της Κωνσταντίνας Σπυροπούλου*
Οσοι επιχειρούν να συγκρίνουν αυτές τις συνθήκες µε τα χρόνια δηµοσιονοµικής προσαρµογής, λαθροχειρούν. Και αυτό µπορεί και οφείλει να το αντιληφθεί κάθε καλοπροαίρετος, είτε έχει διαβάσει το βιβλίο που παρουσιάζουµε σήµερα είτε όχι. Είτε συµπαθεί τον Αλέξη Τσίπρα, είτε όχι.
- Γεγονός 1ο: Το Ταµείο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας ήταν για την Ελλάδα ύψους σχεδόν 70 δισεκατοµµύριων ευρώ. ∆εν υπάρχουν δικαιολογίες – µιλάµε για ένα νέο και πιθανόν µεγαλύτερο πακέτο Μάρσαλ, ένα πακέτο ικανό να ανασηκώσει όλο το παραγωγικό µοντέλο της χώρας.
- Γεγονός 2ο: Όταν η σηµερινή κυβέρνηση θέλει κάτι, µπορεί. Το είδαµε σε όλα τα επίπεδα. Τι είδαµε να πηγαίνει στην υπαιθρο; Τι στον πρωτογενή τοµέα; Τι στην κλιµατική θωράκιση και αποκατάσταση των ζηµιών µετά από καταστροφές όπως του Ντάνιελ; Τίποτα απολύτως. Αν δεν έγινε, ήταν γιατί η ίδια η κυβέρνηση δεν το ήθελε. Αυτό είναι κάτι που καταλαβαίνουµε όλοι. Όταν η σηµερινή κυβέρνηση επιθυµεί κάτι, φτάνει ακόµα και σε γκρίζες ζώνες του Συντάγµατος προκειµένου να το κάνει, για παράδειγµα τα ιδιωτικά πανεπιστήµια.
Το αδιέξοδο στον πρωτογενή τοµέα είναι πολιτική επιλογή. Μία επιλογή που έπρεπε να µείνουν οι αγρότες ενάµιση µήνα στην παγωνιά για να τους δώσουν το απολύτως απαραίτητο και λογικό, που είναι το κόστος της ενέργειας. Η κυβέρνηση προσπαθεί να µετατρέψει το αγροτικό ζήτηµα σε κυκλοφοριακό. Η αλήθεια όµως είναι πως το αγροτικό αποτελεί τον πυρήνα της ζωής της υπαίθρου επηρεάζοντας άµεσα το δηµογραφικό, την εγκατάλειψη των αγροτικών περιοχών, την αστυφιλία και την συνακόλουθη άνοδο των ενοικίων, και αφορά το 25% των εργαζοµένων αυτή τη στιγµή στη χώρα µας. Όχι µόνο δεν στηρίχθηκε ο αγροτικός πληθυσµός, αλλά χτυπιέται κιόλας. Τα σχολεία και τα ταχυδροµεία κλείνουν, οι δοµές υγείας υποβαθµίζονται κάθε µέρα ακόµα και τώρα, µετά τις µελέτες που έδειξαν το άνισο κόστος σε ανθρώπινη ζωή για τον κόσµο της επαρχίας. Ακόµα µηδενική προσπάθεια στήριξης σε νέες τεχνολογίες και µεταφορά γνώσης και άλλα πολλά.
Απέναντι σε όλα αυτά, η απάντηση της κυβέρνησης µοιάζει µε ασπιρίνες σε µια βαριά αρρώστια. Τα µπλόκα θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν, αν δεν υπάρξει πραγµατικό σχέδιο και στρατηγική για την αγροτική οικονοµία. Αυτό το σχέδιο δεν µπορεί να αφορά µόνο τους αριθµούς και τους δείκτες και δεν µπορεί να αφορά µόνο στιγµιαία προσαρµογή. Πρέπει να είναι βασισµένο στους ανθρώπους της υπαίθρου για να µείνουν στον τόπο τους. Να στηρίζετε σε µία βάση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τις ευκαιρίες και την φυσιογνωµία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. ∆εν είναι Ολλανδία η Ελλάδα. Και δεν είναι ίδιες οι απαιτήσεις που πρέπει να έχουµε από την αγροτική παραγωγή.
Για µια ουσιαστική, πολυεπίπεδη προσέγγιση του αγροτικού ζητήµατος απαιτούνται ορισµένες βασικές προϋποθέσεις.
- Πρώτον, χρειαζόµαστε ξεκάθαρο σχέδιο για την αγροτική οικονοµία που θέλουµε, το οποίο ακόµα και τώρα δεν το έχουµε. Ακόµα και ο τουρισµός που θεωρείται η βαριά βιοµηχανία της χώρας αλλάζει προφίλ. Φεύγουµε από το µοντέλο ήλιος–άµµος–θάλασσα και πάµε σε εµπειρίες, όπως ο οινοτουρισµός και ο αγροτουρισµός. Εκεί λοιπόν οι οικογενειακές εκµεταλλεύσεις που είναι οι στυλοβάτες της ελληνικής αγροτικής οικονοµίας, αποκτούν ένα ρόλο κλειδί, πολλαπλή αξία για την οικονοµία και την κοινωνία.
- ∆εύτερον, απαιτείται σύνταξη και εφαρµογή επιστηµονικών µελετών για τον στρατηγικό σχεδιασµό των εµβληµατικών αγροτικών προϊόντων της χώρας, το οποίο δεν υπάρχει. Υπάρχει µόνο ένα στρατηγικό για τον αγροτικό τοµέα. Αυτό αφορά το branding και το marketing του ελληνικού κρασιού που έγινε πριν από είκοσι χρόνια και για αυτό το λόγο αυτή τη στιγµή έχει αυτή απήχηση και προβολή εκτός της Ελλάδας. Επειδή δουλέψαµε στρατηγικά και πάνω σε ένα πλαίσιο.
- Τρίτον, χρειαζόµαστε πολιτική γης. Η καλλιεργήσιµη γη πρέπει να επιστρέψει στους πραγµατικούς καλλιεργητές και όχι να γίνονται φωτοβολταϊκά. Ναι να γίνονται φωτοβολταϊκά αλλά σε περιοχές που δεν µπορεί η γη να καλλιεργηθεί.
- Τέταρτον, πολιτική νερού, ενταγµένη σε ένα σοβαρό πλαίσιο αντιµετώπισης της κλιµατικής κρίσης. Νερό για την Αθήνα και τα αστικά κέντρα αλλά νερό και για τις καλλιέργειες, τον τουρισµό και κυρίως τους παραγωγούς.
- Πέµπτον, ανακατεύθυνση των πόρων της ΚΑΠ προς αυτούς που πραγµατικά παράγουν, και όχι σε παρασιτικές λογικές που οδηγούν σε σκάνδαλα ΟΠΕΚΕΠΕ.
Τέλος, επειδή η αριστερά πιστεύει βαθιά στους θεσµούς, απαιτείται µια µεγάλη θεσµική αλλαγή που θα βοηθήσει στην αυστηρή τήρηση των όρων παραγωγής και διακίνησης των αγροτικών προϊόντων, ουσιαστικά δηλαδή τη διαφορά της ψαλίδας µεταξύ παραγωγού και ραφιού. Θα πρέπει να δηµιουργηθεί µια Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Παραγωγής και ∆ιακίνησης αγροτικών προϊόντων, που θα προστατεύει τον τίµιο παραγωγό και θα δηµιουργεί πραγµατική υπεραξία.
Η στείρα διόρθωση των επιµέρους συντελεστών κόστους παραγωγής, που επιχειρεί σήµερα η κυβέρνηση, απλώς διαιωνίζει την κάθοδο των αγροτών στις εθνικές οδούς. Σε ένα διεθνές περιβάλλον, µε νέες προκλήσεις και κινδύνους θα έλεγα, όπως η συµφωνία Mercosur, η προσαρµογή της αγροτικής οικονοµίας απαιτεί γνώση, σχέδιο και πολιτική βούληση. Σήµερα, οι συνθήκες στον πρωτογενή τοµέα δεν απειλούν µόνο το εισόδηµα των αγροτών και όποιος το νοµίζει αυτό µάλλον πλανάται πλάνην οικτράν . ∆ιακυβεύουν την αγροδιατροφική ανεξαρτησία της χώρας, την επισιτιστική της επάρκεια, την ερήµωση της µισής Ελλάδας. Κλείνοντας, θέλω να επιστρέψω στον τίτλο του βιβλίου: Ιθάκη. Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας προορισµός. Είναι ένα ερώτηµα προς τα πού πάµε και µε ποιους και σήµερα, η αγροτική Ελλάδα δεν ταξιδεύει προς καµία Ιθάκη. Μένει πίσω.
*Γεωπόνος, Μέλος Συµβουλίου ∆ιοίκησης ΠΑΜΑΚ, Πρόεδρος και ∆ιευθύνων Σύµβουλος Κτήµα Σπυρόπουλος, Πρόεδρος Ε∆ΟΑΟ
*Οµιλία στα πλαίσια παρουσίασης του βιβλίου «Ιθάκη»