«Βρισκόµαστε αντιµέτωποι µε αρκετές παθογένειες, καθώς αυτή τη στιγµή ανακαλύπτουµε προβλήµατα που δεν φανταζόµασταν», δήλωσε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, περί τα µέσα της εβδοµάδας ο υπουργός, τονίζοντας ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται σε µεταβατικό στάδιο και ότι «από του χρόνου (εννοώντας το 2027) δεν θα υπάρχει θέµα», εφόσον θα έχει ολοκληρωθεί η απαραίτητη προσαρµογή.
Στις αρχές του περασµένου καλοκαιριού, όταν ξεσπούσε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Καρδιτσιώτης υπουργός δεν έκρυβε την έκπληξή του για την έκταση της διαφθοράς και το µέγεθος των προβληµάτων, που αυτή η υπόθεση µετέφερε στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων.
Σήµερα, η έκπληξη προέρχεται από τη µη λειτουργία των συστηµάτων και την απόλυτη ασυνεννοησία µεταξύ των εµπλεκόµενων επί του θέµατος αρχών. Μένει κανείς µε την εντύπωση ότι ο υπουργός και πολλά από τα κορυφαία κυβερνητικά στελέχη πίστευαν ότι η µεταφορά και µόνο της αρµοδιότητας στην ΑΑ∆Ε θα έλυνε, ως δια µαγείας, όλα τα προβλήµατα και όλες τις παθογένειες.
Γι’ αυτό και ενδεχοµένως εµπιστεύθηκαν για άλλη µια φορά, τόσο την υπηρεσιακή συγκρότηση όσο και τη µηχανογραφική υποδοµή, στους ίδιους ανθρώπους και στους ίδιους µηχανισµούς, που έφεραν τον ΟΠΕΚΕΠΕ στο προηγούµενο αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο µε οικονοµικές, πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Σήµερα οι ίδιοι που διαβεβαίωναν, σχεδόν ένα χρόνο τώρα, για το «µαγικό κουµπί» που θα έφερνε τις κοινοτικές ενισχύσεις στη γη της επαγγελίας, κρούουν εκ νέου τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας νέα πίστωση χρόνου. Με ποια εχέγγυα όµως;
Σε µια ακόµη προσπάθεια να αµβλύνει τις τρέχουσες ανησυχίες του αγροτικού κόσµου, ο κ. Τσιάρας επιµένει πως µέχρι το Πάσχα θα προχωρήσουν σειρά καταβολών και εκκρεµοτήτων, µε στόχο να κλείσουν ανοιχτά ζητήµατα και να υπάρξει, µέχρι το τέλος του χρόνου, µια ουσιαστική «τυποποίηση» διαδικασιών.
Αυτό στο οποίο φαίνεται να καταφεύγει εδώ και καιρό ο Έλληνας υπουργός, είναι «στη µεγάλη µάχη», όπως λέει, «που δόθηκε για να µην υπάρξει διακοπή ευρωπαϊκών χρηµατοδοτήσεων». Επισηµαίνει, µάλιστα, ότι υπήρξε περίοδος κατά την οποία «η ΕΕ µας απειλούσε µε διακοπή χρηµάτων» και ότι η βασική προτεραιότητα ήταν «να πάρουµε το πράσινο φως και να δώσουµε τα χρήµατα στους δικαιούχους». Όπως υπογράµµισε «ήµασταν υποχρεωµένοι να κάνουµε αυτά τα βήµατα για να µην υπάρχουν προβλήµατα στο µέλλον.