Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Σιτηρά - Ρύζι

Στα 500 ευρώ μετά από 15 χρόνια το σκληρό σιτάρι και η εμπειρία του 2008

Σε κυρίαρχο θέµα συζήτησης έχει εξελιχθεί αυτές τις µέρες στα αγροτικά καφενεία και τους τόπους συνάθροισης των επαγγελµατιών της αγροτικής παραγωγής, η επίµονη άνοδος που παρουσιάζουν αυτό τον καιρό τα αγροτικά εµπορεύµατα και κύρια οι τιµές των σιτηρών (σκληρό, µαλακό και κριθάρι), του καλαµποκιού, των κτηνοτροφικών φυτών αλλά και του βαµβακιού.

27exwfyllo_825

14032
0

Τα 490 ευρώ ο τόνος που ανακοίνωσε για το σκληρό σιτάρι στα τέλη της εβδοµάδας η Φότζια και δίνει τη δυνατότητα για προσφορές στους παραγωγούς, δηλαδή στην εγχώρια φυσική αγορά, µέχρι και 45 λεπτά το κιλό, αποτελούν τιµές ρεκόρ στην ιστορία του προϊόντος και είναι φυσικό να µονοπωλούν το ενδιαφέρον των καλλιεργητών. Από την άλλη πλευρά, οι εξελίξεις στη διεθνή αγορά εµπορευµάτων πυροδοτούν ανάλογη άνοδο στις τιµές των ζωοτροφών, επιβαρύνοντας όσο ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες τα κόστη παραγωγής των κτηνοτροφικών µονάδων, η βιωσιµότητα των οποίων σε πολλές περιπτώσεις τίθεται σε άµεσο κίνδυνο.

Το ερώτηµα είναι που θα σταµατήσει αυτή η άνοδος. Η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι µόνο την εµπορική περίοδο 2007-2008 υπήρξε µια ανάλογη ανοδική τάση στα αγροτικά εµπορεύµατα, µε κυρίαρχο και τότε το σκληρό σιτάρι, όταν η Φότζια έγραψε ως αποκορύφωµα 505 ευρώ ο τόνος (Μάρτιος 2008). Ακολούθησε ήπια υποχώρηση µέχρι τις αρχές Φθινοπώρου του 2008 για να ακολουθήσει στη συνέχεια ραγδαία πτώση που προσγείωσε τις τιµές παραγωγού από τα 35 στα 22 λεπτά το κιλό (∆εκέµβριος 2008).

Η Agrenda έχει γράψει απερίφραστα ότι η παρούσα άνοδος στα αγροτικά εµπορεύµατα δεν είναι στηµένη και ευκαιριακή. Έρχεται µετά την πανδηµία και τα διαδοχικά lockdown διεθνώς,  συνδυάζεται µε ακραία καιρικά φαινόµενα η επανάληψη των οποίων δείχνει πιθανή, µοιάζει µε αποτέλεσµα ευρύτερων ανακατατάξεων στις αγορές και ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες ισορροπίες.

Υπ’ αυτή την έννοια δεν αποκλείεται να έχει διάρκεια µεγαλύτερη του τρέχοντος έτους, ωστόσο, δεν µπορεί και να συνεχίζεται επ’ αόριστον. Οι αγορές αντιδρούν, συνήθως µε κάποιες υπερβολές, ωστόσο διορθώνουν κι αυτό θα πρέπει να λαµβάνεται εξίσου σοβαρά υπόψη.

Το 2007-2008 η Φότζια για καιρό έδειχνε 500 ευρώ
Του Γιάννη Πανάγου

Μετά από ράλι ανόδου ήρθε  η κατρακύλα στα σιτηρά που κράτησε μια 15ετία

Οι οικονοµίες ακολουθούν κύκλους και η ιστορία στις αγορές επαναλαµβάνεται. Η σηµερινή εικόνα στην αγορά εµπορευµάτων θα µπορούσε να έχει οµοιότητες µε την αντίστοιχη πορεία της διετίας 2007-2008, όταν το σκληρό σιτάρι ξεπέρασε στη Φότζια τα 500 ευρώ τον τόνο για να ακολουθήσει κάποιους µήνες αργότερα η µεγάλη κατρακύλα που κράτησε τις τιµές των σιτηρών καθηλωµένες για περισσότερο από µια 15ετία. Βεβαίως, κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει το αύριο, από τη στιγµή που οι µεγάλες ανακατατάξεις στις αγορές µε αφορµή την πανδηµία, συνδυάζεται µε ακραία καιρικά φαινόµενα και σηµάδια κλιµατικής αλλαγής στον πλανήτη, τα οποία µένει να αποδειχθούν στην πράξη.

Για να πάρουµε πάντως τα πράγµατα µε τη σειρά, η αφετηρία της τρέχουσας ανισορροπίας στις αγορές, εποµένως και της ζωηρής ανόδου των τιµών διεθνώς έχει τις ρίζες της στην πανδηµία και στα διαδοχικά lockdown. Εκεί αυξήθηκε η κατανάλωση των σιτηρών, εκεί µειώθηκαν τα αποθέµατα, εκεί δυσκόλεψαν οι εµπορευµατικές συναλλαγές, εκεί αυξήθηκαν τα κόµιστρα και τα ναύλα, εκεί εντοπίζεται ακόµα και σήµερα µια τεράστια δυσλειτουργία.

Το παρατεταµένο ξηροθερµικό καλοκαίρι και οι καύσωνες ακόµα και στο βόρειο ηµισφαίριο είναι αυτό που «ξεχείλισε το ποτήρι» και οδήγησε το δείκτη της Φότζια σ’ αυτά τα επίπεδα, πράγµα το οποίο αφορά βέβαια αποκλειστικά στα αγροτικά εµπορεύµατα και εν προκειµένω στις τιµές του σκληρού σιταριού.

Είχε προηγηθεί, από τις αρχές του χρόνου, σε κάποιες περιπτώσεις και από τα τέλη του 2020 η ανοδική πορεία στις τιµές των πρώτων υλών και στα ορυκτά καύσιµα, εξέλιξη η οποία επηρέασε σε σηµαντικό βαθµό τις τιµές των αγροτικών εισροών, και τα αντίστοιχα κόστη παραγωγής.    

Όπως αναφέρεται και από τις στήλες του περιοδικού profi, o Σεπτέµβριος είναι ο µήνας της επιστροφής στην πραγµατικότητα και η πραγµατικότητα στον τοµέα  της αγροτικής παραγωγής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εφησυχασµό. Το γεγονός ότι οι τιµές για τα πολλά και κρίσιµα  αγροτικά προϊόντα κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα είναι κάτι που απηχεί τις διεθνείς εξελίξεις στην αγορά εµπορευµάτων και ταυτόχρονα µε τις επιπτώσεις στον διεθνή ανταγωνισµό ενδεχοµένως να επιδρά ανασταλτικά στην προώθηση των µεγάλων µεταρρυθµίσεων που έχει ανάγκη η ελληνική γεωργία.

Η πείρα δείχνει ότι σε παρόµοιες συνθήκες οι παραγωγοί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν αξιοποιούν παραγωγικά τα όποια οφέλη από την άνοδο των τιµών. Συχνά οι αγρότες αρνούνται ή και δυσκολεύονται να προχωρήσουν ακόµα και σε προγραµµατισµένες αναδιαρθρώσεις των εκµεταλλεύσεών τους, πράγµα το οποίο, σε ορατό χρόνο, κάνει τη θέση τους στον ανταγωνισµό ακόµα πιο δύσκολα.

Η ιδιαίτερη υψηλή τιµή την οποία απολαµβάνει σήµερα το σκληρό σιτάρι για παράδειγµα είναι πολύ πιθανό να διευρύνει την παρουσία των αγροτών σε µια καλλιέργεια χαµηλών εισροών και πεπερασµένων δυνατοτήτων για προστιθέµενη αξία. Ανακόπτεται κατά κάποιο τρόπο το ρεύµα µετάβασης σε πιο εντατικές καλλιέργειες και σε αναζήτηση λύσεων για καθετοποίηση της παραγωγής.

Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η διάρθρωση του κλήρου είναι προβληµατική και µεγάλο µέρος παραγωγικών εκτάσεων βρίσκονται σε χέρια  µη αγροτών, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να διευκολυνθεί τελικά άλλος ένας κύκλος δραστηριότητας από «αγρότες του καναπέ», δηλαδή από κατόχους αγροτικής γης που θα προτιµήσουν την ιδιοχρησία από την ενοικίαση των αγροτεµαχίων τους. Κι αυτό, χωρίς καµιά διάθεση για επενδύσεις σε µέσα παραγωγής και χωρίς να στοιχειοθετούνται προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας.

Το αφιέρωμα βρίσκεται διαθέσιμο στο φύλλο της Agrenda που κυκλοφορεί το Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου

 

Ο πληθωρισμός «ροκανίζει» το κέρδος των παραγωγών

Θεμελιώδη και τοποθετήσεις των funds φέρνουν ψηλά 10ετίας

Του Πέτρου Γκόγκου

Με τις τιµές των περισσότερων αγροτικών εµπορευµάτων να έχουν σηµειώσει ετήσια άνοδο από 30% έως και 70%, το γενικό αίσθηµα στις αγορές υπαγορεύει ότι υπάρχουν ακόµα περιθώρια για περαιτέρω άνοδο, ενώ οι πιο αισιόδοξοι εκτιµούν πως βρισκόµαστε ακόµα στην αρχή ενός υπερκύκλου. Ωστόσο η εβδοµαδιαίες ανατιµήσεις στις αγροτικές εισροές και η «µανία» στην οποία έχουν περιέλθει τις τελευταίες εβδοµάδες οι διεθνείς αγορές φαίνεται ότι µάλλον πιέζουν παρά καθησυχάζουνε τους συντελεστές της αγροτικής παραγωγής. Ήδη από το καλοκαίρι του 2020, η Agrenda αναφερόταν σε funds τα οποία είχαν τοποθετηθεί στην άνοδο των αγροτικών εµπορευµάτων στα χρηµατιστήρια συµβολαίων µελλοντικής εκµίσθωσης, βρίσκοντας αφορµή και από τα θεµελιώδη, µε αποτέλεσµα να ωθεί την αγορά σε υψηλά δεκαετίας.

Σε ό,τι αφορά τα θεµελιώδη, οι ζηµιές από ακραία καιρικά φαινόµενα, άφησαν σχεδόν µισή την παραγωγή σκληρού σίτου στον Καναδά, η ξηρασία στη Βραζιλία άφησε ελλειµµατική την αγορά σόγιας και καλαµποκιού ήδη από την περασµένη άνοιξη, ενώ στο βόρειο Ηµισφαίριο επικρατεί επίσης προβληµατισµός αναφορικά µε τις δύο αυτές καλλιέργειες. Άλλωστε και εδώ, η αγροτική παραγωγή «πιάστηκε αδιάβαστη» µπροστά στις ακραίες καιρικές συνθήκες, κάτι που αναµένεται να διαχειριστεί διαφορετικά τις επόµενες χρονιές.

Η συγκυρία ανόδου όµως δεν περιορίζεται µόνο στη µαζεµένη προσφορά και τις χρηµατιστηριακές ασκήσεις. Ήταν και η περίοδος της πανδηµίας που συνέβαλε στο να εξαντληθούν σηµαντικές ποσότητες αποθεµάτων, αφήνοντας στη συνέχεια και ως παρακαταθήκη στα εµπορικά λιµάνια του κόσµου τις καθυστερήσεις και τη σύγχυση µε τα δροµολόγια των πλοίων.

Φυσικά και η τιµή του πετρελαίου που ξεπέρασε τα 70 δολάρια το βαρέλι, έδωσε επιπλέον ώθηση στο ράλι των commodities. Εδώ, οι εκτιµήσεις αναλυτών θέλουν τα προβλήµατα της προσφοράς να επιλύονται όσο οι πετρελαϊκές χώρες βάζουν ξανά µπρος στις µηχανές τους, βέβαια από την άλλη, αναµένεται και η ζήτηση να κορυφωθεί όσο υποχωρεί το µέτωπο της πανδηµίας, όπως συνέβη την περασµένη εβδοµάδα στην Κίνα.

Σήµα ότι πιέζονται σηµαντικά τα περιθώρια κέρδους εκπέµπουν και οι πολυεθνικές στον χώρο του τροφίµου και των ποτών, αναµένοντας από την µια ότι ο υπερκύκλος στις τιµές των αγροτικών εµπορευµάτων θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά και από την άλλη ότι θα υπάρξουν ουσιαστικές επιδράσεις την επόµενη χρονιά.

Μεταξύ αυτών των πολυεθνικών και η Heineken, µε τον CEO της εταιρείας Ντολφ φαν ντερ Μπρινκ να απαριθµεί στους Financial Times τρεις παράγοντες που προκαλούν πονοκέφαλο στα υψηλόβαθµα διοικητικά στελέχη των πολυεθνικών του κλάδου: «Το κόστος των πρώτων υλών όπως το αλουµίνιο, η άνοδος των αγροτικών εµπορευµάτων, όπως το κριθάρι αλλά και µεγαλύτερες επιβαρύνσεις τόσο σε οδικές όσο και σε υπερατλαντικές µεταφορές, έχουν γίνει ένας καλός λόγος για να είµαστε ανήσυχοι».

ΟΙ ∆ΙΑΜΟΡΦΩΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ

Σιτάρι

Νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα τιµών «ανακαλύπτει» η αγορά

Με τη Φότζια να κερδίζει 105 ευρώ ο τόνος µέσα σε διάστηµα 14 ηµερών,
η εξέλιξη των τιµών σκληρού σίτου έχει µπει προ πολλού σε φάση «ανακάλυψης» προσεγγίζοντας τα 45 λεπτά το κιλό. Εν τω µεταξύ, οι πληροφορίες θέλουν ένα καράβι φορτωµένο µε 200.000 τόνους µαλακό σιτάρι από τη Ρωσία και προορισµό την Ελλάδα, να βούλιαξε στο Μυρτώο Πέλαγος, κάτι που αναµένεται να ωθήσει και την τιµή
για τα µαλακά σιτάρια στην εγχώρια αγορά, που το προηγούµενο διάστηµα διαπραγµατεύονταν στα 24
µε 25 λεπτά το κιλό, τιµή αποθήκης παραγωγού.

Βαµβάκι

Οδεύει πάνω από τα 65 λεπτά το σύσπορο για τους Έλληνες

Η χρηµατιστηριακή τιµή βάµβακος για τα συµβόλαια ∆εκεµβρίου 2021 δείχνει να διατηρεί το εύρος των 95 σεντς ανά λίµπρα, µε την αγορά πλέον να στρέφεται στις εκτιµήσεις παραγωγής που θα ανακοινώσει τις επόµενες ηµέρες το αµερικανικό υπουργείο Γεωργίας (USDA). Σε αυτά τα επίπεδα τιµών, το εγχώριο σύσπορο µπορεί να φύγει από τους Έλληνες παραγωγούς ακόµα και 65 λεπτά το κιλό, ωστόσο εδώ το κόστος της ενέργειας, των ανατιµήσεων στις εισροές και η επιβάρυνση των επιπλέον ποτισµάτων περιορίζουν αρκετά το περιθώριο κέρδους.

Χοιρινό

Σε ένα έτος ενισχύεται 94% η διεθνής τιµή

Η τιµή για το χοιρινό κρέας σηµείωσε σε βάθος έτους µια αύξηση σε ποσοστό της τάξης του 94%, στα 1.100 δολάρια το µπούσελ, από 54 δολάρια περίπου που διαπραγµατευόταν το περασµένο καλοκαίρι του 2020. Η άνοδος αυτή φαίνεται ότι αποτυπώνει και την πορεία που είχαν οι τιµές για τις ζωοτροφές, µε το ράλι στα αγροτικά εµπορεύµατα να λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για την διαµόρφωση τιµών στην κτηνοτροφία.

Καλαµπόκι

Ψάχνουν ποσότητες οι έµποροι πριν ανέβει κι άλλο η τιµή

Με τον αλωνισµό στο καλαµπόκι να µην έχει αποκτήσει ακόµα ρυθµό, τα παραγωγικά κέντρα της χώρας κατακλύζουν έµποροι και µεσίτες που διεκδικούν όσο το δυνατόν πιο πολλές  ποσότητες, µαρτυρώντας την κοινή εκτίµηση όλων ότι η αγορά θα συνεχίσει να κινείται ανοδικά. Εν τω µεταξύ ακούγεται ότι µεγάλη απορρόφηση ενσιρώµατος θα γίνει και από εταιρείες παραγωγής, ωθώντας υψηλότερα και την τιµή του. Στο σπυρί, η τιµή πλέον έχει φτάσει στα 29 λεπτά, µε τα 30 λεπτά ορατά στον ορίζοντα, ενώ οι περισσότερες ποσότητες κλείνονται πριν µπει η µηχανή στο χωράφι.

Σόγια

Αυξηµένη ζήτηση και µειωµένη παραγωγή

Την παγκόσµια παραγωγή σόγιας για το 2021-2022 αναθεώρησε το USDA ελαφρά πτωτικά στους 385,22 εκατ. τόνους. Η παγκόσµια κατανάλωση και η χρήση σε ζωοτροφές ανοδικά αναθεωρήθηκαν στους 381,09 εκατ. τόνους και 332,04 εκατ. αντίστοιχα. Παρά την πρόσφατη πτώση της τιµής της, η αυξηµένη ζήτηση από την Κίνα (29% ανάκαµψη κοπαδιών χοίρων το α’ εξάµηνο) και οι προοπτικές για µειωµένη παραγωγή στη Νότια Αµερική, θα µπορούσαν να ενισχύσουν την τιµή.

 

Πάνω κατά 32,9% οι τιμές στις μεγάλες καλλιέργειες μέσα σε ένα χρόνο
Οι δείκτες τιμών της κτηνοτροφίας εμφανίζουν την μεγαλύτερη ενίσχυση κατά 13,6% για γαλακτοκομικά και 22% στην πτηνοτροφία, δείχνει η τελευταία ανάλυση του FAO για τις αγορές

Κατά 32,9% ενισχύθηκε ο δείκτης τιμών τροφίμων του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων (FAO) μέσα σε ένα χρόνο, με μήνα αναφοράς τον περσινό Αύγουστο. Στις 127,4 μονάδες, σημείωσε αύξηση της τάξης του 3,1% συγκριτικά και με τον περασμένο Ιούλιο, σε έναν μήνα κατά τον οποίο ο πληθωρισμός διαμόρφωσε τον Αύγουστο του 2021 υψηλό δεκαετίας αγγίζοντας το 3%.

Ο δείκτης τιμών δημητριακών του FAO αυξήθηκε 3,4% σε σχέση με τον Ιούλιο, με τις χαμηλότερες προσδοκίες για τις σοδειές σε μεγάλες εξαγωγικές χώρες να αυξάνουν 8,8% τις τιμές του σιταριού σε μηνιαία βάση. Αντίθετα, οι τιμές του καλαμποκιού και του ρυζιού μειώθηκαν, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον οι χρηματιστηριακές τιμές στο καλαμπόκι έχουν σταθεροποιηθεί κοντά στα υψηλά τους, όσο η συγκομιδή στην Αμερική πλησιάζει το 70% στις αρχές Σεπτεμβρίου, ένα στοιχείο που η έκθεση του FAO δεν πρόλαβε να αποτιμήσει καθώς η εξέλιξη ακολούθησε την ολοκλήρωση της μηνιαίας αναφοράς.

