Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Συνεντεύξεις

Οδηγώντας με τον καθρέφτη

Είναι λάθος η επιλογή καλλιέργειας με βάση την προηγούμενη χρονιά

ANDRIWTHS-VASILHS

Βασίλης Ανδριώτης

212
0

Συνέντευξη στον Γιάννη Πανάγο


Θετικό πρόσηµο σε όλα εκτός από τα στρέµµατα τη φετινή χρονιά για τη βαµβακοκαλλιέργεια, που εκτός από το πολλαπλασιαστικό υλικό φαίνεται να µπαίνει σε σύγχρονα µοντέλα διαχείρισης και παραγωγής

 ∆ικαίωση για το σκληρό σιτάρι η διαφαινόµενη αύξηση της τάξης του 30% σε στρέµµατα αλλά και η διατήρηση υψηλής τιµής που επιτρέπει στον παραγωγό να καλλιεργήσει πιο αποτελεσµατικά το χωράφι του 

Μια καλά δοµηµένη αγορά που άντεξε όλη αυτή την αναταραχή της πανδηµίας είναι οι αροτραίες καλλιέργειες, σύµφωνα µε τον γενικό γραµµατέα του Συνδέσµου Επιχειρήσεων Πολλαπλασιαστικού Υλικού (ΣΕΠΥ) και επικεφαλής της Σπ. Ανδριώτης ΑΕ, Βασίλη Ανδριώτη. Χαρακτηριστικό παράδειγµα, σύµφωνα µε τον ίδιο, είναι η εγχώρια βαµβακοκαλλιέργεια η οποία, εφαρµόζοντας σύγχρονα µοντέλα διαχείρισης και παραγωγής ακόµη και εν µέσω περιορισµών δηµιούργησε υπεραξίες. « Όταν η τιµή του προϊόντος αρχίζει και αυξάνεται µέσα από αυτά τα µοντέλα και σε µία δύσκολη χρονιά, όπως η φετινή, περνά κάποια όρια, τότε βλέπουµε ότι έχει µέλλον» σηµειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος.

 

Υπάρχει χώρος για τα αροτραία σε µία αγροτική χώρα µε τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και σε ποιες καλλιέργειες εντοπίζεται το ενδιαφέρον;

 

Η απάντηση είναι, πολύ απλά, ναι. Το θέµα είναι το πώς

Και το πού, θα συµπληρώσω. Το πώς και το πού.

Για εµένα είναι πάρα πολύ απλό κι αυτό ισχύει όχι µόνο για τα αροτραία. Όταν, λοιπόν, σαν χώρα δεν έχεις τη δυνατότητα να παράξεις έναν όγκο προϊόντος -όποιο κι αν είναι αυτό- για να µπορέσεις να επηρεάσεις την παγκόσµια αγορά, να µπορείς να έχεις τη µεγαλύτερη ας πούµε παραγωγή, για να µπορείς να επηρεάσεις τις τιµές, τότε θα πρέπει να εντοπίσεις ποιοτικά χαρακτηριστικά στο προϊόν τα οποία θα το κάνουν να ζητείται σε κάποιες αγορές µε µία υπεραξία. Άρα, ουσιαστικά, θα επικεντρωθείς στην υπεραξία και στην ποιότητα, όταν δεν έχεις την ποσότητα. Αυτό µπορούµε να κάνουµε και στο βαµβάκι και στο σιτάρι και στο ενσίρωµα καλαµποκιού. Σε πολλά προϊόντα µπορούµε να το κάνουµε, το έχουµε δει µε επιτυχία να γίνεται και θα σας δώσω το παράδειγµα του ελαιολάδου.Όποτε πηγαίνουµε να πωλήσουµε στον τενεκέ, αποτυγχάνουµε. Όποτε βάζουµε µία ωραία συσκευασία και έχουµε ένα ωραίο πρωτόκολλο παραγωγής, υπάρχουν χειροκροτήµατα. Εντάξει, ξέρουµε τον τρόπο.

Πώς υποδέχεται ο κλάδος των εισροών την πολιτική Farm to Fork της ΕΕ, πώς δένει αυτή µε την τεχνολογία και πώς επιδρά στην αγροτική παραγωγή;

Είναι κάτι το οποίο µπορώ να σου πω ότι εµείς ως κλάδος, ως σπόροι, ή ακόµα ως εισροές γενικότερα, το θέλαµε. ∆ιότι ουσιαστικά η ΕΕ προσπαθεί να ελέγξει τη συνολική παραγωγή, τη διακίνηση των αγροτικών προϊόντων, της τροφής που έρχεται στο πιάτο µας ως καταναλωτές και από πλευράς των πρωτοκόλλων παραγωγής, αλλά ακόµα και το αποτύπωµα άνθρακα, ποια δηλαδή είναι η επίπτωση όλης αυτής της διαδικασίας. Άρα είναι κάτι πάρα πολύ µεγάλο. Εµείς ως εισροές -έτσι, να απαντήσω και ως ΣΕΠΥ, ως Γενικός Γραµµατέας- το θέλαµε, γιατί πολύ απλά στο πολλαπλασιαστικό υλικό, δυστυχώς, κανείς δεν έχει καταλάβει τι θα πει πιστοποιηµένος σπόρος, σπόρος ο οποίος έχει ταυτότητα, ξέρουµε από πού ξεκίνησε και τι είναι. Θα σου δώσω το παράδειγµα, ότι στο τελευταίο AGRO που βγήκε πέρυσι και παρουσιάστηκε στην Agrotica, στις διαπραγµατεύσεις δώσαµε αγώνα, ώστε σε όλα τα πρωτόκολλα AGRO των αροτραίων να γίνεται χρήση πιστοποιηµένου σπόρου. ∆εν ήθελαν να είναι αναγκαίο και τους λέγαµε ότι εάν δεν ξέρεις από πού ξεκινάς, δεν θα φθάσεις ποτέ κάπου. Σίγουρα θα πρέπει να δώσουµε βάρος στην τεχνολογία του γενετικού υλικού και του σπόρου, όσον αφορά εισροές που χρειάζονται το νερό, δηλαδή κάποια χαρακτηριστικά που επηρεάζουν το σύνολο του παραγωγικού µοντέλου, που είναι µέσα στην έρευνα για το Farm to Fork στην ΕΕ. 

Το ότι µιλάµε για αυστηροποίηση του καθεστώτος χρήσης των εισροών, ως φορείς του κλάδου σάς ανησυχεί ή όχι;

 Όχι, γιατί εµείς είµαστε αυτοί που θέλουµε αυτό το πράγµα. Θέλαµε χρόνια να είναι πολύ πιο αυστηρά τα πράγµατα και έρχεται η ΕΕ και το επιβάλλει, δηλαδή πρωτόκολλα παραγωγής, αποτύπωµα άνθρακα, ακόµα και του κάθε αγρότη σε τελική ανάλυση, για να κάνουµε σωστά τη δουλειά µας.

 

Πώς επηρεάζουν, λοιπόν, τώρα οι περιορισµοί της πανδηµίας τις συνθήκες ανταγωνισµού µεταξύ των εταιρειών και πώς φθάνει στον παραγωγό; Με ποιον τρόπο εσείς προσεγγίζετε τον παραγωγό;

 

Πρώτα απ’ όλα, στο θέµα του ανταγωνισµού θα ήθελα να σας πω ότι ό,τι συνθήκες έχει µία εταιρεία έχει και η άλλη, οπότε δεν υπάρχει θέµα αλλαγής ανταγωνισµού, είναι πώς αντιµετωπίζεις µία κατάσταση. Σίγουρα όλες οι εταιρείες µπορώ να πω ότι έχουµε δώσει σαφέστατες εντολές στους εργαζόµενους για το τι µέτρα πρέπει να τηρούν. Εντάξει, είναι η δουλειά µας, αλλά είναι και η ζωή µας και η ζωή των ανθρώπων γύρω µας. Σίγουρα έχουµε χάσει τη δυναµική που είχαµε, µε την έννοια της επικοινωνίας µε τον παραγωγό ή το δίκτυο των γεωργικών καταστηµάτων. Υπάρχει µεγάλος φόβος, θεωρώ όµως ότι τα βασικά µηνύµατα θα µπορέσουµε να τα µεταφέρουµε. Μπορεί να υπάρξει µία καθυστέρηση στην ενηµέρωση και να χάσουµε ένα-δύο χρόνια στο να παρουσιάσουµε κάτι νέο, αλλά δεν θεωρώ ότι αυτό θα είναι τόσο ζηµιογόνο συνολικά. Οπότε, θεωρώ ότι συνεχίζουµε κανονικά µε λίγο διαφορετικό τρόπο.

 

Για να πάµε στα πιο ειδικά θέµατα που αφορούν τις καλλιέργειες που καλείται να διαχειριστεί η συγκεκριµένη έκδοση, µέχρι πριν από λίγο καιρό λέγαµε «µετά από το σκληρό το χάος». Τώρα βλέπουµε κάποια διαφοροποίηση;

Πρώτα απ’ όλα, αυτό το θεωρώ λίγο υπερβολικό κι είµαι ένας άνθρωπος στην αγορά που έχει παρέµβαση στο σκληρό σιτάρι. Μπορώ να πω ότι ήταν µία δικαίωση γι’ αυτή την καλλιέργεια, κάνει τον κύκλο της. Είχε τουλάχιστον τρία-τέσσερα χρόνια όπου ήταν στα αζήτητα. Σίγουρα υπάρχει µία τιµή βάσης, που είναι τα 0,20 ευρώ, οτιδήποτε πιο κάτω δηµιουργεί δυσαρέσκεια στον παραγωγό, οτιδήποτε πιο πάνω δηµιουργεί µία τάση για κάτι παραπάνω. Σίγουρα η πανδηµία βοήθησε στην τιµή που είχαµε, οι τιµές λίγο πριν την πανδηµία έδειχναν ότι στα αλώνια το σιτάρι ήταν 0,21-0,22 ευρώ το πολύ, έφθασε 0,24 ευρώ, αυτήν τη στιγµή παραµένει στα 0,24 ευρώ, µπορεί να αγγίζει και τα 0,25 ευρώ, σε πραγµατικές πράξεις, δεν µιλώ για το Χρηµατιστήριο. Κρατά καλά, έχουν µπει πάρα πολλά στρέµµατα και εδώ θα συµφωνήσω µαζί σου, ότι υπήρξε πολύ µεγάλη αύξηση, την υπολογίζουµε κοντά στο 30%. Αλλά δεν µας φοβίζει για τα υπόλοιπα, διότι ο µεγαλύτερος χαµένος είναι το κτηνοτροφικό κριθάρι. Από εκεί κέρδισε τα περισσότερα στρέµµατα το σκληρό.

 

Η βελτίωση της τιµής παραγωγού έχει βοηθήσει το σκληρό σιτάρι να βελτιώσει τη θέση του στο χάρτη καλλιέργειας της χώρας και την εικόνα του σαν προϊόν;

Πηγαίνουν καλά τα σιτάρια, έχουν πέσει βροχές, οι θερµοκρασίες είναι καλές, τα λίγα κρύα δεν τα έχουν επηρεάσει, µιλώ σαν παραγωγός. Και συγχρόνως οι τιµές παραµένουν ψηλά. Αυτό οδηγεί τον παραγωγό και να κάνει σωστή ζιζανιοκτονία, η οποία τα προηγούµενα χρόνια είχε λίγο ατονήσει αλλά και να ρίξει αρκετό λίπασµα για να έχει µία µεγάλη παραγωγή. Άρα βλέπουµε ότι στο σκληρό σιτάρι η τάση για εισροές είναι αυξηµένη. Όλα δείχνουν, Θεού θέλοντος, ότι θα έχουµε καλή χρονιά από πλευράς καλλιεργητικών φροντίδων. Είναι θέµα καιρού µετά το εάν θα έχουµε µεγάλες παραγωγές και καλή ποιότητα.

 

Μήπως θα µπορούσαν να γίνουν περισσότερα από την εγχώρια βιοµηχανία ζυµαρικών, µήπως οι εξαγωγές, όπως τις ξέρουµε, αδικούν κάπως την πρώτη ύλη του σκληρού;

Η βιοµηχανία ζυµαρικών στην Ελλάδα θεωρώ ότι έχει παίξει πολύ µεγάλο ρόλο, ειδικά τα τελευταία χρόνια που ήταν, ας το πούµε, µαύρα χρόνια για το σκληρό. Να σου πω το απλό ότι όσοι είχαν συµβόλαιο µε τη βιοµηχανία είχαν µία εγγυηµένη τιµή τα 0,20 ευρώ, όταν το σιτάρι είχε κάτω από 0,20 ευρώ. Γενικά έχουν δείξει την τάση να θέλουν να στηρίξουν την καλλιέργεια και, αν µη τι άλλο, είναι η πρώτη τους ύλη και θέλουν να την έχουν στα πόδια τους. Τώρα, το θέµα µε τη βιοµηχανία είναι ότι δεν µπορεί να κάνει τα πάντα. Θεωρώ ότι καταναλώνει µία πολύ µεγάλη ποσότητα της ελληνικής παραγωγής, την ωθεί και επιµένει

και ζητά να έχει αρκετά υψηλή ποιότητα. Από εκεί κι ύστερα, είναι οι έµποροι που κάνουν τις εξαγωγές αυτοί που πρέπει να στηρίξουν το κοµµάτι της εξαγωγής.

∆ηλαδή εάν ο µέσος όρος του σιταριού µας είναι η πρωτεΐνη 11% ή 11,5% ή 12%, δεν θα το κάνουν οι τρεις µεγάλες βιοµηχανίες ζυµαρικών, αυτό θα το κάνουν οι έµποροι στα πρωτόκολλα και στα πρότυπα της βιοµηχανίας και αυτοί, µε τη σειρά τους, µε τους µεσίτες, µε το δίκτυό τους να ωθήσουν τον παραγωγό στο να καλλιεργήσει, ώστε να έχει µία καλύτερη ποιότητα για να υπάρχει καλύτερη ποιότητα στην εξαγωγή.

Η ερώτησή µου είναι εάν αντί να εξάγουµε περισσότερο σκληρό σιτάρι, µπορούµε να εξάγουµε περισσότερα µακαρόνια, να το πω απλά.

Αυτό είναι µία ερώτηση που δεν µπορώ να την απαντήσω, θα πρέπει να ρωτήσετε στην Barilla, στη Μέλισσα και στην Eurimac, που είναι οι τρεις µεγάλοι παίκτες.

Στο καλαµπόκι είδαµε µία ξαφνική άνοδο τιµής, µπορεί να έχει συνέχεια;

∆υστυχώς το καλαµπόκι τα τελευταία χρόνια έχουµε δει ότι ελέγχεται από τους βόρειους γείτονές µας, δηλαδή Βουλγαρία και Ρουµανία, γιατί έχουν υπερπολλαπλάσιες εκτάσεις και πολύ µεγάλο όγκο προϊόντος. Επίσης έχουν πολύ µικρότερο κόστος παραγωγής απ’ ό,τι έχει ένας Έλληνας αγρότης, µε βασικό στοιχείο ότι εκεί παράγεται χωρίς νερό, είναι ξηρική καλλιέργεια. Όσο βρέξει το καλοκαίρι, τόσο θα βγάλουµε. Απλώς είναι τεράστιες οι εκτάσεις, εύφορες, πολλές φορές δίπλα σε ποτάµια, υπάρχει υγρασία και παίρνουν καλές παραγωγές. Έχουµε δει ότι γενικά στα αλώνια στην Ελλάδα γίνονται εισαγωγές που ρίχνουν την τιµή, και µετά όλο το χρόνο ελέγχουν τα πάντα. Αυτή τη στιγµή βλέπουµε την αύξηση τιµής η οποία οφείλεται στο γεγονός -δεν ξέρω κατά πόσον είναι γνωστό- ότι το περυσινό καλοκαίρι ήταν πάρα πολύ ξηρικό σε όλη τη Βόρεια Ευρώπη και αυτό είχε µία επίπτωση και στο καλαµπόκι αλλά και στον ηλίανθο.

 

Υπάρχει µείωση αποθεµάτων δηλαδή.

∆εν υπάρχει µεγάλη διαθεσιµότητα, γιατί δεν πήγε καλά η παραγωγή τους, όµως δεν ξέρουµε πόσα στρέµµατα θα βάλουν και τι παραγωγή θα έχουν. Γενικά το καλαµπόκι εγώ το βλέπω περισσότερο σαν ενσίρωµα που θα βοηθήσει την κτηνοτροφία και δεν µετακινείται -δεν µπορείς να κουβαλήσεις ενσίρωµα από τη Βουλγαρία, είναι τεράστιος ο όγκος- παρά σαν καρπό. ∆ηλαδή µόνο καρπό για κτηνοτροφία µε κλειστά συµβόλαια και ενσίρωµα.

Όµως, µήπως η επένδυση στο καλαµπόκι είναι µεγάλη γι’ αυτό που τελικά αφήνει αυτή η καλλιέργεια;

Ναι, το κόστος καλλιέργειας είναι αρκετά µεγάλο και πρέπει να γίνει και στη σπορά. Όλα τα έξοδα της καλλιέργειας είναι στα πρώτα στάδια. Σίγουρα είναι αρκετά χρήµατα, αλλά σε µία καλή χρονιά µε µία καλή τιµή βγαίνει κέρδος. Εάν όµως δεν πάει καλά, τότε θα είναι και η ζηµιά µεγάλη.

 

Υπάρχει ακόµα µέλλον για τη βαµβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα;

Θεωρώ ότι ναι, και έχουν γίνει πάρα πολλές προσπάθειες γι’ αυτό, έχουµε δει κινήσεις από όλες τις πλευρές, όχι µόνο από το πολλαπλασιαστικό υλικό. Πλέον αρχίζει και αποκτά το ευρωπαϊκό βαµβάκι ταυτότητα, όπως είναι το BCI, µία σφραγίδα που ανοίγει αρκετές αγορές. Γενικά βλέπουµε ότι το βαµβάκι φεύγει από τον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας και πηγαίνει σε µοντέλα, ας το πούµε, ολοκληρωµένης διαχείρισης και συγκεκριµένης παραγωγής. ∆ηλαδή πάµε να κάνουµε ουσιαστική συµβολαιακή γεωργία, να παράγουµε µία ποικιλία µε έναν «Α» τρόπο για να βγει µία «Α» µπάλα. Αυτό άλλωστε είναι συµβολαιακή γεωργία -γιατί τα τελευταία χρόνια την έχουµε παρεξηγήσει µε µία πιστωτική κάρτα µίας τράπεζας που µας δίνει λεφτά. Το προϊόν είναι η συµβολαιακή γεωργία. Ως αποτέλεσµα βλέπουµε ότι δηµιουργούνται υπεραξίες και αρχίζουν και φαίνονται στον παραγωγό, άλλοτε είναι 5%, άλλοτε είναι 10%. Όταν η τιµή του προϊόντος αρχίζει και αυξάνεται µέσα από αυτά τα µοντέλα και σε µία δύσκολη χρονιά, όπως η φετινή, περνά κάποια όρια, τότε βλέπουµε ότι έχει µέλλον.

Πώς συνοψίζεται η εµπειρία από την τελευταία εµπορική περίοδο; Θεωρείτε ότι αυτή η διαφοροποίηση ήταν αρκετή για να κρατήσει τους καλλιεργητές;

Βλέπαµε τους παραγωγούς πώς αντιδρούσαν, ακόµα και στα social media, και µιλούσαν, πρώτα απ’ όλα, για 0,35 ευρώ. Τα 0,35 ευρώ ήταν η προκαταβολή. Η τιµή βάσης ήταν τα 0,40 ευρώ και µαζί µε τα πριµ υγρασίας ή ποικιλιών ή άλλα συστήµατα πολλοί παραγωγοί πληρώθηκαν και επάνω από 0,44, 0,45 και 0,46 ευρώ. Άρα βλέπουµε µεγάλες διαφοροποιήσεις. Βλέπουµε µία τιµή η οποία είναι στα περυσινά επίπεδα και λίγο καλύτερη, όταν η χρονιά ξεκίνησε πάρα πολύ άσχηµα. Ήµασταν λίγο πριν τα αλώνια και δεν υπήρχε ζήτηση, δεν υπήρχαν προπωλήσεις, δεν υπήρχε τίποτα. Θεωρώ, όµως, ότι όλο αυτό οφειλόταν στο ότι είχε σταµατήσει η παγκόσµια κλωστοϋφαντουργία. Με το που ανακοινώθηκε ότι βγαίνουν τα εµβόλια και ουσιαστικά το επόµενο καλοκαίρι πηγαίνουµε σε µία ελευθερία, τότε ξαφνικά είδαµε να αρχίζει να κινείται το βαµβάκι. ∆ηλαδή άρχισαν να κινούνται τα κλωστήρια, το νήµα και να ετοιµάζεται η αγορά να υποδεχθεί την ηµέρα που θα µας αφήσουν ελεύθερους από τα κλουβιά µας, να το πω χαριτολογώντας. Εκεί ξαφνικά είδαµε το βαµβάκι να ανεβαίνει και να υπάρχει πολύ µεγάλη ζήτηση, µε αποτέλεσµα σήµερα µπορώ να πω ότι η τιµή του, εάν σήµερα ήταν o Οκτώβριος που µαζεύαµε, θα µιλούσαµε για τιµές άνω του 50

 

 

Ναι, αλλά δεν είναι σήµερα η εποχή που µαζεύουµε και δεν είναι σήµερα η εποχή που πληρώνεται ο παραγωγός. Εγώ λέω ότι οι τιµές υπολείπονταν των περυσινών εάν το δούµε στους µέσους όρους.

 

Το θέµα είναι πότε πωλήθηκε το βαµβάκι. Καλώς ή κακώς -είναι µία νοµοτέλεια- δεν µπορεί ένας κλάδος να χρηµατοδοτήσει το σύνολο του κύκλου εργασιών του σε µία ηµέρα. Τι σηµαίνει αυτό; Σηµαίνει ότι όταν πρέπει να αγοραστεί όλο το ελληνικό βαµβάκι τον Οκτώβριο, τα εκκοκκιστήρια δεν έχουν όλα αυτά τα χρήµατα της αξίας του προϊόντος, κάποια έχουν λίγα παραπάνω, κάποια έχουν λίγο λιγότερα. Αυτό σηµαίνει ότι καθώς εκκοκκίζουν και παραλαµβάνουν βαµβάκι, πωλούν κιόλας για να µπορέσουν να πληρώσουν τους παραγωγούς. Συνήθως αυτό είναι µία διαδικασία που κρατά κάποιους µήνες και το ∆εκέµβριο γίνονται οι εκκαθαρίσεις, όπως έγινε και φέτος. Άρα το ελληνικό βαµβάκι θα πρέπει να καταλάβουµε ότι πωλήθηκε µε τιµές ΟκτωβρίουΝοεµβρίου, άντε και λίγο ∆εκεµβρίου. Οπότε πρέπει να δούµε εκεί πόσο είχε, µην το βλέπουµε σήµερα. Σήµερα ξέρεις ποιοι κερδίζουν; Σήµερα κερδίζουν οι παραγωγοί που το έχουν αφήσει ανοικτό, παίζουν τζόγο µόνοι τους και σου λέει «τσίµπησα άλλα 0,02 ευρώ». Όµως η ανοιχτή τιµή δεν είναι µόνο προς τα επάνω, ο τζόγος έχει ρίσκο απώλειας

 

 

Μόνο που συνήθως η καλύτερη τιµή έρχεται όταν µειώνεται η προσφορά του προϊόντος, δεν έρχεται ποτέ η καλύτερη τιµή την ώρα της συγκοµιδής.

 

Επειδή δεν µου αρέσει να είµαι µε τον Α ή τον Β, µου αρέσει να είµαι µε το προϊόν, ξέρω ότι υπάρχουν εκκοκκιστήρια που όλο το χρόνο έχει δικαίωµα ο παραγωγός να κλειδώσει µία τιµή, µε άλλα λόγια να ασχοληθεί µε την πώληση του προϊόντος 365 ηµέρες. Ξέρει ότι θα το παράξει µία ηµέρα, µία ηµέρα θα µπει να µαζέψει, αλλά µπορεί τις υπόλοιπες, εάν βρει µία τιµή που του κάνει, να την κλειδώσει.

 

Αυτή η διαδικασία δεν έχει αναπτυχθεί όσο χρειάζεται έτσι ώστε να έχουν όλοι µία τέτοια πρόσβαση. Περιορίζεται σε συγκεκριµένο εκκοκκιστήριο και για συγκεκριµένους παραγωγούς. Πίστεψέ µε, δεν είναι ένα, είναι αρκετά. Απλώς υπάρχει κι ο αντίλογος, αυτό που φοβούνται οι εκκοκκιστές. Ήµουν προχθές στη Θεσσαλία σε ένα εκκοκιστήριο πολύ µεγάλο, παραδοσιακό και παλιό. Εκεί ήταν ένας µεσίτης µε τον εκκοκιστή και του έλεγε «θέλω σήµερα να µου κλειδώσεις 1.000.000 κιλά µε 0,50 ευρώ». Και του λέει ο άλλος «εγώ µπορώ να το κάνω, αλλά θα πρέπει να το τηρήσεις. Εάν δηλαδή πάει 0,51 ευρώ, θα πρέπει να µου φέρεις και να πληρωθείς 0,50 ευρώ, θα το κάνεις;». Με άλλα λόγια πρέπει να καταλάβουν από όλες τις πλευρές ότι ένα συµβόλαιο είναι συµβόλαιο.

 

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να δούµε είναι µήπως τελικά η υπεραξία του βαµβακιού και η καλύτερη τιµή για τον παραγωγό, βρίσκεται στους επόµενους από αυτόν κρίκους της αλυσίδας; Μήπως αντί να εξάγουµε µπάλα βαµβάκι, να εξάγουµε νήµα, να εξάγουµε ύφασµα ή να εξάγουµε τελικό προϊόν, δηλαδή να το βλέπουµε να πάει και µέχρι τη µόδα.

 

Είναι πολύ πιο ευρύ αυτό το πράγµα που θέτεις. Έχουµε δει ότι η ελληνική κλωστοϋφαντουργία έχει καταρρεύσει, τα νηµατουργία που έχουν µείνει µετριούνται στα δάκτυλα ενός χεριού. ∆εν ξέρω κατά πόσο µπορούµε να πάµε στο να δούµε και τα πλεκτήρια ή να δούµε τις βιοτεχνίες που είχε η Ελλάδα πριν από 20 χρόνια όταν έραβε για όλη την Ευρώπη. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το δει γενικά µία κυβέρνηση σε τελείως άλλο σχεδιασµό. Σε γενικές γραµµές θεωρώ ότι το πρόβληµα στην εµπορία έχει να κάνει µε το ότι βρήκαµε την ευκολία της Τουρκίας, δίπλα µας, που είναι νούµερο ένα χώρα στον κόσµο σε νηµατουργία και το βαµβάκι απορροφάται ό,τι και να γίνει. Ήταν εύκολη η πώληση δηλαδή του προϊόντος δίπλα, οπότε δεν ασχοληθήκαµε και µε την ποιότητα που είπα στην αρχή και µε κάθε διαφοροποίηση.

 

∆εν προσέφερε αυτό τη δέουσα υπεραξία πάντως.

 

∆εν ήταν υπεραξία, ήταν ευκολία, έφευγε. ∆εν έµενε στοκ, δεν έµενε τίποτα. Θεωρώ όµως ότι τα τελευταία χρόνια µε όλα αυτά τα προβλήµατα που είχαµε, λίγο τα οικονοµικά της Τουρκίας που µας ταρακούνησαν στον τοµέα του βάµβακος, λίγο η πανδηµία που σταµάτησε παγκοσµίως η κλωστοϋφαντουργία, όλα αυτά οδήγησαν αρκετούς εκκοκκιστές να ψάξουν και τα µοντέλα πιστοποίησης και διαχείρισης, να φτιάξουν δηλαδή διαφορετικό, καλύτερο προϊόν, και να ανοίξουν αγορές ιδιαίτερες, καλύτερες, ώστε να µην είναι 100% ελεγχόµενοι από την Τουρκία.

 

Όπως κάτι λίγο έγινε ήδη και στη βιοµηχανία της µόδας. Ανοίγουν µικρές επιχειρήσεις, οι οποίες επικεντρώνονται στην ανάπτυξη µίας ετικέτας που εντοπίζεται στο ελληνικό προϊόν.

 

Οι µεγάλοι παίκτες αρχίζουν και γυρνούν πίσω από την Κίνα, γιατί έχει να κάνει και µε τις συνθήκες που παράγεται ένα ρούχο ή ένα προϊόν. Οπότε βλέπουµε ότι ο καταναλωτής δεν κοιτά µόνο εάν είναι κάτι φθηνό ή ακριβό, θέλει να ξέρει και το πώς φτιάχτηκε αυτό που αγοράζει και εκεί έχουµε πλεονεκτήµατα.

 

Για να κλείσουµε µε την καλλιέργεια του βαµβακιού, βλέπετε ότι µετά από όλα αυτά που συνέβησαν το 2020, το 2021 θα είναι τουλάχιστον καλύτερο για το ελληνικό βαµβάκι; Στρεµµατικά βλέπω πτώση. Από την άλλη πλευρά όµως σαν προϊόν αυτό καθ’ αυτό, βλέπω σαφέστατη στροφή σε πιστοποιηµένο βαµβάκι, σε πρωτόκολλο παραγωγής ελεγχόµενο από την ποικιλία µέχρι και τον τρόπο συγκοµιδής και βλέπω σαφέστατα καλύτερες τιµές απ’ ό,τι πήραν φέτος οι παραγωγοί. Είναι ξεκάθαρο ότι το βαµβάκι θα έχει θετικό πρόσηµο σε όλα τα επίπεδα, εκτός από τα στρέµµατα που δυστυχώς θα φύγουν πολλά, αλλά τι να κάνουµε.

 

Κάτι ακούγεται για τη δηµιουργία υβριδίων στο βαµβάκι και για µεταφυτεύσεις, όπως γίνεται τώρα µε τη βιοµηχανική ντοµάτα.

 

Υβρίδια βαµβακιού υπάρχουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από εκεί και πέρα η µεταφύτευση του βαµβακιού γίνεται σε περιπτώσεις ποικιλιών οι οποίες έχουν πάρα πολύ υψηλή απόδοση σε ίνα, που σηµαίνει ότι έχουν πολύ µικρό σπόρο. Με πάρα πολύ µικρό σπόρο, σε κλασική σπορά στο χωράφι µπορεί να έχεις µεγάλες απώλειες. Αυτό τι σηµαίνει; Ότι ο µόνος τρόπος να το αποφύγεις είναι να κάνεις όπως στη βιοµηχανική ντοµάτα, δηλαδή να κάνεις φυτάρι και το φυτάρι να το µεταφυτεύσεις. Άλλοι το κάνουν γιατί θέλουν να κερδίσουν ηµέρες στην καλλιέργεια, δηλαδή να σπείρουν πιο νωρίς, πιο µεγάλα φυτά, να αντέξουν και να προχωρήσουν. Γενικά υπάρχουν πολλές θεωρίες. Όµως εάν δεν δούµε στην πράξη µία τέτοια τεχνολογία, το κόστος που θα επιφέρει και το τι κέρδος θα µας φέρει, δεν µπορώ να πω κάτι. Αλλά, γενικά, δεν θεωρώ ότι µπορούµε να πετύχουµε κάτι παραπάνω µε υβρίδια απ’ ό,τι µε τις ποικιλίες που έχουµε αυτήν τη στιγµή και που έρχονται.

 

 

Απολογιστικά πώς βλέπουµε τα αγροτικά προϊόντα και την ελληνική γεωργία µετά την πανδηµία; Βγήκε κάποιο κρυφό χαρτί από αυτήν τη διαδικασία σε επίπεδο καλλιεργειών;

 

∆εν νοµίζω. Είδαµε ότι δεν αλλάζουν εύκολα οι ισορροπίες, είδαµε ότι κάποια βασικά προϊόντα επηρεάζονται θετικά, όπως είναι το σκληρό σιτάρι. Είδαµε κάποια άλλα προϊόντα, όπως είναι το βαµβάκι, τη µία ηµέρα να είναι απογοήτευση και την άλλη ηµέρα να είναι ενθουσιασµός, είδαµε διάφορα, αλλά γενικά δεν είδαµε κάτι ριζικό. Το θέµα είναι µε τα κηπευτικά θεωρώ περισσότερο, αφού εκεί δηµιουργήθηκε µεγαλύτερη αναταραχή και αυτό έχει να κάνει µε τον τουρισµό σίγουρα. Στις µεγάλες, στις αροτραίες καλλιέργειες δεν είδαµε κάτι διαφορετικό, ίσα-ίσα είδαµε ότι είναι αρκετά καλά δοµηµένη η αγορά και άντεξε την όλη αναταραχή που περνάµε.


Βασίλης Ανδριώτης
Γενικος γραμματεας ΣΕΠΥ
& επικεφαλης της σπ. ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ ΑΕ

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία