Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ένωση μπορεί να συμφωνήσει στην οποιαδήποτε ατζέντα, αλλά αν μπορεί να παραμείνει ενιαίο μπλοκ όταν η πίεση -γεωπολιτική, οικονομική και θεσμική- πιέζει ασφυκτικά τους ηγέτες και τις εθνικές πολιτικές και τα συμφέροντα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι νέες δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι λειτουργούν ως αυστηρή προειδοποίηση -όχι μόνο για την οικονομία, αλλά και για την ίδια την αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Λίγο μετά το Νταβός και τις επίσημες δηλώσεις των Γερμανών περί νέας τάξης πραγμάτων και Ευρώπη «δύο ταχυτήτων», ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης κάλεσε την Ένωση να ξεπεράσει τις «παλιές διαιρέσεις» και να αποφασίσει αν θέλει να μείνει «μια απλή μεγάλη αγορά» ή να γίνει «πραγματική δύναμη» σε έναν κόσμο όπου ΗΠΑ και Κίνα ορίζουν τους κανόνες.
Ο Ντράγκι επέμεινε στην ανάγκη για έναν «ρεαλιστικό φεντεραλισμό» -βήματα που μπορούν να γίνουν άμεσα, με τους πρόθυμους εταίρους και στους τομείς όπου υπάρχει σήμερα δυνατότητα προόδου- αλλά με καθαρό τελικό προορισμό: κοινή ισχύ σε άμυνα, εξωτερική πολιτική και δημοσιονομική ικανότητα.
Προειδοποίησε ότι μεμονωμένα τα περισσότερα κράτη-μέλη «δεν είναι ούτε καν μεσαίες δυνάμεις» και ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζεται διεθνώς ως ένα ανομοιογενές σύνολο που μπορεί να «διαιρεθεί και να μεταχειριστεί αναλόγως», κυρίως από τις μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα νέα δεδομένα που έφερε η επανεκλογή Τραμπ στον Λευκό Οίκο, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ μιλούν πλέον ανοιχτά για το πώς ο ευρωπαϊκός πολιτικός κατακερματισμός εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, ενώ την ίδια στιγμή η Κίνα ελέγχει κρίσιμους κρίκους των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και είναι έτοιμη να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα ακόμη περισσότερο.
Και εδώ βρίσκεται η ευρωπαϊκή αντίφαση που καίει παραμονές της Συνόδου: από τη μία πλευρά, οι Βρυξέλλες ανέθεσαν στον Μάριο Ντραγκι- ίσως τον μοναδικό Ευρωπαίο αξιωματούχο που φοβούνται οι αγορές - να γράψει την «πυξίδα» για την ανταγωνιστικότητα και το μέλλον της ευρωπαϊκής ισχύς.
Από την άλλη, τώρα η ΕΕ δείχνει να μην ακούει τις προειδοποιήσεις του όταν αυτές μεταφράζονται σε πολιτικό κόστος: περισσότερη κοινή κυριαρχία, περισσότερη κοινή χρηματοδότηση, λιγότερα εθνικά βέτο στην πράξη. Έτσι, ενώ η συζήτηση για «Ευρώπη-δύναμη» υπάρχει στα χαρτιά, το φάσμα μιας Ευρώπης «δύο ταχυτήτων» επιστρέφει ως η πιο κυνική — και ίσως η πιο ρεαλιστική — εκδοχή του αύριο.
Η αυριανή Σύνοδος θα δείξει πολλά, κυρίως από τις επίσημες δηλώσεις ηγετών που μέχρι πριν από λίγες μέρες διατηρούσαν την υψηλή ρητορική περί διαχωρισμό του μπλοκ στους ισχυρούς και μη.
Η συζήτηση για μια Ευρώπη «δύο ταχυτήτων» έχει αρχίσει δειλά δειλά να περνά στο προσκήνιο, τόσο με δηλώσεις αλλά και με ενημερώσεις σε δημοσιογράφους. Διεθνή μέσα ενημέρωσης και αναλυτές καταγράφουν ότι, ενόψει των γεωπολιτικών πιέσεων και της αδυναμίας επίτευξης ομοφωνίας στους «27», η ιδέα μικρότερων ομάδων κρατών που προχωρούν ταχύτερα σε κρίσιμους τομείς, κερδίζει έδαφος.
Για παράδειγμα το πρακτορείο Reuters έχει επισημάνει ότι σε Βερολίνο και Παρίσι ενισχύεται η άποψη πως η ΕΕ χρειάζεται έναν «λειτουργικό πυρήνα» χωρών για να προχωρήσει σε αποφάσεις σε άμυνα, βιομηχανική πολιτική και ενεργειακή ασφάλεια, χωρίς να μπλοκάρεται από διαρκή βέτο. Αντίστοιχα, οι Financial Times σημειώνουν ότι η ενισχυμένη συνεργασία εμφανίζεται πλέον όχι ως εξαίρεση αλλά ως εργαλείο διακυβέρνησης, σε μια Ευρώπη που καλείται να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα σε ταχύτητα και κλίμακα αποφάσεων.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ευρωπαϊκά μέσα και think tanks καταγράφουν ότι η έννοια της «πολλαπλής ταχύτητας» συνδέεται άμεσα με την ανάγκη αποφυγής θεσμικής παράλυσης, ιδιαίτερα σε ζητήματα κοινού δανεισμού, αμυντικών δαπανών και στρατηγικών επενδύσεων.
Ωστόσο, η συζήτηση συνοδεύεται και από έντονες ανησυχίες ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να παγιώσει διαχωρισμούς μεταξύ «πυρήνα» και περιφέρειας, περιορίζοντας την επιρροή χωρών που μένουν εκτός των στενών σχημάτων λήψης αποφάσεων.
Ευρωπαίοι διπλωμάτες πάντως συγκλίνουν στο ότι το δίλημμα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει Ευρώπη «πολλών ταχυτήτων», αλλά πώς και με ποιους όρους, και αν αυτή η μετάβαση θα λειτουργήσει ως μέσο αύξησης της ευρωπαϊκής επιρροής ή ως παράγοντας περαιτέρω διάβρωσης της συνοχής της Ένωσης.
Πηγή: Euro2day.gr