Επίσης, η γεωργία της Ε.Ε., εκτός από την Πράσινη Συμφωνία, έθεσε σε εφαρμογή και τα Οικολογικά Σχήματα (Eco-schemes), τα οποία ενισχύουν πρακτικές για βιολογικό έλεγχο εχθρών των καλλιεργειών, δημιουργία ζωνών υψηλής ποικιλομορφίας στα περιθώρια των καλλιεργειών, καλλιέργειες κατά λωρίδες-strips με ελκυστικά φυτά για επικονιαστές και φυσικούς εχθρούς, αντικατάσταση υδροβόρων καλλιεργειών αραβόσιτου, μηδικής και βαμβακιού με χειμερινά σιτηρά και ψυχανθή μικρού βιολογικού κύκλου. Επιπρόσθετα, η γεωργία της Ε.Ε. υιοθέτησε πρόσφατα και την αναγεννητική γεωργία (regenerative agriculture), η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της υγείας του εδάφους, την αύξηση της βιοποικιλότητας, τη δέσμευση άνθρακα, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών απέναντι στην κλιματική αλλαγή, και τη μείωση του κόστους για λιπάσματα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Τέλος, όσο αφορά τις ενισχύσεις της γεωργίας των διαφόρων χωρών, η Ε.Ε. έχει αποφασίσει το μεγαλύτερο μέρος να χορηγούνται ως βασική εισοδηματική στήριξη των γεωργών και όχι βάσει της απόδοσης και της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων. Είναι προφανές από τα προαναφερθέντα ότι η Ε.Ε. ενδιαφέρεται περισσότερο για την προστασία του περιβάλλοντος και λιγότερο για την παραγωγή επαρκών, ποιοτικών και αφαλών γεωργικών προϊόντων. Το χαμηλό ενδιαφέρον της Ε.Ε. για τη γεωργία εξηγείται μόνο στη βάση της μικρής συνεισφοράς της στο ΑΕΠ, η οποία για την Ε.Ε. είναι 1,3% και για την Ελλάδα 3,6%. Η προσέγγιση όμως αυτή είναι λανθασμένη διότι η σπουδαιότητα της γεωργίας δεν οφείλεται μόνο στη συνεισφορά της στο ΑΕΠ, αλλά κυρίως στη συμβολή της στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών, στη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα προϊόντα διατροφής, στη βελτίωση του γεωργικού εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου της υπαίθρου, καθώς και στην αύξηση της απασχόλησης στον πρωτογενή (παραγωγή γεωργικών προϊόντων), τον δευτερογενή (μεταποίηση γεωργικών προϊόντων σε τρόφιμα) και τον τριτογενή (υπηρεσίες εμπορίου και μεταφοράς) τομέα.
Η υφιστάμενη κατάσταση της γεωργίας, σε επίπεδο χώρας, χαρακτηρίζεται από περιορισμένες επενδύσεις σε αγροτικούς δρόμους (οδικό δίκτυο), σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, λεκάνες συλλογής όμβριων υδάτων, καθώς και σε έργα προστασίας της γεωργίας από πλημμύρες (διώρυγες, τάφροι, αναχώματα, φράγματα ανάσχεσης). Επίσης, η απουσία αγροτικής πολιτικής (ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΗΣ με τους γεωργούς και όχι μόνο με επιστήμονες, τεχνοκράτες και πολιτικούς) σε βάθος χρόνου, η ανεπάρκεια ικανών κρατικών συμβουλευτικών υπηρεσιών και οργανισμών ελέγχου των επιδοτήσεων, η μη ύπαρξη επαρκών και κατάλληλα εξοπλισμένων εργαστηρίων ελέγχου ποιότητας και ασφάλειας προϊόντων, καθώς και η απουσία εστιασμένης εθνικής γεωργικής έρευνας αποτελούν χαρακτηριστικά της Ελληνικής γεωργίας.
Αυτό όμως που χρήζει ιδιαίτερης μνείας για τη γεωργία της χώρας μας είναι ότι η Ε.Ε., από το 1981 έως σήμερα, αν και μας ενίσχυσε με 180 δισ. € για την ισχυροποίηση του πρωτογενούς τομέα παραγωγής και τη βελτίωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, αυτό δεν συνέβη λόγω ανυπαρξίας συμφωνημένης αγροτικής πολιτικής με γεωργούς, η οποία είχε ως συνέπεια:
- Τη μείωση των κατά κύριο επάγγελμα γεωργών από το 31% του εργατικού δυναμικού το 1981 στο 11% το 2025 (οι γεωργοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιπροσωπεύουν το 4,2% και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής το 2%),.
- Τη μείωση της συνολικής γεωργικής έκτασης της χώρας από 709.300 στρέμματα το 2010 σε 28.880.000 στρέμματα το 2023, εκ των οποίων τα 16.228.000 στρέμματα είναι αροτραίες καλλιέργειες, τα 10.348.000 μόνιμες καλλιέργειες, τα 444.500 κηπευτικές καλλιέργειες και τα 1.672.000 αγρανάπαυση (ΕΛΣΤΑΤ, 2023).
- Τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των γεωργών για τη μείωση του κόστους παραγωγής των γεωργικών προϊόντων και την έγκαιρη καταβολή των ενισχύσεων που αποτελούν την κυριότερη πρόσοδο.
- Την αδυναμία των καταναλωτών να προμηθευτούν τις απαραίτητες ποσότητες γεωργικών προϊόντων εξαιτίας της μεγάλης ακρίβειας.
- Τη χώρα μας εξαρτημένη από εισαγωγές γεωργικών προϊόντων, εξαιτίας της αδυναμίας οργάνωσης της γεωργικής παραγωγής.
Η μείωση του αριθμού των γεωργών και της καλλιεργούμενης έκτασης στη χώρα μας οφείλεται στην άσκηση της γεωργίας από μεγάλο ποσοστό γεωργών μεγάλης ηλικίας (χωρίς διαδοχή) σε μικρή και κατακερματισμένη (πολυτεμαχισμένη) γεωργική Γη (53 στρ./γεωργό στην Ελλάδα και 126 στρ. στην Ε.Ε.), στην αστικοποίηση, στο υψηλό κόστος παραγωγής και την ως εκ τούτου χαμηλή κερδοφορία, στην αλλαγή χρήσης Γης, στην έλλειψη εργατικών χεριών, στη μη ικανοποιητική καταβολή ενισχύσεων για την άσκηση βιώσιμης γεωργίας, στην ανεπαρκή κατάρτιση σε σύγχρονες τεχνολογίες, στην περιορισμένη συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα και στην απουσία υγιούς αγροτικού συνεργατισμού. Τα όσα προαναφέρθηκαν καταδεικνύουν την αναγκαιότητα αλλαγής αγροτικής πολιτικής που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για βελτίωση της μελλοντικής γεωργίας.
Ενέργειες και δράσεις για βελτίωση της μελλοντικής γεωργίας
Η Ε.Ε., λαμβάνοντας υπόψη την αποτυχία προσέγγισης των στόχων της πράσινης μετάβασης, της βιολογικής γεωργίας, της αειφορίας και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, θα πρέπει να προβεί σε άμεση αλλαγή της σύνθεσης της επιτροπής διαμόρφωσης της Κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ). Αυτό είναι αναγκαίο διότι είναι επιεικώς απαράδεκτο η αγροτική πολιτική να χαράσσεται από μέλη επιτροπών που στερούνται εμπειριών και βιωμάτων από τον τρόπο άσκησης της γεωργίας και ειδικότερα από τις συνθήκες εργασίας, το κόστος γεωργικών εισροών, τις επενδύσεις σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, την αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης σοβαρών προβλημάτων φυτοπροστασίας εξαιτίας της απόσυρσης ή μη έγκρισης αποτελεσματικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τη μη ικανοποιητική ενίσχυση ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα και τη δυσκολία εμπορίας και διάθεσης των παραγόμενων προϊόντων. Όσο αφορά τη σύνθεση της νέας επιτροπής σχεδιασμού αγροτικής πολιτικής, αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει σε μεγάλο ποσοστό τους άμεσα εμπλεκόμενους με τη γεωργία φορείς όπως οι νέοι γεωργοί, οι μικροκαλλιεργητές, οι γεωργοί επιχειρηματίες (επιλέγουν, επενδύουν, δημιουργούν, διαχειρίζονται πόρους, διαπραγματεύονται πώληση προϊόντων), οι γεωπόνοι-σύμβουλοι παραγωγής, οι εταιρείες παραγωγής γεωργικών εφοδίων, τα Γεωπονικά-Ερευνητικά Ιδρύματα και οι εκπρόσωποι γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Η μελλοντική παραγωγή γεωργικών προϊόντων στην Ελλάδα πρέπει να στοχεύει στη μείωση των εισαγόμενων προϊόντων [ζωοτροφές (σόγια, αραβόσιτος), φρούτα (εσπεριδοειδή), λαχανικά, χειμερινά σιτηρά (μαλακό σιτάρι), όσπρια (φακή, ρεβίθι)], καθώς και στην αύξηση των εξαγόμενων προϊόντων [φρούτα (ροδάκινα, κεράσια, ακτινίδια, πορτοκάλια), ελαιόλαδο, ελιές, φέτα, γαλακτοκομικά, επιτραπέζια σταφύλια, οίνοι, τσίπουρο, ρετσίνα, βαμβάκι και ξηροί καρποί]. Σχετικά με τα μελλοντικά συστήματα παραγωγής γεωργικών προϊόντων, αυτά πρέπει να βασίζονται στην ορθολογική διαχείριση φυσικών πόρων (έδαφος, νερό), στην ορθή χρήση των γεωργικών εισροών (σπόροι, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, λιπάσματα, νερό) και τους κατάλληλα καταρτισμένους γεωργούς στις σύγχρονες γεωργικές τεχνολογίες.
Η ελληνική γεωργία του μέλλοντος μπορεί να βελτιωθεί υπό την προϋπόθεση ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) θα μειώσει το κόστος παραγωγής των γεωργικών προϊόντων μέσω της μείωσης των τιμών (ΦΠΑ) των γεωργικών εφοδίων (λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, σπόροι), των φορολογικών συντελεστών των επιδοτήσεων, των ασφαλιστικών εισφορών στον ΕΦΚΑ, του κόστους ενέργειας (καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα), καθώς και μέσω της χορήγησης χαμηλότοκων δανείων. Επιπρόσθετα, το ΥΠΑΑΤ πρέπει να προβεί στην οργάνωση της γεωργίας μέσω μέτρων και ενεργειών που θα αποσκοπούν στη βελτίωση των αγροτικών υποδομών, την αναβάθμιση του ρόλου των υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ, την αύξηση της παρουσίας γεωπόνων-συμβούλων σε αγρούς, τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ παραγωγών και ιδρυμάτων, την εκπαίδευση-κατάρτιση των γεωργών στις σύγχρονες τεχνολογίες, την αύξηση κινήτρων για τη δημιουργία ομάδων παραγωγών, την ικανοποιητική ενίσχυση νέων αγροτών που θα τους επιτρέψει να παραμείνουν στη γεωργία, τη σύνδεση των ενισχύσεων με την παραγωγή ποιοτικών και ασφαλών προϊόντων και όχι βάσει στρεμματικής έκτασης, την ενίσχυση αγοράς και εγκατάστασης ψηφιακών τεχνολογιών ιχνηλάτησης των προϊόντων (καταγραφής της πορείας γεωργικών προϊόντων από το χωράφι στο ράφι των σούπερ μάρκετ), τη δημιουργία κατάλληλα εξοπλισμένων εργαστηρίων ελέγχου της ποιότητας και της ασφάλειας προϊόντων, την έναρξη ερευνητικών προγραμμάτων δημιουργίας ανθεκτικών καλλιεργειών-ποικιλιών στις επερχόμενες μεταβολές του κλίματος, τη δημιουργία μηχανισμών στήριξης γεωργών για απώλεια εισοδημάτων από ακραία καιρικά φαινόμενα, την ενίσχυση επενδύσεων για μετασυλλεκτική διαχείριση των προϊόντων, καθώς και τη δημιουργία μηχανισμών προώθησης γεωργικών προϊόντων.
Οι γεωργοί, σε συνεργασία με το ΥΠΑΑΤ, πρέπει να προβούν στον αναδασμό των καλλιεργούμενων εκτάσεων, στη δημιουργία ζωνών καλλιέργειας, στην υποχρεωτική οργάνωση σε ομάδες παραγωγών, καθώς και στην πλήρη καθετοποίηση των παραγόμενων προϊόντων (παραγωγή, συγκέντρωση, αποθήκευση, συντήρηση, τυποποίηση, διακίνηση, εμπορία βάσει barcode ιχνηλάτησης των προϊόντων). Επίσης, πρέπει να επενδύσουν στην εκπαίδευση, την επικαιροποίηση των επαγγελματικών γνώσεων, την επιμόρφωση, την εκμάθηση νέων τεχνικών, τη συνεχή κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση που βελτιώνουν τις ικανότητες και τις δεξιότητές τους που είναι απαραίτητες για την άσκηση βιώσιμης γεωργίας. Αυτό άλλωστε υποστήριξε και ο Κωστής Παλαμάς με τον στίχο του «Δεν φτάνει ο ήλιος μοναχά η γη σοδειά να δώσει, χρειάζονται κι άλλα πολλά, μα προπαντός η γνώση», πράγμα που σημαίνει ότι η φυσική ευφορία (ήλιος/γη) από μόνη της δεν αρκεί για την επιτυχή άσκηση της γεωργίας, αλλά απαιτούνται η ενεργός συμμετοχή, η εμπειρία και, κυρίως, η εξειδικευμένη γνώση για να γίνει βιώσιμη η γεωργία.
Οι φορείς εκπαίδευσης-κατάρτισης, κατά τον σχεδιασμό προγραμμάτων κατάρτισης, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι οι περισσότεροι γεωργοί διαθέτουν κυρίως πρακτική εμπειρία (που δεν έχουν οι εκπαιδευτές) και λιγότερο θεωρητική γνώση (που έχουν οι εκπαιδευτές). Επίσης, οι γεωργοί δεν έχουν ανάγκη από τηλεκατάρτιση σε θέματα εφαρμοσμένης βιολογικής επιστήμης ή από θεωρίες ανέφικτης αντιμετώπισης γεωργικών προβλημάτων (σχεδιασμένων επί χάρτου), αλλά απαιτούν δικαίως και διακαώς την παρουσία των εκπαιδευτών-συμβούλων σε επίπεδο πεδίου-αγρού-καλλιέργειας, όπου, μέσω βιωματικών λύσεων των υφιστάμενων γεωργικών προβλημάτων τους, ευελπιστούν ότι θα καταρτιστούν επαρκέστερα και καταλληλότερα. Αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός των προγραμμάτων κατάρτισης θα πρέπει να βασίζεται στις απαιτήσεις απόκτησης γνώσεων από τους καταρτιζόμενους γεωργούς, ενώ η επιλογή των εκπαιδευτών θα πρέπει να γίνεται βάσει της αξιολόγησής τους από γεωργούς προηγούμενων παρόμοιων προγραμμάτων κατάρτισης-εκπαίδευσης αλλά και από εξωτερικούς αξιολογητές.
Στο αρχικό ερώτημα αυτού του άρθρου ‘εάν υπάρχει μέλλον στην Ελληνική γεωργία’, η απάντηση είναι ότι αναμφίβολα υπάρχει μέλλον υπό την προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς με την Ελληνική γεωργία (νέοι γεωργοί, επιχειρηματίες γεωργοί, γεωπόνοι-σύμβουλοι, γεωπόνοι γεωργικών εφοδίων, εταιρείες παραγωγής γεωργικών εφοδίων, ερευνητές, φορείς εκπαίδευσης εκπαιδευτών, φορείς κατάρτισης γεωργών, επιχειρήσεις, διαχειριστές εκμεταλλεύσεων, καταναλωτές) και υπό τον συντονισμό και την εποπτεία του ΥΠΑΑΤ, θα συνεργαστούν για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός προγράμματος αγροτικής πολιτικής σε βάθος χρόνου (στρατηγικός σχεδιασμός στη γεωργία).
Αυτό που αξίζει να αναφερθεί ως επίλογος είναι το γεγονός ότι η προαναφερθείσα προσέγγιση βελτίωσης της μελλοντικής γεωργίας εξυπηρετεί ταυτόχρονα και το Σύστημα Γεωργικής Γνώσης και Καινοτομίας (AKIS, Agricultural Knowledge and Innovation Systems), μέσω του οποίου επιχειρείται η σύνδεση γεωργών, ερευνητών, συμβούλων και επιχειρήσεων για την ανταλλαγή καινοτόμων γνώσεων στη γεωργία, η επαφή Πανεπιστημίων και Ερευνητικών Ιδρυμάτων με τους γεωργούς και η ένωση θεωρίας και πράξης. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας υπηρεσίας παρόμοιας με τις γεωργικές εφαρμογές – Agricultural Extension Services (γεωργικές υπηρεσίες επέκτασης) των ΗΠΑ, η οποία μεταφέρει τα δυσεπίλυτα γεωργικά προβλήματα από τον αγρό στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Ιδρύματα, ενώ στη συνέχεια παρέχει τις σχετικές με τις λύσεις των προβλημάτων γνώσεις που προέκυψαν από την έρευνα ,καθώς και τεχνικές συμβουλές που ενισχύουν τη γεωργική παραγωγικότητα και τα αγροτικά μέσα διαβίωσης.