BACK TO
TOP
Βαμβάκι

Ανοδικά το βαμβάκι μετά το πάρε-δώσε με τους δασμούς Τραμπ, 44 λεπτά το σύσπορο ενόψει προπωλήσεων

Σε λίγο καλύτερη μοίρα βρίσκονται τα συμβόλαια εκκοκκισμένου βάμβακος στον απόηχο των εξελίξεων βράδυ Παρασκευής, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε ουσιαστικά τους ανταποδοτικούς δασμούς Τραμπ.

vamvaki_site_24

Γιάννης Ρούπας

215
0

Μπορεί ο Αμερικανός πρόεδρος να έσπευσε να ανακοινώσει επόμενο «πακέτο» δασμών βάσει … άλλου άρθρου του Συντάγματος των ΗΠΑ, ωστόσο στις κρίσιμες συνεδριάσεις Δευτέρας και Τρίτης, όπου συνήθως τα ξαφνικά κέρδη της Παρασκευής διαγράφονται, τα συμβόλαια Δεκεμβρίου κατέγραψαν μικρά συνεχόμενα κέρδη, στο εύρος 69,5 με 70 σεντς ανά λίμπρα, γεννώντας κάποια αισιοδοξία για τη συνέχεια. 

Πριν την Παρασκευή, η αναγωγή στο σύσπορο έβγαζε στεγνά 42 λεπτά το κιλό για τις πρώτες προπωλήσεις (με το δολάριο στο 0,84 έναντι του ευρώ και τα συµβόλαια ∆εκεµβρίου στα 68,5 σεντς ανά λίµπρα). Η συγκεκριμένη επίδοση είναι μια μικρή «αναβίση» συγκριτικά με τα χαμηλά του Δεκεμβρίου αλλά είναι όμως πολύ μακριά σε σύγκριση µε τα 60 λεπτά το κιλό του 2023 και του 2024. Πάντως, µπορεί οι ειδικοί να µην περιµένουν θαύµατα φέτος για το εκκοκκισµένο, όµως όπως σωστά γράφεται το βαµβάκι έχει «τιµωρηθεί» πολύ την τελευταία διετία και µάλλον είναι υποτιµολογηµένο. Τα 75 σεντς δεν είναι ανέφικτα και σε συνδυασµό µε µία γεωπολιτική εξέλιξη που θα ισχυροποιήσει το δολάριο, ίσως φέρει µέσα στην άνοιξη το 50λεπτο για πρώτη φορά μετά από 16 μήνες. 

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές πως μία τρίτη σερί σεζόν με προβληματικές τιμές θα έφερνε μαζικά κόσμο εκτός καλλιέργειας. Στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ινδία, Βραζιλία, κτλπ), η κατάσταση δεν είναι ευνοϊκή για τους παραγωγούς βάμβακος. Για την Ελλάδα δε, η δύσκολη εµπειρία της τελευταίας διετίας αποτελεί «ευγενική υπενθύμιση» πως πως η ελληνική προσφορά βάµβακος αποτελεί ένα µικρό και µονοψήφιο ποσοστό της παγκόσµιας σοδειάς.  Οι παραγωγοί κλήθηκαν δύο σεζόν να διαχειριστούν προπωλήσεις, τιµές ηµέρας και ποικίλα πριµ (όχι µόνο ποιότητας) σε ένα αρνητικό χρηµατιστηριακά περιβάλλον που δεν διαµόρφωσαν οι ίδιοι, ώστε να βγουν όσο πιο εύκολα γίνεται στον αφρό, δίχως αυτό να είναι πάντα εφικτό. Σε κάθε περίπτωση, µικρή µερίδα κόσµου έβγαλε κάποιο κέρδος από τον Απρίλιο του 2024, κυρίως όσοι προπώλησαν νωρίς τη σεζόν 2024/25 και κάποιοι άλλοι που έπιασαν 600 κιλά πριν τις οκτωβριανές βροχές την 2025/26. Τα εύσηµα ίσως αξίζουν να δοθούν και σε όσους είναι σε θέση να καλλιεργούν απαιτητικά υβρίδια µε υψηλότερο αρχικό κόστος αλλά πολύ καλύτερη εγγυηµένη τιµή βάσει αυστηρών κριτηρίων ποιότητας.   

Μονόδροµος το ποιοτικό πλεονέκτηµα

Να σηµειωθεί εδώ πως σε ένα βαθµό για τα χαµηλά πριµ ποιότητας και την τιµολόγηση της ελληνικής ίνας στα επίπεδα της Βραζιλίας, ευθύνεται µερικώς και το ίδιο το προϊόν. Η ελληνική ίνα δεν ξεχωρίζει αρκετά σε χρώµα, µάκρος κ.λπ, καθιστώντας δυσκολότερη την πώλησή της µε υπεραξία τόσο στους παραδοσιακούς αγοραστές (Τουρκία, Αίγυπτος) όσο και άλλες αναδυόµενες αγορές που θα εκτιµούσαν µία ποιοτική πρώτη ύλη «Made in Europe». Γενικά, σοβαρή δουλειά στον κλάδο γίνεται, οι διαθέσιµοι σπόροι και η διαχείριση που γίνεται στα εκκοκκιστήρια είναι κορυφαίου επιπέδου, ωστόσο αν δεν γίνει το κάτι παραπάνω µε την ίδια την πρώτη ύλη (εξαφανισµός stripper, καλύτερος προγραµµατισµός στα χέρια, ειδική θρέψη κ.λπ.) τότε µε τι είδους συγκριτικό πλεονέκτηµα θα διεκδικήσει µεσοπρόθεσµο διέξοδο ο κλάδος, υπό κάθε χρηµατιστηριακό σκηνικό;

Μείωση στρεµµάτων, αλλαγές στο χάρτη 

Οι Έλληνες παραγωγοί µπαίνουν τον Απρίλιο σε µία τρίτη σεζόν 2026/27, έχοντας υποστεί οικονοµικά πλήγµατα στη διετία ή στην καλύτερη των περιπτώσεων από µηδενική βάση. Χωρίς ακόµη να έχει πουληθεί σπόρος για να φανεί τι µέλλει γενέσθαι µε τις αναµενόµενες εκτάσεις, ο κλάδος συνολικά προετοιµάζεται για µία µείωση ίσως κοντά στο 10 µε 15% των εκτάσεων, ιδίως στα χωράφια της Θεσσαλίας. Το ρεπορτάζ πάντως θέλει µικρή µερίδα κόσµου από τη Β. Ελλάδα -που έχει πειστεί πως η επόµενη χρονιά θα είναι αλλιώς- να κάνει χώρο για σπορές βάµβακος ώστε να αναπληρώσει µερικώς το κενό. Άλλωστε σε περιοχές όπως ο Έβρος, η διαφορά στα έξοδα άρδευσης είναι σηµαντική (έως και 40 ευρώ/στρέµµα) και η δυνατότητα εναλλακτικής όπως το καλαµπόκι περιορισµένη, λόγω ευλογιάς.

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία