Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Ιστορία

«Μην πείτε δεν ήξερα»

«Η αποστολή μου είναι να σας αφηγηθώ την ιστορία, ώστε εσείς να αποφασίσετε τι θέλετε να κάνετε», είχε αναφέρει ο Γιάννης Μπεχράκης με αφορμή το Πούλιτζερ που έλαβε το 2016 ως μέλος της ομάδας του Reuters που αποτύπωσε το προσφυγικό στην Ευρώπη. «Η αποστολή μου είναι να εξασφαλίσω ότι κανείς δεν θα μπορεί να πει: "δεν γνώριζα"». Σε Βαλκάνια, Ανατολική Ευρώπη, Τσετσενία, Σομαλία, Κόλπο, Αφγανιστάν, Λίβανο, κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης σε Αίγυπτο, Λιβύη, Τυνησία έστρεψε το βλέμμα στο σημαντικό, έκανε κλικ και στον δικό του παρά τρίχα θάνατο στη Σιέρρα Λεόνε, επέστρεψε στη βάση όταν η καθημερινότητα στην Ελλάδα έγινε "πολεμική" και παραδόθηκε στον καρκίνο σε ηλικία 58 ετών.

giannis_bexrakis

235
0

Αναφερόμενος στη ματιά και το στυλ της δουλειάς του Μπεχράκη, ο βετεράνος φωτορεπόρτερ του Reuters Γκόραν Τομάσεβιτς σχολίασε ότι για τον εκλιπόντα, πάντα το ζητούμενο «ήταν να αφηγηθεί την ιστορία με όσο πιο άρτιο, καλλιτεχνικό τρόπο ήταν δυνατόν. Δεν θα συναντήσετε κανέναν εξίσου αφοσιωμένο, τόσο εστιασμένο, κάποιον που θα θυσίαζε τα πάντα για να καταγράψει την πιο σημαντική εικόνα».


Ειδομένη 2015 / Yannis Behrakis, Reuters 

Κώστας Βαξεβάνης, koutipandoras.gr

Γιάννη, την καλύτερη φωτογραφία σου την έχω μέσα μου

«Ο Γιάννης, το τελευταίο του ταξίδι το έκανε στην τελευταία του δημοσιογραφική αποστολή, όχι προς το μοιραίο. Σε αυτά τα ταξίδια ζούσε και την αιώνια ζωή του σπαρασσόμενου κόσμου και τη δεύτερη ανομολόγητη παρουσία μέσα του. Αποχαιρέτισε πολλές φορές ο ίδιος συναδέλφους στον δικό μας ακήρυχτο πόλεμο, όπου δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ είναι ανεπιθύμητοι εχθροί και γι' αυτό γίνονται θύματα. Καμιά φορά όταν ο ένας από εμάς κινούσε πριν τον άλλο για αυτό το γαμορεπορτάζ, αστειευόμασταν μεταξύ μας με το μαύρο χιούμορ που έπρεπε να εφευρίσκουμε ίσως για να ξορκίζουμε το κακό «πρόσεχε κακομοίρη μου μην τρέχουμε σε κηδείες έχουμε και δουλειές». Δεν ξέρω αν υπάρχει δεύτερη ζωή, αλλά αν υπάρχει, αυτό το τσογλάνι, θα μας τραβάει φωτογραφία να κλαίμε στην κηδεία του. Για τόσο ανώμαλο μιλάμε.


Σιέρρα Λεόνε, 2000 /  Yannis Behrakis, Reuters 

Το 2000, είχε δημοσιεύσει η Ελευθεροτυπία, εκείνη την τρομερή φωτογραφία, όπου ο Γιάννης αυτοφωτογραφίζεται στη Σιέρα Λεόνε, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την ενέδρα που στοίχισε τη ζωή σε δύο συναδέλφους. Μόλις βρεθήκαμε τον ρώτησα «καλά είσαι ανώμαλος φωτογράφιζες τον πιθανό θάνατό σου;». Ο Γιάννης κοίταξε με αυτό το σαρδόνιο γελάκι και είπε «πας καλά ρε μαλάκα, αφού δεν υπήρχε άλλος φωτογράφος εκεί». Για τέτοιο τύπο μιλάμε.



Ήταν πάντα ο πιο ανήσυχος και κινητικός απ' όλους. Αλλά όσο θόρυβο έκανε στην προετοιμασία τόσο αόρατος γινόταν στο πεδίο. Δεν τον αντιλαμβανόσουν. Άκουγες μόνο αυτό το κλικ (αν το άκουγες κι αυτό) και μετά έβλεπες τη φωτογραφία δημοσιευμένη, ένα έργο τέχνης της σκληρής πραγματικότητας. Σε έκανε να ζηλεύεις που αυτό που κατέγραφε δεν είχες τα λόγια να το αποδώσεις, αλλά κυρίως πως δεν το είχες δει εσύ. Αυτή την συνεχή ομίχλη εικόνας στην οποία ζούσε ο Γιάννης και έφτανε να ανοιγοκλείσει το μάτι και το κλείστρο του για να αποτυπώσει αυτό που εσύ κοιτούσες αλλά δεν έβλεπες.



Ο Γιάννης ήταν μια μεγάλη μορφή. Δεν έκανε παραχωρήσεις για να γίνει σπουδαίος, δεν έγινε δήθεν για να γίνει αποδεκτός. Έπαιρνε τη μηχανή και έτρεχε μέχρι που αποφάσιζε να επιστρέψει. Είχε πραγματικό θάρρος και θυελώδη αγάπη γι' αυτό που έκανε. Ο Βασίλης Τριανταφύλλου (άλλη μεγάλη μορφή του άγνωστου πολέμου) τον είχε πει κάποτε παράφορο καλλιτέχνη και είχε απόλυτο δίκιο. (…) Ο Γιάννης έχει περπατήσει και έχει κοιτάξει κατάματα, όλη τη σύγχρονη ιστορία των τελευταίων τριάντα χρόνων. Πολλοί την αναγνωρίζουν επειδή τη φωτογράφισε ο Γιάννης. Στη Βοσνία, στο Ιράν, στο Ιράκ, το Κόσσοβο, στη Σιέρα Λεόνε, στο, στο, στο, όπου υπήρχαν άνθρωποι και σκότωναν ή πονούσαν. (…)


Γιουγκοσλαβία, 1998  /  Yannis Behrakis, Reuters 

Ο Γιάννης ήταν παρών στα πρώτα μου βήματα στο πολεμικό ρεπορτάζ, (όπως και ο Γιώργος Γεωργιάδης που έφυγε κι αυτός με τον ίδιο άθλιο τρόπο) ως μεγαλύτερος που είχε προηγηθεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόλεμο και ιστορία πολέμου που να μην είναι μέσα ο Γιάννης αεικίνητος, επίμονος και απαιτητικός. Δεν έχει νόημα να πω ιστορίες σαν εκείνους τους γέρους που παροπλίστηκαν και αναπολούν, αλλά υπάρχουν ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν και ίσως κάποια στιγμή εμείς οι άλλοι τις γράψουμε.


σύνορα με Βόρεια Μακεδονία, 2015  /  Yannis Behrakis, Reuters 

Θέλω να γράψω μόνο δύο περιστατικά. Ήταν και τα δύο ένα χρόνο πριν από το ξεκίνημα του πολέμου στο Κόσσοβο, το 1998 όταν με τον Γιάννη, τον Βασίλη Τριανταφύλλου και τον Στάμο Προύσαλη είχαμε καταλύσει στη Βόρεια Αλβανία και καταγράφαμε τον ακήρυχτο πόλεμο με τους πρόσφυγες να καταφθάνουν διωγμένοι από τους σέρβους παρακρατικούς. Ο Γιάννης είχε πάρει το νέο του λάπτοπ το οποίο συνδεόταν με το δορυφορικό τηλέφωνο και μπορούσε με ένα πρωτόγονο τότε σκάνερ να σκανάρει και να στέλνει τα σλάιντς απευθείας στο Reuters. Αυτό το απόκτημα λοιπόν που καυχιόταν ο Γιάννης πως στέλνει φωτογραφίες χωρίς να χρειάζεται να τις στείλουμε με κάποιο αγγελιοφόρο, εγώ το έριξα κάτω. Ο Γιάννης τρελάθηκε, υποσχέθηκε πως αν είχε χαλάσει θα με σκότωνε ή θα με έστελνε στον UCK και εγώ τον πίστεψα έτσι εκτός εαυτού που ήταν. Ευτυχώς λίγο αργότερα έστελνε τις εξαιρετικές του φωτογραφίες από το λάπτοπ την ώρα που εγώ έπινα ένα καφάσι μπύρες για να συνέλθω.

Η δεύτερη ιστορία είναι αυτή με την οποία θα θυμάμαι τον Γιάννη, αν και υπάρχουν πολλές άλλες επικίνδυνες και συγκλονιστικές. Εκατοντάδες πρόσφυγες περπατάνε στις πράσινες εκτάσεις στο Μπαγιαμτσούρ της Βόρειας Αλβανίας και σταματάνε σε ένα συρματόπλεγμα που μπαίνει εμπόδιο. Ο Γιάννης φωτογραφίζει συνεπαρμένος με μανία μέχρι που φτάνουν στο συρματόπλεγμα δύο οικογένειες με μωρά. Ο Γιάννης απομακρύνει τη φωτογραφική μηχανή από το μάτι για να δει την πραγματική εικόνα, την αφήνει να πέσει στο στήθος του, ορμάει στο συρματόπλεγμα και αρχίζει να περνάει τα παιδιά απ' την άλλη πλευρά. Με την ίδια μανία που φωτογράφιζε.

Ξέρω πως δεν υπάρχει χαιρετισμός και πως όλα αυτά εν πάση περιπτώσει μπορούν να γίνουν επικίνδυνα μελό και πρωτίστως να αδικήσουν αυτόν που έφυγε. Το «γεια» λοιπόν είναι τυπικό και μάλλον και λίγο ενοχικό για τα «γεια» που δεν είπαμε τα τελευταία χρόνια παρασυρμένοι από την κωλοδουλειά που τελικώς μας σκοτώνει. Γειά σου ρε φίλε. Τη δική σου φωτογραφία, αυτή που τράβηξα εγώ, την έχω μέσα μου. Την καλύτερη. Γειά σου.»

Τίνα Μανδηλαρά, lifo.gr

Γιάννη, ο θάνατος σε ξεγέλασε αλλά είσαι ακόμα εδώ

«Τον θυμάμαι πάντα να μιλάει με χειρονομίες και όρθιος αφού δεν μπορούσε ποτέ να κάτσει σε ένα μέρος πάνω από μισή ώρα. Να γελάει τρανταχτά και με ένα γέλιο που ρουφούσε κάθε υπόλοιπο αμφιβολίας, σαν να ήταν το τελευταίο του, να θυμώνει το ίδιο έντονα, να κοιτάει μόνο στα μάτια και να αντιμετωπίζει ο,τιδήποτε τελευταίο και ασήμαντο σαν να ήταν η ψηφίδα που θα συμπλήρωνε ιδανικά τον κόσμο. Με ένα φαρδύ παντελόνι που είχε πάντα πολλές τσέπες-κατάλοιπο ίσως από τα πολεμικά μέτωπα-και ένα tshirt αγορασμένο από κάποια μακρινή περιοχή της Ανατολής ή το Portobello του Λονδίνου τις εποχές που ήταν ροκάς έδινε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμος να φύγει και πάλι για κάπου μακριά. Δεν γινόταν αλλιώς.


Σομαλία /  Yannis Behrakis, Reuters 

"Με χρειάζονται" έλεγε εννοώντας πάντα κάποιον που έπασχε σε κάποιο γειτονικό μέτωπο, στις ελληνικές θάλασσες ή στην Αδριατική όπου έφευγε πέρυσι, παραμονές Χριστουγέννων, ταξιδεύοντας σε ένα πλοίο που μετέφερε πρόσφυγες. Το ίδιο έκανε και εδώ την εποχή που το ίντερνετ γέμιζε από φωτογραφίες από τη Λέσβο, τον Πειραιά, τη Χίο: ο Γιάννης δεν πήγαινε για να απαθανατίσει στιγμές απελπισίας αλλά να συμπαρασταθεί στους ξεριζωμένους. "Δεν με ενδιαφέρει να αποκαλύψω με τη φωτογραφία μου αλλά να δω βαθιά την ψυχή του ανθρώπου. Να βοηθήσω όσο μπορώ, και όπως μπορώ" έλεγε και όχι θεωρητικά. (…) Αλλά και πάλι ο Γιάννης μερίμνησε ώστε το όνομα του στο βραβείο να συνοδεύεται από εκείνα των συναδέλφων του στο Reuters, Αλέξανδρο Αβραμίδη και Άλκη Κωνσταντινίδη.


Yannis Behrakis, Reuters 

Ήταν πάντα σεμνός και δίκαιος και η αδικία ήταν το μόνο που μπορούσε να τον εξαγριώσει πραγματικά. Δεν ήθελε να υποφέρουν οι αδύναμοι ή να περιθωριοποιούνται οι ικανοί. Το είχε μάθει από τον στρατιωτικό πατέρα του ο οποίος τον έπεισε από μικρό να μη φοβάται τα όπλα - "το οποίο έχει δικαίωμα στη ζωή γι' αυτό πρέπει να το σέβεσαι"και τα πεδία μάχης. "Στην αρχή νιώθεις να κόβονται τα γόνατα σου, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά μετά αποκτάς μια δύναμη που ξεπερνάει κάθε μέτρο», μου έλεγε όταν τον ρωτούσα πώς αντιμετώπιζε τον φόβο μπροστά στον θάνατο.

Τον είχε δει άλλωστε κατάματα όταν σε μια φονική ενέδρα το 2000 στη Σιέρα Λεόνε βρέθηκε ανάμεσα σε πυρά και σε δευτερόλεπτα κείτονταν νεκροί δίπλα του στο τζιπ ο στενός του φίλος Αμερικανός ρεπόρτερ Κερτ Σορκ-του οποίου τη φωτογραφία είχε πάντα στο δωμάτιο του και ο Ισπανός καμεραμάν Μορένο ντε Μόρα του Associated Press καθώς και τέσσερις από τους δέκα στρατιώτες που τους συνόδευαν. Εκείνος κατάφερε να ξεφύγει τρέχοντας προς το δάσος, χωρίς καμία ένδειξη προσανατολισμού και όταν κάποια στιγμή βγήκε προς το άγνωστο, κατάφερε να τραβήξει μια φωτογραφία, προτού καν επινοηθούν οι σέλφι. Νόμιζε πως ήταν η τελευταία του.


άμαχοι στο Ιράκ υπό το βλέμμα Βρετανού στρατιώτη  /  Yannis Behrakis, Reuters 

Ακολούθησαν μια σειρά από πολεμικά μέτωπα ενώ είχαν προηγηθεί μια σειρά από πεδία μάχης όπου θα μπορούσε να ήταν νεκρός ο ίδιος. Μου έλεγε με τι δαιμόνιο τρόπο κατάφερε να ξεγελάσει τις αρχές του Ιράν για να μεταφέρει το φωτογραφικό του εξοπλισμό για να καλύψει την κηδεία του Χομεϊνί, ένα γεγονός που τον έφερε στην πρώτη γραμμή ως φωτορεπόρτερ. Έζησε από κοντά όλες τις αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, έμαθε τι σημαίνει Εμφύλιος παρακολουθώντας κάθε μάχη στη Γιουγκοσλαβία, βρέθηκε να ανταλλάσσει χαλασμένες κονσέρβες στην Τσετσενία όπου εγκλωβίστηκε σε ένα γκρεμισμένο πύργο γεμάτο οβίδες και πυρομαχικά, είδε πόσο κόκκινες μπορεί να είναι οι παπαρούνες στο Αφγανιστάν-"πιο κόκκινες από το αίμα".


Στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Νέας Υόρκης με τη Ρεβέκκα Μπεχράκη / Facebook  Yannis Behrakis

Πάντα έβλεπε την ανάσα του θανάτου και τη χαρά της ζωής να κρύβονται ταυτόχρονα στη γωνία. Την ώρα που μαινόταν μια μάχη στο Κόσοβο έμαθε τα νέα για τον πρόωρο ερχομό του γιου του στη ζωή από προηγούμενο γάμο ενώ αγκαλιά με την κόρη του Ρεβέκκα που δεν είχε καν χρονίσει και τη γυναίκα του την Ελισάβετ, η οποία τον ακολουθούσε σε κάθε νέα τρελή του εξόρμηση, μετακόμισαν το 2008 στην Ιερουσαλήμ όπου κατέλαβε τη διευθυντική θέση του φωτογραφικού τμήματος του πρακτορείου Reuters για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Δεν άντεξε τις εικόνες που με τόση ακρίβεια ο ίδιος φωτογράφιζε και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Όποτε τρελαινόταν με το αθηναϊκό χάος έφευγε για την αγαπημένη του Μάνη "στεγνή και πραγματική"όπως έλεγε ή για τα απότομα βουνά. "Καλά έκανε η μάνα μου που με αποκαλούσε "μοναχικό λύκο" μου έλεγε θυμίζοντας πως το τατουάζ στο μπράτσο του, (…) ήταν ένα τέτοιο άγριο θηρίο.

(…) O θάνατος δεν μπορεί να σταματήσει ανθρώπους σαν τον Γιάννη. Ακόμα και αν τελικά τον συνάντησε, τόσα χρόνια που τον είχε άχτι, δεν τον λύγισε. Είναι εκεί όρθιος και μας δίνει εντολές. "Να το κάνετε το πάρτι όταν φύγω, έτσι;" έλεγε πρόσφατα και δεν φοβόταν να εννοήσει πως δεν θα είναι εκεί. (…)»


Reuters 

Η ανακοίνωση της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας:

«Με οδύνη πληροφορηθήκαμε ότι έφυγε από κοντά μας ο αγαπημένος φίλος, συνάδελφος, δάσκαλος, ο πολυβραβευμένος φωτορεπόρτερ Γιάννης Μπεχράκης. Τα λόγια είναι φτωχά για να εκφράσουν το μέγεθος της απώλειας για όλους εμάς που τον ζήσαμε από κοντά. Πάντα παρών στον δρόμο, σε συρράξεις, στο προσφυγικό, πάντα εκεί όπου όλοι οι άλλοι φεύγουν και πάντα με την δικιά του μοναδική και ανεπανάληπτη ματιά. Εκφράζουμε την απέραντη θλίψη και τα θέρμα μας συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του. Φίλε Γιάννη καλό ταξίδι».


Facebook, Yannis Behrakis

Το μήνυμα της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (ΕΑΞΤ):

«Ο Γιάννης Μπεχράκης, ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους της γενιάς του, απεβίωσε χτες στην Αθήνα μετά από πάλη με τον καρκίνο. Ήταν 58 ετών. Νοιώθοντας συντριβή για τον αδόκητο θάνατό του, τα μέλη της ΕΑΞΤ εκφράζουν τα θερμά τους συλλυπητήρια στην οικογένεια, τους οικείους και τους συναδέλφους του στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, στο οποίο εργάστηκε και διακρίθηκε για περισσότερα από 30 χρόνια. Για δεκαετίες ολόκληρες λίγα ήταν τα μεγάλα πολεμικά, πολιτικά, αθλητικά και κοινωνικά γεγονότα σε ολόκληρο τον κόσμο από τα οποία απουσίασε ο Γιάννης. Το να πει κανείς ότι απλώς τα κάλυψε με τον φακό του, θα ήταν πολύ φτωχό. Με τις φωτογραφίες του σφράγισε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε τα γεγονότα - από τους πολέμους σε Αφγανιστάν και Σιέρα Λεόνε μέχρι την προσφυγική κρίση και την Αραβική Άνοιξη. Ο κατάλογος των διεθνών διακρίσεων του Γιάννη Μπεχράκη αντανακλά τόσο την ποιότητα της δουλειάς του όσο και τον προσωπικό κίνδυνο στον οποίον εξέθεσε πολλές φορές τον εαυτό του στο δημοσιογραφικό του καθήκον. Επιγραμματικά και μόνο αναφέρουμε τα βραβεία Pulitzer το 2016, World Press Photo το 2000, Bayeux-Calvados το 2002 και τον τίτλο του Φωτογράφου της Χρονιάς από την εφημερίδα Guardian το 2015. Πέρα από την πολυσχιδή και δημιουργική δουλειά του, ο Γιάννης ήταν ενεργό και δραστήριο μέλος της ΕΑΞΤ. Θα τον θυμόμαστε για πάντα. "Είμαι εκεί για να καταγράφω τις καλύτερες και τις χειρότερες πλευρές της ανθρωπότητας", είπε κάποτε. Ας μείνουν αυτά τα λόγια ως παρακαταθήκη του.
Tο ΔΣ της ΕΑΞΤ»



Ο Σταύρος Θεοδωράκης έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook:

«Τώρα έμαθα ότι ο Γιάννης Μπεχράκης πέθανε. Ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους του κόσμου πέθανε. Και δεν είναι μόνο το Πούλιτζερ. Είναι η αλήθεια της ματιάς του.
Τα πρώτα κλικ τα έκανε στους δρόμους της Αθήνας στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Εποχές που αν δεν είχες τη φωτογραφία, δεν είχες το ρεπορτάζ. Ξενύχτια πάνω από το σκάνερ που αναμετέδιδε τις συχνότητες της αστυνομίας. Ε-1 ήταν η έκρηξη. Ε-10 ήταν το πτώμα. Α-100 ο Αττικάρχης. Αποκωδικοποιούσαμε και τρέχαμε. Ο Μπεχράκης γρήγορα ξεχώρισε και έφυγε για πολέμους. Γυρνούσε, όμως, στο ρεπορτάζ και μας έλεγε ιστορίες. Μιλώ για τη δεκαετία του ’90. Και μετά, όποτε χρειαζόμασταν καμία φωτογραφία στους «Πρωταγωνιστές» μεσολαβούσε στο Reuters και την παίρναμε.
Τον ξαναείδα στη Μυτιλήνη, τότε στα μεγάλα προσφυγικά κύματα. Ζωσμένος με τις μηχανές του. Τις έπιανα στα χέρια μου με δέος. Χαμογελούσε. Ήταν πάντα λιγομίλητος. Και τώρα πέθανε.
Δεν θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα με αυτό το 2019. Πολύ αγριεμένο μπήκε. Τον Γιάννη; Στα 58 του; Εκτός αν ο παράδεισος θέλει και αυτός τον φωτορεπόρτερ του. Αχ ρε Γιάννη.»


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, koutipandoras.gr, lifo.gr / φωτογραφίες: reuters.com, theguardian.com 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία