BACK TO
TOP
Επιχειρηματικά Projects

Οι «μόδες» περνούν οι αμαρτίες μένουν στα αρωματικά

Η αποδοτική πώληση των προϊόντων είναι η απάντηση στο καίριο ερώτημα για το αν οι εναλλακτικές καλλιέργειες έχουν προοπτική στον τομέα της επαγγελματικής αγροτικής παραγωγής. Εξάλλου, οι ονομαζόμενες «εναλλακτικές καλλιέργειες», που έχουν γίνει πλέον της «μόδας», έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσουν προϊόντα όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, που είναι μηχανοποιημένες και αξιοποιούν μεγάλες εκτάσεις γης.

Οι «μόδες» περνούν οι αμαρτίες μένουν στα αρωματικά

5
0

Οπωσδήποτε, όμως, τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να θέσει ο κάθε παραγωγός πριν ξεκινήσει την οποιαδήποτε καλλιέργεια είναι: - τι κλιματολογικές συνθήκες επικρατούν στην περιοχή του, - τι επιζητά, - ποια είναι τα κεφάλαια που μπορεί να διαθέσει, - ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καλλιέργειάς του, -ποιος είναι ο ανταγωνισμός που θα συναντήσει, - πού θα διαθέσει τα προϊόντα του, - ποιες είναι οι υπάρχουσες τιμές πώλησης, - υπάρχει δυνατότητα συνεργασίας ή δημιουργίας ομάδας παραγωγών; - υπάρχουν δυνατότητες χρηματοδότησης;

Σε αυτό το τεύχος της Agrenda και με αφορμή τις πολυάριθμες εκδηλώσεις που γίνονται σε όλη την Ελλάδα, θα επιχειρήσουμε μία σύνοψη των κυριότερων πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της καθεμίας από αυτές τις νέες εναλλακτικές καλλιέργειες: Από τα αρωματικά φυτά που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν άγονες εκτάσεις και να βοηθήσουν στην ανάπτυξη μεταποιητικών επιχειρήσεων, μέχρι το ρεβίθι που αποτελεί την αγαπημένη καλλιέργεια των κτηνοτρόφων και που είναι δοκιμασμένη στον ελληνικό χώρο. Αλλά και από τη ροδιά, που μετά από διάφορα προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί στη φύτευσή της τα τελευταία 4 χρόνια, ο ΑΣΟΠ Δράμας παρέχει κάποιες πιο ώριμες κατευθυντήριες γραμμές στους επίδοξους καλλιεργητές, μέχρι τις ενεργειακές καλλιέργειες για τις οποίες η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει η δημιουργία μονάδων βιομάζας, ώστε να καταστούν θελκτικές για τον αγρότη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πολυκαλλιέργεια, που σε ενίοτε μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη θωράκιση των εκτατικών καλλιεργειών απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα αλλά και η «μοδάτη» αρώνια που η πρώτη επαγγελματική της φυτεία είναι γεγονός από τον Φεβρουάριο στην Πιερία.
Το σημείο κλειδί για την προοπτική όλων των εναλλακτικών καλλιεργειών φαίνεται, πάντως, να είναι η συλλογική διακίνηση των προϊόντων και η δημιουργία υγιών δικτύων διανομής. Εκεί θα πρέπει να εστιάσουν τις προσπάθειές τους οι παραγωγοί, όπως συμβαίνει και με τις ήδη δοκιμασμένες ελληνικές καλλιέργειες.

Αρωματικά φυτά
Πλεονέκτημα ο παράγοντας «κλίμα» της Ελλάδας για την ανάπτυξή τους
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «ΑΝΘΗΡ ΑΒΕΕ», που συνδυάζει τη δημιουργία Ομάδας Παραγωγών με την καθετοποιημένη παραγωγή

Σε εξέλιξη βρίσκονται νέες και βιώσιμες προσπάθειες, που δείχνουν πως η καλλιέργεια των αρωματικών φυτών είναι ελπιδοφόρα δραστηριότητα για την ελληνική ύπαιθρο.
Ακόμα κι αν άλλες χώρες έχουν προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς στην ανάπτυξη κυρίως εκμηχανισμένης καλλιέργειας, η Ελλάδα φαίνεται να διατηρεί το πλεονέκτημα του κλίματος, τουλάχιστον σε αυτό τον τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της «ΑΝΘΗΡ ΑΒΕΕ» στην Αιτωλοακαρνανία, που συνδυάζει τη δημιουργία Ομάδας Παραγωγών με την καθετοποιημένη παραγωγή προϊόντων από αρωματικά φυτά.
Σύμφωνα με τον Διευθυντή του Εργαστηρίου Χημείας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητή Μόσχο Πολυσίου, η καλλιέργεια των αρωματικών φυτών αποτελεί έναν εναλλακτικό κλάδο της γεωργίας που γνωρίζει ανάπτυξη σε άλλες χώρες και μπορεί να εξελιχθεί δυναμικά βοηθώντας την ανάπτυξη μεταποιητικών επιχειρήσεων και συμβάλλοντας στη συγκράτηση του αγροτικού πληθυσμού στην ύπαιθρο.
Κατά τον γεωπόνο και πρώην προϊστάμενο του Καπνικού Σταθμού Έρευνας Αγρινίου, Ηλία Ντζάνη, τα αρωματικά φυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στον τομέα της φαρμακευτικής, της αρωματοποιίας, της κοσμετολογίας, της ποτοποιίας, της βιομηχανίας τροφίμων, της μαγειρικής και της ζαχαροπλαστικής.
Ο κ. Ντζάνης επισημαίνει επίσης πως το εμπορικό και βιομηχανικό ενδιαφέρον για τα αρωματικά φυτά εστιάζεται στα προβλήματα της χημικής διατροφής, υγιεινής και φαρμακολογίας, στη στροφή των καταναλωτών προς φυσικά και υγιεινά προϊόντα και στις περιβαλλοντικές ευαισθησίες των αναπτυγμένων κοινωνιών για αρμονικότερη διαβίωση με τη φύση. Σύμφωνα με τον κ. Ντζάνη η συνολικά καλλιεργουμένη έκταση των αρωματικών φυτών στην ΕΕ υπερβαίνει τα 1.300.000 στρέμματα μεταξύ των οποίων 43.000 στρέμματα βιολογικής καλλιέργειας, όπως σημειώνει όμως ογεωπόνος τα συγκεκριμένα νούμερα είναι ενδεικτικά, καθώς υπάρχει πρόβλημα στη συλλογή αξιόπιστων στοιχείων.
Συνεχίζοντας ο κ. Ντζάνης σημειώνει πως οι εισαγωγές της Ελλάδας σε ξηρή δρόγη υπολογίζονται σε 4.500 τόνους.
Σύμφωνα με τον κ. Πολυσίου το μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκοσμιοποιημένη αγορά των αρωματικών φυτών κατέχει η Γερμανία με 26%, ακολουθεί η Ασία με 19%, η Ιαπωνία με 17% και η Γαλλία με 13%.
Εν συνεχεία αναφέρει συγκεκριμένα πως η καλλιέργεια της ρίγανης και του θυμαριού μπορεί να πωληθεί περίπου σε τιμή 6,5 με 8 ευρώ ανά κιλό, η καλλιέργεια του θρουμπίου σε τιμή 12 ευρώ και του φασκόμηλου με 6 ευρώ ανά κιλό.

Ευεργετικός ο ρόλος των δέντρων
Η πολυκαλλιέργεια θωρακίζει το χωράφι

Η λύση του συνδυασμού εκτατικής καλλιέργειας με δενδροκομία θα μπορούσε σε μερικές περιπτώσεις να συμβάλλει στη μείωση του κόστους της αγροτικής παραγωγής και στη μεγαλύτερη θωράκιση απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Σύμφωνα με τον Κ. Μαντζανά από το Εργαστήριο Λιβαδικής Οικολογίας της Σχολής Δασολογίας και Φ. Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τα πλεονεκτήματα της πολυκαλιέργειας, δηλαδή του συνδυασμού δέντρων με μονοετείς ή θαμνώδεις καλλιέργειες, είναι πολλά.
Συγκεκριμένα αξιοποιούνται πληρέστερα οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι (όπως το νερό, το φως και τα θρεπτικά στοιχεία), παράγονται πολλαπλά προϊόντα, εξασφαλίζονται διαφοροποιημένο εισόδημα και οικολογική σταθερότητα.
Από την άλλη πλευρά βέβαια σύμφωνα πάντα με τον κ. Μαντζανά η πολυκαλλιέργεια απαιτεί χειρωνακτική εργασία, δεν επιδέχεται μεγιστοποίηση της παραγωγής και δεν μπορεί εύκολα να μηχανοποιηθεί.
Αναλυτικότερα ο ρόλος των δέντρων στη συγκεκριμένη μορφή καλλιέργειας είναι ευεργετικός, καθώς παράγονται προϊόντα όπως ξυλεία, καυσόξυλα, φρούτα, καρποί και τροφή για τα ζώα. Επίσης, τα δέντρα υποστηρίζουν λειτουργίες όπως η απορρόφηση του νερού και των θρεπτικών ουσιών, η δέσμευση του αζώτου και η προστασία από τη διάβρωση όπως σημειώνει ο κ. Μαντζανάς.
Συνεχίζοντας επισημαίνει πως τα δέντρα που παράγουν υψηλής ποιότητας παραγωγική ξυλεία όπως καρυδιά ή αγριοκερασιά αποτελούν την ενδεδειγμένη επιλογή.
Σύγχρονα παραδείγματα δασογεωργικών συστημάτων αποτελούν οι συνδυασμοί καρυδιάς με σιτηρά και οπωροφόρων με κηπευτικά. Εν κατακλείδι ο κ. Μαντζανάς υποστηρίζει πως θα ήταν ωφέλιμο για τους γεωργούς να φυτέψουν δασικά δένδρα στο χωράφι τους λόγω των επιπλέον χρημάτων από την ξυλεία, της σταθερότητας του εισοδήματος, της διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων και της βελτίωσης του περιβάλλοντος και του τοπίου.

Κλειδί οι ζώνες καλλιέργειας
Μετά από τους πειραματισμούς της τελευταίας τετραετίας, αποδεικνύεται πλέον ότι οι ιδανικές ζώνες καλλιέργειας για τη ροδιά ταυτίζονται με τις περιοχές όπου ευδοκιμούν η ελιά και η αμυγδαλιά. Έτσι, παρά τις αποτυχημένες προσπάθειες σε πολλές πεδινές περιοχές, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ομάδας Παραγωγών (ΑΣΟΠ) Δράμας φαίνεται να έχει βρει το «κλειδί» για την επιτυχή εγκατάσταση ενός ροδεώνα.
Γι’ αυτό και επιμένει στην καλλιέργεια της ροδιάς και επεκτείνεται από τη Δράμα έως την Κόρινθο. Σύμφωνα με το γεωπόνο του ΑΣΟΠ Νικόλαο Παπακωνσταντίνου η φύτευση της ροδιάς γίνεται από Νοέμβριο μέχρι Μάρτιο, σε καλά και κατάλληλα προετοιμασμένα χωράφια, που δεν νεροκρατούν και βρίσκονται σε περιοχές χωρίς ομίχλες ή κρύους ανέμους, όπως είναι οι ζώνες καλλιέργειας της ελιάς ή αμυγδαλιάς. Η φύτευσή της γίνεται σε ορθογώνια και σε αποστάσεις 5 μέτρα μεταξύ των γραμμών και 4 μέτρα επάνω στη γραμμή με 50 φυτά ανά στρέμμα.
Ο κ. Παπακωνσταντίνου συστήνει πως η ροδιά, αν και αντέχει την ξηρασία, έχει ανάγκη για νερό από την άνθηση έως τη συγκομιδή, με πότισμα περίπου κάθε 7 με 10 ημέρες ανάλογα με τις βροχοπτώσεις.

Γρίφος η διάθεση της βιομάζας
Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ενεργειακές καλλιέργειες για βιομάζα είναι η πώληση της παραγωγής τους, καθώς ακόμα δεν έχει ωριμάσει κάποιο παραγωγικό μοντέλο αξιοποίησής τους. Συγκεκριμένα, το επιδοτούμενο διετές πρόγραμμα της ΔΕΗ (ατμοηλεκτρικός σταθμός Καρδιάς), που ενίσχυσε τους παραγωγούς της δυτικής Μακεδονίας για να καλλιεργήσουν αγριαγκινάρα και να την πουλήσουν ως καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, έχει λήξει. Σήμερα η ΔΕΗ δέχεται να αγοράσει αγριαγκινάρα, σε τιμή όμως ασύμφορη για τον παραγωγό.
Κι ενώ η αγριαγκινάρα προωθείται ως το πιο αποδοτικό σε θερμίδες φυτό για καύση βιομάζας, οι δύο πιο «ώριμες» επενδύσεις που προχωρούν στον ελληνικό χώρο, αφορούν γενικότερα υπολείμματα γεωργικών καλλιεργειών και όχι μόνο αγριαγκινάρα.
Η επένδυση της ΕΛ.ΠΕ – Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας Α.Ε (στον Έβρο) και η Ενεργειακή Συνεταιριστική Εταιρεία Καρδίτσας δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα. Θα αξιοποιούν ως πρώτη ύλη καλαμιές σιτηρών, βαμβακιού, ηλίανθου κ.ά.

Ελλειμματική η παραγωγή το δοκιμασμένο ρεβίθι
Το ρεβίθι ή αλλιώς η αγαπημένη καλλιέργεια των κτηνοτρόφων αποτελεί μία δοκιμασμένη επιλογή. Η ελλειμματική ελληνική παραγωγή ρεβιθιών, δίνει το περιθώριο στον Έλληνα καλλιεργητή να διαθέσει το προϊόν του σε ικανοποιητικές τιμές. Βέβαια, ως εναλλακτική λύση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ζωοτροφή καθώς, σύμφωνα με τον δρ. Δημήτρη Βλαχοστέργιο από το Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών Λάρισας, έχει υψηλή περιεκτικότητα πρωτεΐνης κατά 23% και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σανός, με δυνατότητα να αντικαταστήσει μερικώς τη σόγια, με ικανοποιητικά αποτελέσματα, στο σιτηρέσιο των ζώων.
Η καλλιέργεια του ρεβιθιού είναι ετήσια και έχει την ιδιότητα να εμπλουτίζει το έδαφος με άζωτο. Το συγκεκριμένο στοιχείο σημαίνει ότι η εναλλαγή του με οποιοδήποτε άλλο μονοετές φυτό, μειώνει τις ανάγκες σε αζωτούχο λίπασμα.
Σύμφωνα με τις συστάσεις του κ. Βλαχοστέργιου οι ιδανικές ελληνικές ποικιλίες ρεβιθιού είναι η «Θήβα», η «Γαύδος» και η «Αμοργός».
Πλεονεκτήματα
Σύμφωνα με τον κ. Δημήτρη Βλαχοστέργιο το ρεβίθι αποτελεί την πιο ανθεκτική καλλιέργεια οσπρίων σε ξηροθερμικές συνθήκες στη χώρα μας, ενώ παρουσιάζει προβλήματα σε εδάφη που δεν στραγγίζουν.
Έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών και οι ανοιξιάτικες βροχές ευνοούν την αύξηση της απόδοσής του. Ο κ. Βλαχοστέργιος σημειώνει πως η καλλιέργεια δεν χρειάζεται αζωτούχο λίπανση, απαιτεί 6 με 9 μονάδες φωσφόρου για την επίτευξη υψηλών αποδόσεων και πως το ρεβίθι είναι ένα φυτό με μικρή ανταγωνιστική ικανότητα απέναντι στα ζιζάνια. Επίσης, αναφέρει πως η σημαντικότερη ασθένεια είναι η ασκόχυτα, η οποία προσβάλλει τα φύλλα και τους κλάδους των ρεβιθιών και μπορεί να προκαλέσει τεράστιες απώλειες ενώ οι κυριότεροι εχθροί του είναι το πράσινο σκουλήκι στον αγρό και ο βρούχος στην αποθήκη. Αν δεν ελεγχθούν εγκαίρως, προκαλούν μεγάλες ζημιές στην παραγωγή και υποβαθμίζουν την ποιότητα του σπόρου.

Αρχές καλοκαιριού θα λειτουργήσει η πρώτη μονάδα μεταποίησης αρώνιας
Το 2007 εγγράφηκε στον κατάλογο του ΥΠΑΑΤ ως φαρμακευτικό φυτό και καινοτόμος καλλιέργεια

Η πρώτη επαγγελματική καλλιέργεια της αρώνιας εγκαταστάθηκε το Φεβρουάριο του 2012 από ομάδα παραγωγών στην Πιερία και τον ερχόμενο Ιούνιο ετοιμάζεται να λειτουργήσει η πρώτη μονάδα μεταποίησης αρώνιας σε κρασί και χυμό από τα Φυτώρια Κωνσταντινίδη.
Το κύριο ζήτημα που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η καλλιέργεια της αρώνιας είναι η διάθεση της παραγωγής, με βασική επιδίωξη τη διέξοδό της στην αγορά των προϊόντων υγιεινής διατροφής. Το πρώτο βήμα θα γίνει στις Σέρρες, αλλά όπως μας λέει ο κ. Κωνσταντινίδης, «οι καλλιεργητές αρώνιας θα πρέπει μόνοι τους να αυτοοργανωθούν και να καθετοποιήσουν τις εκμεταλλεύσεις τους, για να εισπράξουν την υπεραξία από το προϊόν τους».
Σύμφωνα με τον δρ. Ιωάννη Σπανό, Τακτικό Ερευνητή του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών της Γενικής Διεύθυνσης Αγροτικής Έρευνας, ο κύριος σκοπός των φυτειών αρώνιας είναι η παραγωγή προϊόντων εδώδιμης και φαρμακευτικής χρήσης. Οι καρποί της (νωποί και καταψυγμένοι) αφού επεξεργαστούν παρέχουν μεταποιημένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως χυμούς, σταφίδα, σιρόπι, λικέρ.
Ο κ. Σπανός σημειώνει πως η καλλιέργειά της θεωρείται βιολογική (δεν χρειάζονται λιπάνσεις και ραντίσματα, διότι δεν έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα ασθένειες). Ακόμη αναφέρει πως εισήχθη στην Ελλάδα το 1986 από τη Βουλγαρία ως πειραματική καλλιέργεια και το 2007 πραγματοποιήθηκε η πρώτη πιλοτική εγκατάσταση στις Σέρρες. Το 2007, επίσης, εγγράφηκε στον κατάλογο του ΥΠΑΑΤ σαν φαρμακευτικό φυτό και καινοτόμος καλλιέργεια. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Σπανό, το φυτό της αρώνιας ανθίζει τον Ιούλιο ή Αύγουστο, τα άνθη της είναι άσπρα και φύονται σε μικρές ταξιανθίες.
Ο καρπός είναι μικρός (7-10 χιλιοστά), στρογγυλός, απαλός μαύρος στην αρχή και μαύρος όταν ωριμάζει. Η παραγωγή καρπών αρχίζει από το τρίτο έτος και σταδιακά αυξάνεται. Στην Ελλάδα ωριμάζει τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες. Είναι είδος λιτοδίαιτο, και μπορεί να καλλιεργηθεί ευρύτατα σε διαφορετικά κλίματα (ξηρά ή υγρά) και εδάφη (αμμώδη έως πηλώδη, όξινα, ουδέτερα, αλκαλικά). Ευδοκιμεί και αναπτύσσεται ταχύτερα σε υγρά, ελαφρά και τυρφώδη εδάφη.
Απαιτεί ηλιοφάνεια, αλλά δύναται να ευδοκιμήσει και σε ημίσκια περιβάλλοντα, αντέχει σε παγετούς, όμως επηρεάζεται από υψηλές θερμοκρασίες. Πρέπει να ποτίζεται το καλοκαίρι, ιδιαίτερα στα πρώτα τρία έτη μετά την φύτευση (κατά προτίμηση με στάγδην άρδευση).

Από το 335ο φύλλο της εφημερίδας Agrenda

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία