέσα από εστιασμένα πολυετή προγράμματα.
2003: Η ενδιάμεση μεταρρύθμιση «Φίσλερ» κόβει το δεσμό ανάμεσα στις ενισχύσεις και την παραγωγή. Οι αγρότες στρέφονται στην αγορά και λαμβάνουν εισοδηματική ενίσχυση. Υψηλότερες προδιαγραφές για το περιβάλλον, την ευζωία των ζώων και τη διατροφική ασφάλεια.
2004 και 2007: Λόγω της ένταξης 12 νέων κρατών μελών, ο αγροτικός πληθυσμός της Ε.Ε. διπλασιάζεται.
2012: Σε πλήρη εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για τη νέα μορφή της ΚΑΠ.
Η γεωργία αλλάζει, η ΚΑΠ μένει
Συνθήκες μιας πιο ελεύθερης αγοράς και πράσινες ενισχύσεις είναι μερικές από τις προκλήσεις

Η σημερινή Κ.Α.Π. ελάχιστη σχέση έχει με την πολιτική που είχε δημιουργηθεί το 1957. Μέσα από διαδοχικές μεταρρυθμίσεις, σταδιακά απομακρύνθηκε από τη στήριξη των τιμών και πέρασε στη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος. Η μεταρρύθμιση του 2003 εισήγαγε το σύστημα των ενιαίων ενισχύσεων, που καλύπτει όλους τους αγρότες εκτός από τους παραγωγούς οπωροκηπευτικών. Οι αγρότες πλέον δεν αρκεί να παράγουν. Είναι υποχρεωμένοι να διατηρούν τη γη τους σε καλή αγροτική και περιβαλλοντικη κατάσταση. Οφείλουν να σέβονται υψηλές προδιαγραφές όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, την ασφάλεια των τροφίμων, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και την υγεία των ζώων.
Παράλληλα, το βάρος της Κ.Α.Π. στον κοινοτικό προϋπολογισμό βαίνει μειούμενο. Από 71% το 1984, σήμερα έχει κατέβει στο 42% (31% άμεσες ενισχύσεις και 11% αγροτική ανάπτυξη).
Στα πλαίσια του λεγόμενου Ελέγχου Υγείας της Κ.Α.Π., που συμφωνήθηκε το Νοέμβριο του 2008, αποφασίστηκαν μέτρα που βοηθούν τους αγρότες να ανταποκριθούν καλύτερα στα σημάδια της αγοράς και να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις. Η συμφωνία κατάργησε την αγρανάπαυση για τις αροτραίες καλλιέργειες, αύξησε σταδιακά τις ποσοστώσεις του γάλακτος ως την τελική τους κατάργηση το 2015 και μετέτρεψε την παρέμβαση στην αγορά σε ένα απλό δίχτυ ασφαλείας. Πλέον η Κομισιόν παρεμβαίνει σε ελάχιστα προϊόντα όπως το σιτάρι, το βούτυρο, το αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη .Ωστόσο, όπως αποδεικνύουν οι απανωτές κρίσεις σε βασικούς κλάδους της παραγωγής, το δίχτυ αυτό δεν λειτουργεί πάντα ικανοποιητικά. Επιπλέον αποφασίστηκε η διαφοροποίηση, που διοχετεύει κονδύλια από τις άμεσες ενισχύσεις στο Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης.
Από το 2000, η Πολιτική Αγροτικής Ανάπτυξης έρχεται να συμπληρώσει τις άμεσες ενισχύσεις, αποτελώντας τον Δεύτερο Πυλώνα της Κ.Α.Π.. Σκοπός της είναι να τονώσει την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη της υπαίθρου. Ο προϋπολογισμός της (περίπου 11% του κοινοτικού προϋπολογισμού) διαρθρώνεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος εστιάζει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα μέσα από στήριξη για την αναδιάρθρωση και την καινοτομία. Ο δεύτερος άξονας αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, ενώ ο τρίτος αφορά τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις αγροτικές περιοχές.
Κοιτάζοντας μπροστά
Στα 50 της χρόνια, η Κ.Α.Π. τίθεται μπροστά σε νέες προκλήσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίσει μέσα από μία νέα μεταρρύθμιση. Σε μια εποχή που η ευρωπαϊκή ιδέα βάλλεται από παντού, η Κομισιόν θέλει να αναδείξει την Κ.Α.Π. ως τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μια πολιτική μπόρεσε θρέψει την ήπειρο και να βελτιώσει τη ζωή στην ύπαιθρο. «Το 2012 είναι ένα σημαντικό έτος όχι μόνο γιατί μας υπενθυμίζει τα 50 έτη της ιστορίας μας, αλλά κυρίως για να στραφούμε προς το μέλλον προς νέα μεταρρύθμιση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής» δήλωσε ο επίτροπος Γεωργίας Ντατσιάν Τσιόλος, με αφορμή των 50 χρόνων της Κ.Α.Π.. «Παλαιότερα το 1962, οι Ευρωπαίοι ανησυχούσαν κυρίως για το εάν θα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες τροφίμων. Σήμερα, η επισιτιστική ασφάλεια παραμένει σημαντική, αλλά έχουμε νέες ανησυχίες, όπως η κλιματική αλλαγή και η βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων ».
Η νέα Κ.Α.Π. που βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων πολιτών για προστασία του περιβάλλοντος και παραγωγή ποιοτικών τροφίμων και έτσι προωθείται ως μια πολιτική που δεν αφορά μόνο τους αγρότες αλλά το σύνολο της κοινωνίας.
Βασικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η κατάργηση του ιστορικού μοντέλου και ο υπολογισμός των ενισχύσεων βάσει της επιφάνειας της καλλιεργούμενης έκτασης. Το σκεπτικό πίσω από αυτή την επιλογή είναι ότι πλέον τα ιστορικά επίπεδα αναφοράς είναι ξεπερασμένα, ενώ οι αγρότες θα πρέπει να ανταμείβονται ανάλογα με τη συμβολή τους στη διαχείριση των φυσικών πόρων. Η μελλοντική Κ.Α.Π. θα γίνει ακόμα πιο «πράσινη», καθώς το 30% των ενισχύσεων θα δίνεται υπό τον όρο της τήρησης τριών απλών αγροπεριβαλλοντικών μέτρων που προσφέρουν «δημόσια αγαθά».
Συμμετοχή σε μία ελεύθερη αγορά
Επιπλέον η Κ.Α.Π. απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από τον προστατευτισμό του παρελθόντος, καταργώντας τις ποσοστώσεις στο γάλα και τη ζάχαρη, έτσι ώστε οι Ευρωπαίοι αγρότες να μπορέσουν να επωφεληθούν από τις θετικές προοπτικές που ανοίγονται για τα αγροτικά προϊόντα στις παγκόσμιες αγορές.
Απομένουν μόνο δύο χρόνια μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η νέα Κ.Α.Π. και ακόμα δεν γνωρίζουμε βασικές πτυχές της. Είναι λογικό οι αγρότες σε όλη την Ευρώπη να αισθάνονται αβεβαιότητα για το μέλλον, αφού θα επηρεαστεί άμεσα το εισόδημά τους. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία της νέας μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από τα μεταβατικά μέτρα που θα αποφασιστούν αλλά και από την προσαρμοστικότητα των αγροτών στις νέες συνθήκες μιας ακόμα πιο ανοιχτής αγοράς.
Από το φύλλο 324 της εφημερίδας Agrend