Από τη µια τα οικονοµικά περιθώρια των αγροτικών εκµεταλλεύσεων έχουν περιοριστεί ασφυκτικά κι από την άλλη τα κόστη προµήθειας των προϊόντων θρέψης έχουν αυξηθεί.
Οι λόγοι που επιφέρουν αυτή την αύξηση είναι πολλοί. Ειδικά από τον πόλεµο στην Ουκρανία και µετά, φαίνεται να έχει επέλθει µια ανισορροπία στις τιµές των πρώτων υλών, µε τα κόστη αγοράς των λιπασµάτων από τους παραγωγούς να µην έχουν επανέλθει ποτέ στα προ του 2022 επίπεδα. Είναι µάλιστα η πρώτη φορά που η τελική αγορά δυσκολεύεται πολύ να παρακολουθήσει την εκτίναξη στα κοστολόγια των πρώτων υλών.
Μια δεύτερη παράµετρος που ενέσκηψε από την 1η Ιανουαρίου 2026 και µετά, ήταν ο CBAM (Μηχανισµός Συνοριακής Προσαρµογής Άνθρακα). Ένας φόρος, επί της ουσίας, που επιβάλλεται στις πρώτες ύλες αλλά και τα τελικά προϊόντα που εισάγονται από Τρίτες χώρες, δηλαδή εκεί όπου δεν τηρούνται οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές για τη µείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης (αποτύπωµα του άνθρακα). Η συζήτηση για το CBAM παραµένει ανοιχτή, ωστόσο η επιβάρυνση στα τελικά προϊόντα έχει ήδη περάσει στην αγορά.
Η τρίτη παράµετρος έχει να κάνει µε τις τεχνολογικές εξελίξεις στα λιπάσµατα και τα προϊόντα θρέψης που αναµφίβολα συµβάλλουν στην πιο ορθολογική (από πλευράς περιβαλλοντικών επιπτώσεων και αειφορίας) χρήση των λιπασµάτων και στην πιο αποδοτική διαχείριση των εδαφών, τουλάχιστον µακροπρόθεσµα, ωστόσο η δαπάνη ενσωµάτωσης αυτών των τεχνολογιών σ’ αυτή τη φάση, µάλλον έρχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις χρηµατοροές των αγροτικών εκµεταλλεύσεων. Άλλωστε το γεγονός ότι η χρήση αυτών των λύσεων επιδοτείται σε κάποιο βαθµό από το κοινοτικό πλαίσιο στήριξης των αγροτών (οικοσχήµατα κ.α.) επιβεβαιώνει τη διαφορά κόστους που προκύπτει σε αυτήν τη φάση.
Σαν να µην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και ο πόλεµος στη Μέση Ανατολή. Η έκρυθµη κατάσταση στο Ιράν και στις χώρες του Κόλπου, το κλείσιµο των στενών του Ορµούζ, οι βοµβαρδισµοί σε πετρελαιοπηγές και διυλιστήρια και η εκρηκτική άνοδος στις τιµές του φυσικού αερίου (προαπαιτούµενο για την παραγωγή αζώτου και αζωτούχων λιπασµάτων), οδηγούν σε πλήρη απορρύθµιση την αγορά λιπασµάτων µε ό,τι αυτό σηµαίνει για τον προγραµµατισµό των καλλιεργειών και τη συνεπή υποστήριξη της καλλιεργητικής φροντίδας από δω και µπρος.
Η επιδότηση µε 15% των τιµολογίων αγοράς λιπασµάτων από την κυβέρνηση, είναι µια βοήθεια, δεν µπορεί ωστόσο να αποκαταστήσει την ισορροπία σε µια αγορά που βάλλεται πανταχόθεν.