02/11/2015 - 04:17 μμ {1}

Πίσω από τον κατά κύριο επάγγελμα αγρότη κρύβονται και... γαιοκτήμονες

Τον Ιούλιο οι Ευρωπαίοι εταίροι αποδέχθηκαν αίτηµα της ελληνικής κυβέρνησης να συνδράµουν στην «αποκατάσταση της δηµοσιονοµικής σταθερότητας και της βιώσιµης ανάπτυξης» της χώρας. Η ανταπόκρισή τους συνίσταται στη χορήγηση δανείου τριετούς ισχύος µε ευνοϊκούς όρους αποπληρωµής και στην προώθηση ενός συνόλου δεσµεύσεων που υποχρεούνται να υλοποιήσουν οι ελληνικές αρχές σε τακτές προθεσµίες.

Οι υποχρεώσεις αυτές περιγράφονται λεπτοµερώς και µε σαφήνεια σε µνηµόνιο (memorandum of understanding - MOU) που υπερψηφίσθηκε από το κοινοβούλιο την 14η Αυγούστου 2015. Για τη διασφάλιση της προόδου υλοποίησης των µέτρων, προβλέπεται τακτική τριµηνιαία αξιολόγηση.

Του ∆ηµήτρη Ι. ∆αµιανού

Οµότιµου Καθηγητής Αγροτικής Πολιτικής & Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστηµίου Αθηνών

Στον αγροτικό τοµέα οι ελληνικές αρχές έχουν δεσµευθεί µεταξύ άλλων

1. να αναµορφώσουν την πολιτική φορολογίας εισοδήµατος για τους αγρότες µε σταδιακή αύξηση, έως διπλασιασµό, του συντελεστή φορολόγησης καθώς και του συντελεστή προκαταβολής φόρου,

2. να αυξήσουν σταδιακά τον συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου για αγροτική χρήση εξοµοιώνοντας το φόρο µε αυτόν του πετρελαίου κίνησης,

3. να καταστήσουν πιο αυστηρό και περιοριστικό τον ορισµό του επαγγελµατία αγρότη αποβλέποντας στην αύξηση εσόδων µέσω µείωσης του αριθµού των πολιτών που απολαµβάνουν φορολογικών ελαφρύνσεων ως αγρότες.

 

Η εξέλιξη της πολιτικής φορολόγησης

Από το 1994 οι αγρότες φορολογούνταν ανάλογα µε τα φυσικά χαρακτηριστικά της αγροτικής εκµετάλλευσης του καθ’ ενός. Από τα χαρακτηριστικά αυτά και µε τη χρήση ειδικών συντελεστών προέκυπτε ένα τεκµαρτό αγροτικό εισόδηµα. Αυτό το φορολογικό σύστηµα οδήγησε στη σηµαντική υποεκτίµηση του πραγµατικού εισοδήµατος και στην καταβολή µειωµένων φόρων εκ µέρους του συνόλου των αγροτών. ∆ιαπιστώνεται ότι ευνοηµένοι του φορολογικού συστήµατος ήταν οι αγρότες µε µεγάλα γεωργικά εισοδήµατα.

Στα πλαίσια της προηγούµενης αντίστοιχης συµφωνίας του 2013, οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ∆ΝΤ επέβαλαν την αναµόρφωση του φορολογικού καθεστώτος για τους αγρότες, προκειµένου να αρχίσει να εφαρµόζεται από το οικονοµικό έτος 2014. Έγινε δεκτό ότι το καθαρό εισόδηµα που αποκτάται από την αγροτική δραστηριότητα, συµπεριλαµβανοµένων των ενισχύσεων και επιδοτήσεων, δεν διαφέρει από αυτό που προκύπτει από κάθε άλλη επιχειρηµατική δραστηριότητα βάσει του λογιστικού προσδιορισµού εσόδων - εξόδων. Προσδιορίστηκε φορολογικός συντελεστής 13% που επιβαρύνει έως σήµερα το εισόδηµα των «επαγγελµατιών αγροτών». Ακόµα και µετά τη µεταβολή του φορολογικού καθεστώτος του 2013, η φορολογητέα ύλη για διάφορους λόγους εξακολουθεί να υποεκτιµάται. Η συρρίκνωση της φορολογητέας ύλης επιδεινώθηκε όταν, µε νόµο του 2015, όλες οι επιδοτήσεις και ενισχύσεις δεν συµπεριλαµβάνονται στο καθαρό εισόδηµα εφόσον δεν υπερβαίνουν τα 12.000 ευρώ. Στο εισόδηµα προστίθεται µόνο το τµήµα άνω των 12.000 ευρώ για τους αγρότες που εισπράττουν ενισχύσεις πάνω από αυτό το ποσό. Παράλληλα, διατηρείται η χορήγηση επιδότησης για την κατανάλωση πετρελαίου για αγροτική χρήση µε αρνητικές επιπτώσεις για τον κρατικό προϋπολογισµό.

Πώς διανέµονται οι επιπτώσεις από τα µέτρα πολιτικής;

Είναι αδιαµφισβήτητο ότι ένα σηµαντικό τµήµα των αγροτικών οικογενειών υποφέρει, είτε περιστασιακά είτε µόνιµα, από χαµηλά εισοδήµατα. Όµως το µεγαλύτερο µέρος της δηµόσιας στήριξης, είτε εθνικής µε τη µορφή φορολογικών ελαφρύνσεων και επιδοτήσεων όπως στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση είτε κοινοτικής όπως οι άµεσες ενισχύσεις, δεν κατευθύνεται προς αυτούς που έχουν τις µεγαλύτερες ανάγκες. Η εξέταση στοιχείων που παρουσιάζουν την πραγµατική διανοµή των άµεσων εισοδηµατικών ενισχύσεων της κοινής πολιτικής για τη γεωργία είναι χρήσιµη για τη συµπλήρωση και κατανόηση της συνολικής εικόνας.

Το 2014, πάνω από 700 χιλιάδες «ενεργοί αγρότες» εισέπραξαν άµεσες εισοδηµατικές ενισχύσεις. Από αυτούς, το 42% εισέπραξε ενισχύσεις κάτω των 1.000 ευρώ και το 83% εισέπραξε ενισχύσεις κάτω των 5.000 ευρώ. Μόνο 7 χιλιάδες φυσικά πρόσωπα ή περίπου το 1% του συνόλου των αγροτών εισέπραξαν ενισχύσεις πάνω από 20.000 ευρώ το καθ’ ένα. Από την διανοµή αυτή προκύπτει ότι ελάχιστο τµήµα του συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις καταβαλλόµενες κάθε χρόνο ενισχύσεις φορολογείται ενώ περίπου το 93% του συνόλου των αγροτών δεν περιλαµβάνει ενισχύσεις στο φορολογητέο του εισόδηµα. Οι συνολικές άµεσες εισοδηµατικές ενισχύσεις στην Ελλάδα για το 2013 ανέρχονταν σε 2.282.300.000 Ευρώ. Αν το ποσό αυτό φορολογούνταν µε συντελεστή 13% οι εισπράξεις για το δηµόσιο µόνο από αυτή τη πηγή θα ήταν 300 εκατοµµύρια ευρώ περίπου.

Γίνεται προφανές ότι οι ενισχύσεις της ΚΑΠ που συνιστούν περίπου το 45% της καθαρής αξίας της αγροτικής παραγωγής κατανέµονται άνισα µεταξύ των αγροτικών νοικοκυριών. Το 50% του συνόλου των άµεσων εισοδηµατικών ενισχύσεων απορροφάται από το 10% των µεγάλων αγροτικών εκµεταλλεύσεων. Από την σκοπιά της αναδιανοµής εισοδήµατος κάτι ανάλογο συµβαίνει και µε το µέτρο της επιδότησης στα υγρά καύσιµα που προορίζονται για αγροτική χρήση. Ουσιαστικά οδηγεί στη µεταβίβαση εισοδήµατος στους µεγάλους καταναλωτές καυσίµων, ενώ ελάχιστα ευνοεί τους καταναλωτές µικρών ποσοτήτων, που συνήθως διαχειρίζονται µικρές αγροτικές εκµεταλλεύσεις και έχουν χαµηλά εισοδήµατα.

 

Πώς εντάσσεται το µέτρο της επιδότησης καυσίµων στην πολιτική φορολόγησης των αγροτικών εισοδηµάτων;

Γενικά, η επιδότηση ενός µέσου παραγωγής οδηγεί στη µεροληπτική επιλογή του επιδοτούµενου µέσου σε βάρος των µη επιδοτούµενων (λιπάσµατα, φυτοφάρµακα, ζωοτροφές κ.λπ.) ενώ ταυτόχρονα, λόγω της δαπάνης που συνεπάγεται, δηµιουργεί πιέσεις για την παραπέρα αύξηση της άµεσης φορολόγησης των εισοδηµάτων µε στόχο τη συγκέντρωση των απαραίτητων πόρων. Όταν ο στόχος είναι η αύξηση των εσόδων, δεν ενδείκνυται η εφαρµογή, παράλληλα, του µέτρου της επιδότησης πετρελαίου για αγροτική χρήση µαζί µε αυτό της άµεσης φορολόγησης του εισοδήµατος γιατί είναι διοικητικά αναποτελεσµατικό (υψηλό διοικητικό κόστος) και αφετέρου προκαλεί στρεβλώσεις. Οι στρεβλώσεις απορρέουν από το γεγονός ότι, µε τεχνητό τρόπο, το επιδοτούµενο µέσο παραγωγής καθίσταται ελκυστικότερο και φαινοµενικά ανταγωνιστικότερο των υπολοίπων. Η αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση και η εξοµοίωσή του µε το φόρο του πετρελαίου κίνησης, όπως προβλέπεται στο µνηµόνιο, ισοδυναµεί µε κατάργηση της επιδότησης. Ο απλός µετριασµός της άµεσης φορολογίας σε συνδυασµό µε την αποφυγή της εφαρµογής του µέτρου της επιδότησης των καυσίµων θα συνιστούσε µια πιο αποτελεσµατική πολιτική ενώ θα οδηγούσε σε ένα κοινωνικά δικαιότερο αποτέλεσµα.

Είναι εφικτός ο προσδιορισµός του πραγµατικού συνολικού εισοδήµατος των αγροτών;

Σύµφωνα µε νόµο του 2010 όπως τροποποιήθηκε το 2014, επαγγελµατίας αγρότης είναι όποιος έχει δικαίωµα εγγραφής στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκµεταλλεύσεων, εφόσον είναι κάτοχος αγροτικής εκµετάλλευσης, ασχολείται επαγγελµατικά µε αγροτική δραστηριότητα στην εκµετάλλευση τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του, εξασφαλίζει από την απασχόλησή του σε αγροτική δραστηριότητα το 35% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήµατός του και είναι ασφαλισµένος στον ΟΓΑ. Όµως, στην κατηγορία των επαγγελµατιών αγροτών βρίσκεται ενσωµατωµένο και ένα µάλλον σηµαντικό τµήµα πολιτών που ενώ δεν εξασφαλίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις επωφελείται από τις ευνοϊκές για τους αγρότες φορολογικές ρυθµίσεις. Ο πραγµατικός αριθµός αυτών των πολιτών δεν είναι γνωστός. Περιλαµβάνονται µεταξύ των µελών αυτής της κατηγορίας πολλοί που έχουν εκχωρήσει καλλιεργήσιµη γη σε αγρότες έναντι ενοικίου η/και ή διατηρούν κάποια απασχόληση που δεν δηλώνουν. Ορισµένοι µπορεί να έχουν παύσει να διαµένουν σε αγροτικές περιοχές έχοντας µετοικήσει σε αστικά κέντρα διατηρώντας τα προνόµιά τους ως προς τη φορολογική πολιτική που εφαρµόζεται γι’ αυτούς αφού έχουν διασφαλίσει τον χαρακτηρισµό του αγρότη.

Καθιστώντας τις προϋποθέσεις ένταξης στην κατηγορία των «επαγγελµατιών αγροτών» πιο αυστηρές µε γραµµικές αυξήσεις του χρόνου που αντιστοιχεί σε απασχόληση σε αγροτική δραστηριότητα ως ποσοστό του συνολικού χρόνου εργασίας (π.χ. από 30% σε 40%) ή του εισοδήµατος που προέρχεται από δραστηριότητα στην αγροτική εκµετάλλευση ως ποσοστό του συνολικού ετήσιου εισοδήµατός του (π.χ. από 35% σε 50%), µε άγνωστα τα πραγµατικά δεδοµένα, δεν αποκαλύπτονται τα πραγµατικά εισοδήµατα, δεν εξασφαλίζεται η διαφάνεια, η αντικειµενικότητα και η δικαιοσύνη. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι αγρότες που διαχειρίζονται µεγάλες, δυναµικές και εύρωστες εκµεταλλεύσεις απασχολούνται αποκλειστικά στην εκµετάλλευσή τους, δεν έχουν άλλη σηµαντική απασχόληση και εξασφαλίζουν σχεδόν το σύνολο του εισοδήµατός τους από αυτή. Η αύξηση των παραπάνω ποσοστών δεν τους επηρεάζει.

Ενόψει της νέας αναθεώρησης της φορολογικής πολιτικής για τους αγρότες απαιτείται να γίνει κατανοητό ότι οι πληροφορίες και τα στοιχεία για τα αγροτικά εισοδήµατα, έστω και αν προέρχονται από σοβαρές πηγές όπως είναι το ευρωπαϊκό ∆ίκτυο Γεωργικής Λογιστικής Πληροφόρησης (∆Ι.ΓΕ.Λ.Π.) δεν είναι κατάλληλα. Μια τέτοια αναθεώρηση προϋποθέτει τη συγκέντρωση αξιόπιστων στοιχείων για το συνολικό εισόδηµα των αγροτικών νοικοκυριών προκειµένου να γίνει εφικτή µια σύγκριση των εισοδηµάτων αυτών των νοικοκυριών µε τα χαµηλά εισοδήµατα πολιτών άλλων κατηγοριών που επίσης υφίστανται τις συνέπειες της οικονοµικής κρίσης. Όµως τα στοιχεία αυτά δεν προσφέρονται εφόσον δεν έχει επιδειχθεί η αναγκαία σπουδή από τις υπηρεσίες της ΕΕ για να συγκεντρωθούν. Όσο τα στοιχεία αυτά δεν γίνονται διαθέσιµα, οι σχεδιαστές της φορολογικής πολιτικής οφείλουν να ακολουθήσουν άλλες κατευθύνσεις αποφεύγοντας απλουστευτικές και µεροληπτικές επιλογές που βασίζονται σε στοιχεία που δεν απεικονίζουν την πραγµατικότητα.

Ποιες µπορεί να είναι οι κατευθύνσεις πολιτικής;


Η φορολογική πολιτική διαδραµατίζει ρόλο αναδιανεµητικό και κοινωνικό ενώ επηρεάζει καθοριστικά το χαρακτήρα και το περιεχόµενο της ανάπτυξης. Οι φορολογικές επιβαρύνσεις (αντικίνητρα) επηρεάζουν το ρυθµό παύσης της γεωργικής δραστηριότητας και εξόδου από τη γεωργία αλλά και το ρυθµό εισόδου και εγκατάστασης αγροτών.

Όταν η φορολόγηση αυξάνεται και τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών στενεύουν, το µέτρο οδηγεί σε συρρίκνωση της προσφοράς. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις (κίνητρα) έχουν το αντίθετο αποτέλεσµα.

 Ο ουσιαστικός µετριασµός της φορολογικής επιβάρυνσης ή ακόµα και η απαλλαγή από τη φορολόγηση αγροτών στις ορεινές και αποµακρυσµένες νησιωτικές περιοχές της χώρας και γενικά στις περιοχές µε φυσικά µειονεκτήµατα θα µπορούσε να αποτελέσει κεντρικό στοιχείο της φορολογικής πολιτικής µε την προϋπόθεση, φυσικά, ότι αυτό το µέτρο εντάσσεται αρµονικά στην εθνική στρατηγική για τη γεωργία. Σε αυτές τις περιοχές υπάγεται περισσότερο από το 50% περίπου της καλλιεργούµενης έκτασης της χώρας και απασχολείται περίπου το 60% του συνόλου των απασχολουµένων στον πρωτογενή τοµέα. Η γεωργία είναι κεντρική δραστηριότητα, οι αγρότες λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον και διαχειρίζονται µικρής κλίµακας αγροτικές εκµεταλλεύσεις. Η παραγωγικότητα είναι σχεδόν στο επίπεδο του 50% από αυτή των αντίστοιχων εκµεταλλεύσεων στις υπόλοιπες περιοχές ενώ οι δυνάµεις που εξωθούν στην εγκατάλειψη είναι πολύ ισχυρές.

Η φορολογική πολιτική για τους αγρότες πρέπει να συµβαδίζει µε την πολιτική ανάπτυξης του αγροτικού τοµέα της χώρας. Στο πρόσφατο τρίτο µνηµόνιο γίνεται αναφορά για την ανάγκη διαµόρφωσης µιας τέτοιας στρατηγικής και την καθιστά υποχρεωτική. Συγκεκριµένα, αναφέρεται ρητά ότι στον αγροτικό τοµέα οι ελληνικές αρχές έχουν δεσµευθεί να υιοθετήσουν έως τον ∆εκέµβριο του 2015 µια στρατηγική βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να στοχεύει, µεταξύ άλλων στη βελτίωση των συνθηκών διάθεσης των αγροτικών προϊόντων στην αγορά, στην διευκόλυνση της πρόσβασης των καταναλωτών σε αυτά τα προϊόντα, στην ανάληψη µιας εθνικής πρωτοβουλίας για την προώθηση και διαχείριση των δικτύων εξαγωγών, στην ανάπτυξη της συλλογικής δράσης και, το κυριότερο, στην ενθάρρυνση διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων που ενισχύουν τους νέους και δραστήριους αγρότες.

Απαιτείται εξειδίκευση κατάλληλων και ρεαλιστικών κινήτρων και αντικινήτρων για την επίτευξη αυτών των στόχων. Για παράδειγµα, η φορολογική πολιτική, κατάλληλα προσαρµοσµένη, µπορεί να συµβάλει στον απεγκλωβισµό παραγωγών που επιδιώκουν να απαλλαγούν από το άδικο περιβάλλον ανταγωνισµού που οφείλεται στον χαρακτήρα των προϊόντων που παράγουν. Οι παραγωγοί αυτοί εξαρτώνται από τις επιχειρήσεις µεταποίησης και εµπορίας παραµένοντας αδύναµοι αποδέκτες των τιµών που τους προσφέρει το βιοµηχανικό αγροδιατροφικό σύστηµα εφόσον δεν έχουν οι ίδιοι άµεση πρόσβαση σε αγορές για την απευθείας διάθεση των προϊόντων τους στον καταναλωτή. Πρόκειται για παραγωγούς που δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα στις πιο παραγωγικές περιοχές της χώρας όπου κυριαρχούν εκµεταλλεύσεις σχετικά µεγάλης κλίµακας µε παραγωγή προσανατολισµένη σε βασικά, οµοιογενή προϊόντα, χωρίς ειδικά χαρακτηριστικά, για τα οποία κάθε µονάδα όγκου (ή βάρους) είναι ακριβώς η ίδια µε κάθε άλλη (commodities). Για τα προϊόντα αυτά, οι παραγωγοί είναι «αποδέκτες τιµών». Η επιδίωξη του κέρδους και εφόσον η τιµή του προϊόντος είναι συγκεκριµένη και ενιαία επιχειρείται αποκλειστικά µε κατάλληλες προσαρµογές στη χρήση των µέσων παραγωγής µε στόχο την περιστολή των δαπανών και τη συµπίεση του κόστους. ∆υνατότητα εξασφάλισης υψηλότερης τιµής για προϊόντα µε τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν υπάρχει.

 

Οι παραγωγικές περιοχές


Η κοινή πολιτική ενισχύει κυρίως τις εκµεταλλεύσεις µεγαλύτερης κλίµακας που βρίσκονται στις «παραγωγικές» περιοχές. Με στόχο την αύξηση των δηµοσίων εσόδων οι εθνικοί κανόνες φορολόγησης θα µπορούσαν να αποτελέσουν εργαλείο εξισορρόπησης. Η εξισορρόπηση αυτή µπορεί να επιτευχθεί µε την απαλλαγή κατηγοριών αγροτών από τη φορολογία, όπως για παράδειγµα αυτών που βρίσκονται στις ορεινές, νησιωτικές και λιγότερο αναπτυγµένες περιοχές µε παράλληλη σχετική επιβάρυνση των αγροτικών εκµεταλλεύσεων µεγάλης κλίµακας των παραγωγικών περιοχών όταν αυτές παρουσιάζουν υψηλά περιθώρια κέρδους βάσει του υπολογισµού εσόδων - εξόδων.

Μια τέτοια πολιτική θα συνιστούσε τόνωση στην προσπάθεια αξιοποίησης των κύριων συγκριτικών πλεονεκτηµάτων της ελληνικής γεωργίας όπως είναι η διαφοροποίηση των προϊόντων µε ανάδειξη ειδικών χαρακτηριστικών που απορρέουν από τη γεωγραφική τοποθεσία, το µικροκλίµα την ιστορία και τον πολιτισµό που ενσωµατώνουν. Οι παραγωγοί προϊόντων µε ειδικά χαρακτηριστικά δεν υποχρεούνται να αποδεχθούν διαµορφωµένες τιµές αλλά είναι σε θέση να διεκδικήσουν διαφορετικές και υψηλές τιµές στην αγορά. Με κατάλληλα σχεδιασµένες φορολογικές ελαφρύνσεις οι παραγωγοί αυτών των προϊόντων µπορούν να έχουν µια σηµαντική στήριξη. Φυσικά η µετατόπιση του κέντρου βάρους από το ένα σύστηµα παραγωγής στο άλλο, διατηρώντας τον µεικτό χαρακτήρα της παραγωγής, απαιτεί επένδυση σε γνώση και δεξιότητες.

Για λόγους σχετικής πληρότητας ας αναφερθεί εδώ ότι η φορολόγηση της γεωργικής γης – σε αντιδιαστολή µε φορολόγηση που είναι συνδεδεµένη µε το γεωργικό εισόδηµα άρα µε το ύψος και το είδος της παραγωγής - προτιµάται από τους ειδικούς γιατί συνιστά έναν κατ’ αποκοπή φόρο που δεν επηρεάζει τις αποφάσεις των παραγωγών στον βαθµό που τις επηρεάζει η άµεσα συνδεδεµένη µε την παραγωγή φορολόγηση. Κατά τον προσδιορισµό του κατ’ αποκοπή φόρου είναι απαραίτητη η ρεαλιστική εκτίµηση της αξίας της γης. Ένας ενιαίος φόρος, ο ίδιος για κάθε µονάδα επιφανείας ανεξάρτητα από την ποιότητα της γης, θα συνιστούσε άδικη φορολόγηση.

Και µια αναφορά που φαινοµενικά δεν σχετίζεται µε το θέµα της φορολόγησης των αγροτών αλλά έχει σηµασία για τα δηµόσια έσοδα:

Κατά το διάστηµα 1999 – 2007 υπήρξαν πολλές δηµοσιονοµικές διορθώσεις – καταλογισµοί για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και για αντικανονική εφαρµογή της ΚΑΠ από τα κράτη µέλη. Η Ελλάδα κατέλαβε την πρώτη θέση µε καταλογισµούς ύψους σχεδόν ενός δισεκατοµµυρίου ευρώ. Τα ποσά αυτά, όταν δεν επιστρέφονται από αυτούς που τα εισέπραξαν παράτυπα, επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισµό. Για την περίοδο 2007 – 2013 τα αντίστοιχα ποσά που κλήθηκε να καταβάλει η χώρα εξαιτίας της κακής διαχείρισης των κοινοτικών πόρων ήταν περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Μήπως µετά από την επιβεβληµένη συµµόρφωση µε τους κανόνες για την ορθή εφαρµογή της κοινής πολιτικής τέτοια ποσά θα µπορούσαν να αποτελέσουν µέρος της προσδοκώµενης αύξησης εσόδων για το δηµόσιο; Πρέπει να αλλάξουν οι αντιλήψεις για τον τρόπο που γίνεται η διαχείριση µιας αγροτικής εκµετάλλευσης. Αυτή η προσαρµογή είναι απαραίτητη και καθοριστική για την µελλοντική επιτυχία και την πρόοδο.

 

 

1 ΣΧΟΛΙΑ

05/11/2015 / 09:45ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Σχετικά με τον διαχωρισμό των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών έχω να πω ότι οι πιο πολλοί από τους μη καθαρά αγρότες κάνουν πολύ πιο υπεύθυνη εργασία και αρκετά πιο καθαρή παραγωγή.Για τον Ο.Γ.Α έχω να πω ότι αν δεν βάλουν στο σύστημα όλους όσους θέλουν να ασφαλιστούν σε αυτόν εφ όσων κατέχουν αγροτική παραγωγή,θα είναι πάντα ελειματικός.

ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