BACK TO
TOP
Σιτηρά - Ρύζι

Σε ετήσιες αγορές σκληρού σίτου 120.000 τόνων εντός διετίας στοχεύει η ΜΑΚΒΕΛ

Στον μεγαλύτερο, μεμονωμένο, πελάτη στην εγχώρια αγορά σκληρού σίτου έχει εξελιχθεί η βιομηχανία ζυμαρικών «Μάκβελ – Eurimac», με τις ετήσιες αγορές αμιγώς ελληνικής πρώτης ύλης, να ξεπερνούν, ήδη, τους 100.000 τόνους, στηρίζοντας έμπρακτα την καλλιέργεια στη χώρα.

IMG_1198

Λεωνίδας Λιάμης

122
0

Στην επόμενη διετία, μάλιστα, με τις νέες επενδύσεις, που ολοκληρώνει η επιχείρηση, για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητάς της, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στη σταθερά αυξανόμενη ζήτηση, που καταγράφεται εντός και εκτός συνόρων, για τα προϊόντα της, οι ετήσιες αγορές σκληρού σίτου αναμένεται να φτάσουν τους 120.000 τόνους.

Τις σχετικές αναφορές, για το αποτύπωμα που αφήνει η ελληνοϊταλικών συμφερόντων επιχείρηση στον εγχώριο πρωτογενή τομέα, έκανε ο CEO της «Μάκβελ – Eurimac», Οδυσσέας Παπαδόπουλος, κατά τη διάρκεια γεύματος εργασίας με εκπροσώπους του Τύπου, που οργανώθηκε την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την έναρξη μετοχικής συνεργασίας με την ιταλική Euricom.

Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda


Για την εξασφάλιση των συγκεκριμένων όγκων πρώτης ύλης η «Μάκβελ – Eurimac» συνεργάζεται σε σταθερή βάση με περισσότερους από 500 παραγωγούς σε πολλά σημεία της Ελλάδας, αλλά κυρίως στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, αλλά και στη Θράκη, όπου υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις με καλλιέργειες σκληρού σιταριού.

«Οι τιμές με τις οποίες γίνονται οι προμήθειες είναι οι τρέχουσες, κάθε φορά, της αγοράς», επισήμανε ο κ. Παπαδόπουλος, ενώ ο πρόεδρος της εταιρείας Σταύρος Κωνσταντινίδης έσπευσε να προσθέσει πως «μπορεί να μην δίνουμε κάτι παραπάνω στην τιμή, ωστόσο η εξόφληση γίνεται άμεσα, την ώρα που θα παραλάβουμε την παραγωγή, χωρίς επιταγές ή άλλες καθυστερήσεις και επιπλέον όποτε μας ζητηθεί, τους παρέχουμε και προκαταβολές για να τους διευκολύνουμε σε υποχρεώσεις τους».

Αυτή την περίοδο τα αποθέματα σκληρού σίτου της «Μάκβελ–Eurimac» κινούνται στους περίπου 45.000 τόνους και αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της παραγωγής για σχεδόν πέντε μήνες. «Φροντίζουμε πάντα να έχουμε διασφαλισμένη πρώτη ύλη για ένα ικανό χρονικό διάστημα», τόνισε ο κ. Παπαδόπουλος, ενώ σε ερώτημα του Agronews για τις τάσεις της διεθνούς αγοράς στους προσεχείς μήνες, είπε πως υπάρχουν πολλά αποθέματα στην παγκόσμια αγορά σκληρού σταριού και εκτίμησε ότι πιθανότατα θα υπάρξει πίεση στις τιμές του προϊόντος.

Ως προς την παραγωγή ζυμαρικών της επιχείρησης ο κ. Παπαδόπουλος αποκάλυψε πως από τους περίπου 76.000 τόνους του 2024, αναμένεται τη διετία 2026-2027 να προσεγγίσει τους 85.000 τόνους, καθώς εδώ και λίγο καιρό τέθηκε σε λειτουργία η 7η καινούρια γραμμή παραγωγής που προσθέτει 16% στη δυναμικότητα του εργοστασίου.

«Η εγχώρια αγορά ζυμαρικών κυμαίνεται ετησίως σε περίπου 105.000 – 110.000 τόνους, εκ των οποίων οι σχεδόν 30.000 τόνοι καλύπτονται από δικά μας προϊόντα, τόσο με το brand Μάκβελ (σ.σ. είναι το 9%), όσο και κυρίως με κωδικούς ιδιωτικής ετικέτας, ενώ από τους περίπου 80.000 τόνους ζυμαρικών που εξάγονται συνολικά από την Ελλάδα, οι 40.000 τόνοι είναι δική μας παραγωγή, από το εργοστάσιό μας στο Κιλκίς, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις θέσεις εργασίας (σ. σ. το 97% του προσωπικού από την περιοχή) και την τοπική οικονομία», σημείωσε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, προσθέτοντας πως η εξαγωγική παρουσία της εταιρείας είναι σε 60 χώρες του κόσμου και η στρατηγική της βασίζεται στο τρίπτυχο εξωστρέφεια, καινοτομία και βιωσιμότητα.

Συνολικά η μονάδα παράγει σήμερα πάνω από 125 κωδικούς προϊόντων (επώνυμους και ιδιωτικής ετικέτας), από τους οποίους, σε ό,τι αφορά στη Μάκβελ, οι τέσσερις πιο πρόσφατοι ανήκουν στην κατηγορία των ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, στους οποίους πρόκειται να  προστεθούν δύο ακόμη (φουζίνι και σπαγγέτι Ν10) εντός Φεβρουαρίου το ένα και το Μάρτιο το δεύτερο, ενώ σε εργαστηριακό επίπεδο είναι και το κοφτό μακαρονάκι, αλλά αυτό θα αργήσει να κυκλοφορήσει. «Για την ώρα τα συγκεκριμένα προϊόντα αποτελούν μικρό ποσοστό, κάτω από 1% των πωλήσεών μας, αλλά δείχνει πως έχει δυναμική και στόχος μας είναι να πιάσει τους 1.000 – 2.000 τόνους ετησίως σε μια τριετία», υπογράμμισε ο Σταύρος Κωνσταντινίδης.

Όσον αφορά στον επενδυτικό τομέα, η «Μάκβελ–Eurimac» από το 2020 έως και 2025 ολοκλήρωσε παρεμβάσεις σε νέες γραμμές παραγωγής, σε αποθηκευτικούς χώρους, σε αγορές γης, σε κυβερνοασφάλεια, πρότυπα EFG και πυρασφάλεια, συνολικού ύψους 23 εκατ. ευρώ και έρχονται για φέτος πρόσθετες επενδύσεις 2,5 εκατ. ευρώ, για «ουρές», που είναι σε εκκρεμότητα από το επενδυτικό των προηγούμενων ετών.

Από άποψη οικονομικών μεγεθών, τέλος, το 2024 η επιχείρηση έκλεισε με ρεκόρ όγκου πωλήσεων (σ.σ. σχεδόν 76.000 τόνους), αξίας 72,5 εκατ. ευρώ, με λειτουργικά κέρδη 13,5 εκατ. ευρώ, προ φόρων κέρδη 11,8 εκατ. ευρώ και μετά φόρων κέρδη 10,6 εκατ. ευρώ. «Για το 2025 η χρήση δεν έχει κλείσει ακόμη και δεν μπορούμε να τοποθετηθούμε. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως θα είναι λίγο χαμηλότερα από το 2024, αλλά καλύτερα από το 2023» σημείωσε ο κ. Παπαδόπουλος και καταλήγοντας πρόσθεσε πως «η κατά κεφαλήν κατανάλωση ζυμαρικών στην Ελλάδα είναι περίπου στα 11 κιλά ετησίως, επίδοση που δίνει στη χώρα μας τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη, πίσω από την Ιταλία και την 4η στον κόσμο, πίσω από Ιταλία, Βενεζουέλα, Τυνησία και μπροστά από το Περού, στην πρώτη πεντάδα διεθνώς».

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία