Με την απόφαση των συναρμόδιων υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Οικονομικών, που υπογράφηκε την 1η Απριλίου, οι δικαιούχοι της ενίσχυσης θα λάβουν 70 ευρώ το στρέμμα, αν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και 35 ευρώ το στρέμμα οι υπόλοιποι.
Στην πρώτη κατηγορία δικαιούχων, που θα πάρουν το μέγιστο ποσό της ενίσχυσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις, υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν περί τα 268.000 στρέμματα, ενώ στη δεύτερη σχεδόν 40.000 στρέμματα.
Η πολυαναμενόμενη εξέλιξη, που έρχεται να στηρίξει την καλλιέργεια σε μια πάρα πολύ δύσκολη στιγμή, έγινε δεκτή με ανακούφιση από τους παραγωγούς -οι οποίοι πάντως είχαν ζητήσει 100 ευρώ το στρέμμα- αλλά το ζητούμενο τώρα είναι τα χρήματα να πιστωθούν το ταχύτερο δυνατό στους λογαριασμούς των δικαιούχων, καθώς η πίεση από τις υποχρεώσεις έχει φέρει πολλούς σε οικονομική ασφυξία.
«Το θέμα τώρα είναι πότε θα δοθεί αυτή η ενίσχυση, διότι δεν έδωσαν κάποιο χρονοδιάγραμμα και ο κόσμος είναι σε δυσμενή θέση, διότι δεν υπάρχει καθόλου ρευστότητα για τις υποχρεώσεις μας, αλλά και για να κινηθούμε ενόψει και της νέας καλλιεργητικής περιόδου. Η πίεση έχει αυξηθεί. Μόνο για πετρέλαιο θέλουμε 500 – 600 ευρώ την ημέρα, με τις τιμές του να έχουν ξεπεράσει πλέον κατά πολύ τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ τα λιπάσματα πέρυσι τα παίρναμε με 650 ευρώ ο τόνος και τώρα είναι στα 900 ευρώ ο τόνος», ανέφερε στο Agronews ο Βασίλης Κουκουρίκης, πρόεδρος του Συνεταιρισμού Β’ Ορυζοκαλλιεργητών Χαλάστρας.
Αναφερόμενος στο ποσό της ενίσχυσης ο κ. Κουκουρίκης αναγνωρίζει πως αποτελεί μια οικονομική ανάσα για τους παραγωγούς, αλλά όπως σημειώνει δεν λύνει το πρόβλημα, όσο το κόστος παραγωγής μένει στα ύψη και οι τιμές του προϊόντος δεν ξεκολλάνε από μη βιώσιμα επίπεδα.
Ικανοποίηση για την οριστικοποίηση της στήριξης εκφράζει κι ο Χρήστος Γκαντζάρας, πρόεδρος του Συνεταιρισμού Α’ Ορυζοκαλλιεργητών Χαλάστρας και αντιπρόεδρος της ΕΔΟΡΕΛ, αλλά και αυτός μιλά για μια πρόσκαιρη οικονομική ένεση προς τους παραγωγούς, σε μια εξαιρετικά δυσμενή περίοδο για το προϊόν.
«Έρχεται να περιορίσει τη χασούρα που έχουν οι παραγωγοί, οι οποίοι με τις τιμές που δίνει το εμπόριο, πουλάνε την παραγωγή τους με ζημία γύρω στα 140 – 150 ευρώ το στρέμμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένα μέρος της ενίσχυσης ήδη μας το έχει φάει η αύξηση κατά σχεδόν 30% - 40% που έχουν πάρει οι τιμές των λιπασμάτων και η άνοδος της τιμής του πετρελαίου στο Θεό», σημειώνει ο κ. Γκαντζάρας.
Με τις τιμές παραγωγού να κινούνται σε ζημιογόνα επίπεδα, της τάξης των 24 λεπτών το κιλό για τις μακρύσπερμες κίτρινες ποικιλίες και στα 25 λεπτά το κιλό για τις μεσόσπερμες, τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί στους παραγωγούς είναι υπέρογκα.
«Η επιδότηση ίσα ίσα που θα έρθει να κλείσει κάποιες από τις τρύπες που βαραίνουν τους παραγωγούς και δεν πρόκειται να μείνει κάτι στις τσέπες τους. Εγώ προσωπικά θα τα ρίξω στο ΤΟΕΒ, το οποίο επέλεξα να αφήσω απλήρωτο και θα συμμαζέψω τα οικονομικά μου» μας είπε ο Γιώργος Μπότας, γενικός γραμματέας του Συνεταιρισμού Β’ Χαλάστρας, προσθέτοντας ότι «οι τιμές στα λιπάσματα και στο πετρέλαιο μας έχουν αποτελειώσει, ενώ και στα σπόρια και τη φυτοπροστασία δεν είδαμε καμία βελτίωση σε σχέση με πέρυσι».
Όσο για το εμπορικό κομμάτι, οι συνομιλητές μας αναφέρουν πως με τις τιμές στα 24 και τα 25 λεπτά το κιλό, το δίμηνο Φεβρουάριος – Μάρτιος επανήλθε η ροή στις εμπορικές πράξεις και πλέον τα αποθέματα έχουν περιοριστεί στο 50% της συνολικής παραγωγής του 2025.
«Αν δεν ξεκολλήσουν οι τιμές από το βούρκο που βρίσκονται σήμερα, η καλλιέργεια δεν έχει μέλλον. Φτάσαμε να πουλάμε με τιμές Καμπότζης και χωρών Mercosur. Διάβασα προ ημερών πως οι Ιταλοί παραγωγοί λένε πως δεν μπορούν να πουλήσουν τα ρύζια τους και μας κατηγορούν για αδυσώπητο ανταγωνισμό, λόγω των χαμηλών τιμών που πουλάμε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μπότας.
Από την πλευρά του κ. Γκαντζάρας τονίζει πως ήδη πολλοί παραγωγοί έχουν εγκαταλείψει την καλλιέργεια και περί τα 10.000 στρέμματα θα παραμείνουν ακαλλιέργητα, παρότι οι τιμές στα ενοίκια υποχώρησαν έως και 50% λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος, ενώ ο κ. Κουκουρίκης σημειώνει πως «αν δεν αλλάξει κάτι με τις τιμές, τα 70 ευρώ το στρέμμα της ενίσχυσης δεν σώζουν την κατάσταση, η οποία του χρόνου θα είναι πολύ χειρότερη».