Ο FAO ανέφερε επίσης ότι οι παγκόσμιες σοδειές δημητριακών θα φθάσουν σχεδόν τους 2,788 δισ. τόνους το 2021, χαμηλότερα από την προηγούμενη εκτίμησή του για 2,817 δισ. τόνους αλλά υψηλότερα από τα επίπεδα του 2020.

Η αναθεώρηση αυτή προκλήθηκε, σύμφωνα με τον Οργανισμό, από τις μόνιμες συνθήκες ξηρασίας σε αρκετές μεγάλες παραγωγικές χώρες.

 Να σημειωθεί ότι στον σχολιασμό του Οργανισμού Τροφίμων επιχειρείται μια συγκράτηση του κλίματος εφορίας στις αγορές, αφού μεταξύ άλλων στις αρμοδιότητες του FAO είναι η εξασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας στις πιο φτωχές γωνιές του πλανήτη, όπου σύμφωνα με άλλη του έκθεση υποσιτίζονται τουλάχιστον 700 εκατ. άνθρωποι.

Οι τιμές των φυτικών ελαίων αυξήθηκαν 6,7%, με τις τιμές του φοινικέλαιου να φθάνει σε ιστορικά υψηλά λόγω των συνεχιζόμενων ανησυχιών για τα επίπεδα παραγωγής και τη μείωση των αποθεμάτων στη Μαλαισία.

Οι τιμές του κρέατος αυξήθηκαν ελαφρά συγκριτικά με τα δεδομένα του Ιουλίου, τα οποία ωστόσο ενίσχυσαν το αίσθημα των πληθωριστικών πιέσεων στη δημόσια σφαίρα. Σε κάθε περίπτωση, καθώς οι ισχυρές αγορές από την Κίνα στήριξαν τις τιμές του βόειου και του πρόβειου κρέατος και η ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές από την Ανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή αύξησαν τις τιμές των πουλερικών, ο συγκεκριμένος δείκτης διατηρείται στο +22% συγκριτικά με τα επίπεδα του προηγούμενου καλοκαιριού. Ο δείκτης τιμών για τα γαλακτοκομικά προϊόντα υποχώρησε ελαφρά σε μηνιαίο επίπεδο, όμως και αυτός βρίσκεται στο 13,6% συγκριτικά με το 2020, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια ενίσχυση της ζήτησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για γαλακτοκομικά που παράγονται εντός του μπλοκ.

Χάνονται στο δρόµο οι τιµές παραγωγού

Μόλις το 10% από την συνολική αύξηση των τιµών παραγωγού µένει ως κέρδος στους Έλληνες αγρότες, σύµφωνα µε υπολογισµούς που έκαναν οργανωµένοι παραγωγοί µιλώντας στην Agrenda. Μάλιστα αυτός ο εισαγόµενος πληθωρισµός φαίνεται ότι δυσχεραίνει και τους όρους µε τους οποίους κινούνται στην αγορά, αφού φέτος η προετοιµασία για την επόµενη καλλιεργητική περίοδο στις µεγάλες καλλιέργειες γίνεται µε µεγαλύτερο από ποτέ επιχειρηµατικό ρίσκο. Ορισµένοι µάλιστα, ήδη βλέπουν τις διαθέσιµες εκτάσεις τις οποίες διαχειρίζονται να µειώνονται, αφού οι ιδιοκτήτες εκφράζουν την επιθυµία τους για ιδιοχρησία, προφανώς σε καλλιέργειες µε χαµηλότερη προστιθέµενη αξία. Αυτή η «υποκινούµενη φούσκα» όπως πλέον χαρακτηρίζουν την κατάσταση στις διεθνείς αγορές αρκετοί εκ των συντελεστών, απαιτεί πλέον υψηλά ποσοστά συγκέντρωσης ενόψει της προετοιµασίας για τη νέα χρονιά.
Αναλυτικά το αφιέρωμα εδώ.



 

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία