Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Λαογραφία

Κυκλοφορεί το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη Στ' αμπέλια

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης θυμάται τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας στο χωριό Συκιά της Λακωνίας τη δεκαετία του ‘60.

azouboulabeliabiblio

61
0






Συνέντευξη του συγγραφέα στον Δημήτρη Δουλγερίδη, tanea.gr

Το χωριό που περιγράφετε – και γενικότερα η ελληνική ύπαιθρος – είναι ένα σύμπαν μνησικακίας, κουτσομπολιού, φθόνου. Η πρώτη παγίδα που έπρεπε να αποφύγετε ήταν της νοσταλγίας;

Ναι. Δεν θέλω να εξωραΐσω αυτό τον κόσμο ούτε τον νοσταλγώ. Ηταν ένας κόσμος στον οποίο μπορούσες να χάσεις τη ζωή σου για το τίποτα. Εντελώς απροστάτευτος στην παραμικρή αρρώστια. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε χάσει παιδί ή παιδιά. Κι αυτό ήταν μια κανονικότητα. Η θεία μου είχε χάσει τρία παιδιά και δεν μνημόνευε ποτέ το γεγονός. Όταν πάντως το ανέφερε, το έλεγε όπως οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στη ζωή της.

Παρ' όλα αυτά, πιστεύετε ότι για τους αναγνώστες που θα ταυτιστούν με τις εικόνες το βιβλίο θα λειτουργήσει εξωραϊστικά;

Δεν το ξέρω. Ο καθένας θα το διαβάσει με τα δικά του μάτια, αλλά νομίζω ότι προφυλάσσω το βιβλίο από τη νοσταλγική ανάγνωση. Κυρίως μ' ενδιαφέρει να αποτυπωθεί ένας κόσμος μόχθου, δυσκολιών, φτώχειας. Ένας σημερινός άνθρωπος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να καταλάβει τι ρόλο έπαιζαν γι' αυτούς τους ανθρώπους το κρασί και η χαρτοπαιξία. Στον περίκλειστο κόσμο τους, όπου κυριαρχούσε η αιώνια επανάληψη των ίδιων κινήσεων καθημερινά, δεν ήταν κάτι σαν διασκέδαση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πήγαιναν ούτε στο διπλανό χωριό – παρά μόνο για κάποιο συμπεθεριό. Η μόνη στιγμή έντασης, λοιπόν, ήταν να πιουν κρασί στην ταβέρνα και να παίξουν χαρτιά. Αυτό δεν το έκαναν κάποιοι παραβατικοί, αλλά οι κανονικοί άνθρωποι του χωριού.

Χωρίς να είναι αυτόματη η αναφορά, υπάρχει και ένας απόηχος από τον κόσμο του Παπαδιαμάντη στη δική σας μαρτυρία…

Υπάρχει, ναι. Και μάλιστα, διττά. Από τη μια, ο κόσμος της λαϊκής θρησκευτικότητας με τα ξωκκλήσια και τις παννυχίδες. Και από την άλλη, εκείνο που είχε συλλάβει με εξαιρετική ένταση ο Παπαδιαμάντης: ένας κόσμος μεγάλης κακίας και καταλαλιάς. Αυτό που λέμε ότι μπορούσαν να σκοτωθούν δύο άνθρωποι για ένα αυλάκι στο χωράφι, ίσχυε. Το είχα ζήσει.

Αναφέρετε, άλλωστε, ότι ο ίδιος δεν εξωράισε ποτέ αυτόν τον κόσμο. «Μικρόν χωρίον, μεγάλη κακίαν. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενο εβασίλευε…» υπενθυμίζετε από τους «Ελαφροΐσκιωτους».

Ακριβώς. Και είναι λάθος η ανάγνωση ότι ο Παπαδιαμάντης δείχνει τα «αγνά ήθη του ελληνικού χωριού». Δεν υπάρχει καθόλου αυτό. Αντιθέτως, υπάρχει ένας συγκλονιστικός ρεαλισμός στην αποτύπωση της υπαίθρου. Εκαναν λάθος οι αστοί θεολόγοι της δεκαετίας του 1960 που θεώρησαν ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν ο εκφραστής της ανόθευτης Ορθοδοξίας και της λαϊκής ευλάβειας. Καθώς έκαναν κριτική περί προτεσταντισμού στις χριστιανικές οργανώσεις της εποχής – που ήταν ένα κίνημα αστικού εκσυγχρονισμού -, έψαχναν την αυθεντική Ορθοδοξία. Κι έτσι κατέληξαν στον Παπαδιαμάντη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν γνώριζαν τίποτε από τη λαϊκή θρησκευτικότητα της υπαίθρου.

Επιστρέφω στο επίμετρό σας σε μια άλλη έκδοση, «Το ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» του Μπερνανός. Η καθαρίστρια λέει στο τέλος: «Γιατί να υποφέρουμε;». Ηταν ένα μοτίβο ζωής που ακουγόταν και στον κόσμο των παιδικών σας καλοκαιριών;

Κατ' αρχάς, για μένα αυτή η φράση είναι το μεγάλο ερώτημα. Και αν το σεβόμαστε ως ερώτημα, το αφήνουμε αναπάντητο. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, είχαν μια διαφορετική στάση απέναντι στα βάσανα, στον πόνο, στον θάνατο. Δεν υπήρχε εκείνη η σημερινή αυτόματη εξέγερση ενάντια στη δυστυχία. Υπήρχε μάλλον μια μορφή αγόγγυστης αποδοχής, λες και τα βάσανα ήταν μέσα στην κανονική τάξη του κόσμου. Άλλωστε τα βάσανα αυτά ήταν τόσο κοινά, δεν ήταν η άδικη μοίρα που χτυπούσε κάποιον ειδικά. Όλες οι οικογένειες ζούσαν πάνω – κάτω την ίδια φτώχεια, τις ίδιες αρρώστιες, την ίδια ξενιτιά. Σαν να ήταν «εξημερωμένη» η δυστυχία τους και μέρος της ζωής τους.

Μέσα σ' αυτό τον κόσμο πάντως πήρατε αγάπη και μια ηθική επιλογή που σας συνόδευσε αργότερα, όπως γράφετε.

Αυτό για μένα είναι το κυριότερο. Ηταν ο κόσμος της φτώχειας, που έδιωξε τα παιδιά του στα ξένα – το μεγάλο δράμα της μετανάστευσης. Ο μπάρμπας μου δανείστηκε το αντίτιμο του ναύλου όταν έφευγαν τα παιδιά του και μετά δούλευε μια ζωή για να ξεχρεώσει τον τοκογλύφο του χωριού. Γι' αυτό παλιότερα έγραψα ένα σκληρό κείμενο στη «Νέα Εστία» για τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη, που είναι η ερωτική ιστορία, πάνω στο καράβι, μιας κοπέλας που φεύγει από το χωριό της με έναν Άγγλο αστό! Αυτός ο κόσμος της στέρησης, λοιπόν, εμένα μου έδωσε αγάπη. Οπότε η ηθική επιλογή που έκανα ήταν ότι θα είμαι μαζί τους, ό,τι κι αν συμβεί. Προσέξτε: ακόμη κι αν είναι αφόρητοι – και ήταν πολύ συχνά αφόρητοι. Αυτή η επιλογή κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά με την έννοια της στράτευσης στον Ρήγα Φεραίο. Η ηθική αφετηρία αυτής της επιλογής βρισκόταν εκεί, στους φτωχούς αγρότες του χωριού. Δεν υπήρξα ποτέ μαρξιστής ούτε μ' ενδιέφερε η μαρξιστική θεωρία.

Από το βιβλίο λείπουν άλλες πολιτικές αναφορές, παρόλο που πρόκειται για μια φορτισμένη περίοδο: τη μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Ναι, δεν ήθελα αυτές τις αναφορές για να μη διαβαστεί αλλιώς. Παρόλο που ο μπάρμπας μου, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι, διηγιόταν διαρκώς ιστορίες από τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ο ξάδερφός μου από τον Εμφύλιο.

Σε μια σχεδόν χιουμοριστική αποστροφή γράφετε επίσης ότι δεν καταλαβαίνετε όσους μιλούν για τη μεσογειακή διατροφή, επειδή προφανώς δεν έχουν ζήσει σε χωριό…

Μα η πραγματική μεσογειακή διατροφή ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που λένε. Παντού τηγάνι, αλάτι, λίπος. Το τυρί για να διατηρηθεί στο τουλούμι ήταν λύσσα στο αλάτι. Τηγάνιζαν ακόμη και το κρέας για να βουτάνε στο λάδι.

Κάτι τελευταίο για τη χρήση της γλώσσας: ήταν συνειδητή επιλογή να μεταφέρετε αυτούσιες λέξεις και εκφράσεις αυτού του ξεχασμένου κόσμου;

Αυτά που διηγούμαι δεν μπορούσα να τα διηγηθώ παρά μόνο με τις λέξεις τους. Εδώ δεν μπορώ να πω αλλιώς το «χουγιάζω». Πιστεύω ότι η γλώσσα βγήκε φυσικά από τον κόσμο που περιγράφω. Και δεν ήθελα να μπει γλωσσάρι. Διαβάζω σύγχρονα πεζογραφήματα και έχω την εντύπωση ότι σε κάποια από αυτά η χρήση του τοπικού ιδιώματος είναι ψεύτικη.



Έγραψαν για το βιβλίο και τον συγγραφέα

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, lifo.gr

«… Το μόνο που ξέρω είναι ότι με συγκίνησε βαθιά γιατί εκφράζει απλά στις τελευταίες σελίδες κάτι που απασχολεί όλους όσους ζούμε την ένταση της σημερινής ζωής, αλλά όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε, στον ύπνο μας αναφαίνεται μια άλλη ζωή, η παιδική μας, απ’ την οποία τίποτα δεν επέζησε, και είναι τόσο πρωτόγονη και απομακρυσμένη πια, που μας αφήνει απορημένους το ξημέρωμα: "Εγώ που έζησα όλα αυτά τα εξαφανισμένα, ησιόδεια πράγματα, πώς ζω έτσι σήμερα σαν να ‘ναι κάτι φυσικό; Είμαι ο ίδιος, ό ΕΝΑΣ άνθρωπος; Ή ζω μία περίληψη του κόσμου;" Πρώτη φορά, βλέπω να εκφράζει κάποιος αυτό το αίσθημα της ανοιχτής βεντάλιας, έστω ακροθιγώς. Κι αυτό δίνει στην αφήγηση ένα τόνο ευεργετικής ψυχρότητας... Κάθε παιδική ανάμνηση που περιγράφεται, είναι σαν να περιγράφεται για να πείσει ο συγγραφέας τον εαυτό του ότι πράγματι την έζησε. Και βλέποντάς την γραμμένη να την αφήσει να ξεραθεί (κομμένο σύκο) πάνω στο μέταλλο του μοντέρνου κόσμου. Εξαίρετο βιβλίο, ταπεινό και αυστηρό. Γραμμένο με την πειθαρχία καλόγερου που αντιγράφει τη ζωή ενός άλλου, πιο ευτυχισμένου ανθρώπου.»


Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης είναι αυτή την εβδομάδα ο φιλοξενούμενος της LIFO στη στήλη ‘Οι Αθηναίοι’.


To απόσπασμα του βιβλίου που αναδημοσιεύει o εκδότης της LIFO

«Οι άνθρωποι της ηλικίας μου (γεννήθηκα το 1953), όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε σε κάποιο ελληνικό χωριό, έχουμε ένα τεράστιο πολιτιστικό πλεονέκτημα: γνωρίσαμε, όπως έλεγε ένας μακαρίτης πια Κύπριος φίλος, ένα χρόνο μεγαλύτερος μου, την ιστορία της ανθρωπότητας από το ησιόδειο άροτρο μέχρι το ταξίδι στο φεγγάρι. Κυριολεκτικά. Οι άνθρωποι στη Συκιά όργωναν, έσπερναν, θέριζαν, αλώνιζαν, όπως διαβάζουμε στο Έργα και Ημέραι του Ησιόδου.


Αυτός ο κόσμος έχει περάσει ανεπίστροφα, καταποντίστηκε για πάντα. Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Στα παιδιά μου είναι ακατανόητος. Αλλά και στα παιδιά που ζουν στο χωριό, τα περισσότερα από όσα γράφω εδώ είναι, όπως έχω διαπιστώσει, άγνωστα. Ούτε τους τα διηγείται κανείς ούτε κι εκείνα έχουν όρεξη να τα ακούσουν και να τα μάθουν. Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά-, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν— ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες —έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι—, δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.


Δεν με διαμόρφωσαν τα γράμματα και οι τέχνες, ό,τι είμαι το χρωστάω σε όσα έζησα, κυρίως σε όσα έζησα με την αδερφή μου. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως αναγνώρισα πολύ αργότερα. Εκείνο που τους χρωστάω κυρίως είναι ότι εκεί έχει τη ρίζα της μια ηθική επιλογή, που κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά, ότι θα είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων. Γνώρισα στη ζωή μου και συνδέθηκα φιλικά και με πλουσίους ανθρώπους. Ευγενείς, καλλιεργημένοι, με παιδεία και ενδιαφέροντα, ευαίσθητοι, ενίοτε και φιλάνθρωποι. Όσο στενά κι αν συνδέθηκα, υπήρχε πάντα κάτι, με μια δυο εξαιρέσεις, που εμπόδιζε την πλήρη ψυχική επικοινωνία. Ήμουν με τους άλλους, ακόμη και όταν ήταν αφόρητοι. Οι μια δυο εξαιρέσεις αφορούν ανθρώπους που άλλα χαρίσματά τους μείωναν κατά πολύ την αμαρτία του πλούτου. Το χρήμα δεν είναι ποτέ μόνο το χρήμα, είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου και της ζωής, που χωρίζει τους ανθρώπους με πολύ ισχυρότερο τρόπο από ό,τι άλλες διαφορές. Στα ζευγάρια, για παράδειγμα, οι κάθε λογής διαφορές -εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές, φυλετικές, πολιτιστικές- μπορούν να γεφυρωθούν, όχι εύκολα αλλά πάντως μπορούν. Η ταξική διαφορά δεν γεφυρώνεται ποτέ! Νομίζουν συχνά τα ζευγάρια, κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλο, και κυρίως ο καθένας τον εαυτό του, ότι η ταξική διαφορά δεν τους χωρίζει, ότι η αγάπη τους κατάφερε να ξεπεράσει τη δύναμη του χρήματος. Δεν γνωρίζω καμία παρόμοια περίπτωση και είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει. Επιπλέον, θεωρώ μεγάλη παράλειψη που στις εισόδους των ναών της Εκκλησίας των του Χριστού πενήτων δεν υπάρχει επιγραφή που να ορίζει από ποιο εισοδηματικό όριο και πάνω απαγορεύεται να διαβείς το κατώφλι τους.


Προσωπικά δεν γνώρισα στα παιδικά μου χρόνια τη φτώχεια. Γνώρισα τη μικροαστική στέρηση, το μέτρημα των πραγμάτων για να βγει ο μήνας και να μείνει και κάτι για αποταμίευση, όχι όμως τη φτώχεια. Δόξα τω Θεώ. Τούτη η κατάσταση της στέρησης πάντως στάθηκε κι αυτή πολύτιμη για τη ζωή μου αργότερα: μου έδωσε ένα αίσθημα περηφάνιας και υπεροχής για όσα —ελάχιστα— κατάφερα μόνος μου, απέναντι σε διάφορους βουτυρόκωλους, που τα βρήκαν όλα στρωμένα.»


Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, kathimerini.gr


«… Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, δεν είναι η πρώτη φορά που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για την ηλικία εκείνη (βλ. «Η αδερφή μου», εκδ. Πόλις, το 2012). Ο 5χρονος Ζουμπουλάκης, παρότι θα ’χει μεταναστεύσει οικογενειακώς στην Αθήνα, θα περάσει στο χωριό της Συκιάς (Λακωνία), τόπο της καταγωγής του, εννέα συνεχόμενα καλοκαίρια, μέχρι το 1967. Κάθε καλοκαίρι, για τρεις ολόκληρους μήνες, θα φιλοξενείται στα κτήματα των θείων του, σε ένα τσαρδάκι αυτοσχέδιο, σχεδόν έξω στη φύση, συμμετέχοντας σαν σε παιχνίδι σε όλη τη ζωή των χωρικών.

Επρόκειτο για μια σκληρή ζωή της βιοτής και του συνεχούς κάματου για όλα, από τις αγροτικές εργασίες μέχρι την ικανοποίηση των πιο απλών και μαζί ζωτικών καθημερινών αναγκών. Μικρά χωράφια που προορίζονταν για αυτοκατανάλωση ή πάντως για καλλιέργειες με μικρές αποδόσεις, με βάση προαιώνιες τεχνικές, δεν ήταν ικανά να εξασφαλίσουν τίποτε περισσότερο από τα στοιχειώδη για τις συνήθως πολυμελείς αυτές οικογένειες. Όλα δε απαιτούσαν μεγάλο σωματικό κόπο και πολύ χρόνο, ενώ οι άνθρωποι ήταν διαρκώς έκθετοι στις αναποδιές της φύσης, τις αρρώστιες και τους απροσδόκητους θανάτους (ιδίως των μικρών παιδιών). Είναι, φυσικά, ένας κόσμος στον οποίο δύσκολα σήμερα κάποιος κάτω των 50 ετών μπορεί να έχει αναφορές. Παρ’ όλα αυτά, από τον κόσμο αυτό που εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το ησιόδειο άροτρο και τον ομηρικό αργαλειό, δεν μας χωρίζει παρά μισός αιώνας.


Ο Ζουμπουλάκης μιλάει, βεβαίως, γι’ αυτόν τη στιγμή που φθίνει και καταρρέει. Στην Ελλάδα, την περίοδο εκείνη, έχει ήδη ξεκινήσει το μεγάλο κύμα της αγροτικής εξόδου και της μετανάστευσης στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό που γινόταν και με δραματικότερους όρους. Η ανασύσταση του κόσμου αυτού των χωρικών από τον συγγραφέα δεν είναι, ωστόσο, νοσταλγική. Ο ίδιος, αν και θαυμαστής του Παπαδιαμάντη, δεν είναι κάποιος αστός ιδεολόγος σαν αυτούς που συνήθως κλαψουρίζουν για κάτι «υπέροχο» που χάθηκε, και με το οποίο οι ίδιοι δεν είχαν, στην πραγματικότητα, ουδεμία βιωματική σχέση. Η βαθιά του σύνδεση με τους βασανισμένους αυτούς ανθρώπους και με ένα φυσικό τοπίο συγκλονιστικό δεν κρύβεται, γνωρίζει, ωστόσο, από πρώτο χέρι όλη τη σκληρότητα και τις αντιφάσεις όλων αυτών, και δεν τις ωραιοποιεί. Η εξιδανικευμένη μικρή κοινότητα ήταν εντέλει ένας κόσμος στενότατων οριζόντων, όπου ο χρόνος ήταν ακινητοποιημένος και οι λιγοστοί της κάτοικοι κατατρώγονταν συχνά από φθόνο, ασίγαστα μίση για τα περιουσιακά, από το ποτό και την κατάθλιψη.


Συνεπώς, τι μας ενδιαφέρουν εμάς όλ' αυτά; Κι όμως, υπάρχει κάτι που έχει μεγάλη αξία για τον αναγνώστη. Είναι όταν συνειδητοποιεί πόσο εντυπωσιακή είναι η διαδρομή που έχει διανύσει προς τη συλλογική ευδαιμονία, αυτές τις πέντε δεκαετίες, μια πρώην φτωχή χώρα όπως η Ελλάδα. Επρόκειτο ουσιαστικά για το πέρασμα από έναν μεσαιωνικό κόσμο στον κόσμο της μετα-νεωτερικότητας, που σήμαινε πρώτα και κύρια το άλμα από την κοινότητα της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας. Και δεν αφορά καθόλου κάτι μακρινό αλλά όσα διαμόρφωσαν τους πατεράδες μας που είναι ακόμη εδώ, παρόντες, έστω και αν ο κόσμος τους είναι νεκρός.»


Νίκος Μπακουνάκης, tovima.gr


«Παιδί του παπά του χωριού, ο συγγραφέας μετακομίζει με την οικογένειά του στην Αθήνα, τον Ιούνιο του 1959, επειδή ο πατέρας ήθελε να δώσει καλύτερη εκπαίδευση σ’ αυτόν και στην αδελφή του. "Φορτώσαμε τα στρωσίδια μας, τα πιατικά, τα τεντζερέδια, ακόμη και τις κότες μας σ’ ένα φορτηγό και φύγαμε για την Αθήνα." Απ’ αυτό το ίδιο καλοκαίρι πηγαίνει στ’ αμπέλια. Βασικός λόγος για την οικογένειά του να τον στέλνει εκεί είναι να πάρει κανένα κιλό – "γιατί ήμουν βερέμης". Oταν ήταν ενάμισι έτους έπαθε κυάμωση τρώγοντας φρέσκα κουκιά. Θεραπεύτηκε αλλά μετά την περιπέτεια δεν έπαιρνε ούτε δράμι. Έτσι, όταν έφτανε στ’ αμπέλια τον ζύγιζαν. Οταν έφευγε, τον Σεπτέμβριο, τον ζύγιζαν πάλι. Το καλοκαίρι του 1967 ήταν το τελευταίο του στ’ αμπέλια. Αρχιζε ένας άλλος κύκλος ζωής, που, όπως λέει ο συγγραφέας, θέλει άλλες λέξεις και άλλα ονόματα για να τον διηγηθείς.»


Γ. Κ. Καρατζάς, protothema.gr

«Τ’ αμπέλια» του συγγραφέα ήταν σε ένα χωριό της Μάνης (απέχει από τους Μολάους - την έδρα του Καλλικρατικού Δήμου Μονεμβασιάς - 9 χιλιόμετρα και το συναντάμε επάνω στον οδικό άξονα που οδηγεί στη Μονεμβασία και τη Νεάπολη). Όπως ο ίδιος εξηγεί στην αρχή του κειμένου - η ονομασία "δεν σημαίνει περιοχή με αμπελώνες, μολονότι υπήρχαν εκεί και αμπελάκια για το κρασί της χρονιάς, έξω από τον οικισμό, όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι κάτοικοι του χωριού". Ο γεννηθείς το 1953 συγγραφέας πέρασε στη Συκιά 9 χρόνια – από το 1959 έως και το καλοκαίρι του 1967. Ο συγγραφέας – δίχως να δίνει λεπτομέρειες- αναφέρεται σε "Αθηναίους θεολόγους της δεκαετίας του 1960", το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων ήταν πως είχαν "ανατραφεί μέσα στις ευσεβιστικές οργανώσεις" και "εξωράισαν αφελώς, ως αντίδραση σε αυτό που είχαν ζήσει, τη λαϊκή ευλάβεια. Αντιμετώπιζαν αισθητικά, μέσω Παπαδιαμάντη, κάτι που δεν γνώριζαν και το οποίο είχε πολλές, ανυπόφορες δεισιδαιμονικές όψεις." Η αναφορά στις "ευσεβιστικές οργανώσεις" π.χ οργανώσεις τύπου 'Ζωή' (μια κλειστή αδελφότητα θεολόγων) δίνει μια καλή ορατότητα για πρόσωπα και ιδέες…

O συγγραφέας είναι παιδί και εγγόνι παπά. Γεννήθηκε το 1953 στη Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική και φιλολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στο Παρίσι. Δίδαξε πολλά χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Από το 1998 ως το 2012 διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού 'Νέα Εστία'. Είναι πρόεδρος, από το 2008, του Δ.Σ. του βιβλικού ιδρύματος 'Άρτος Ζωής'. Το 2013 ανέλαβε τη θέση του προέδρου του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το 2015 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων».


Περισσότερες κριτικές για το βιβλίο εδώ

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία