Μια νέα ελληνική µελέτη που πραγµατοποιήθηκε σε Θεσσαλία και ∆υτική Μακεδονία επιχείρησε να δώσει απαντήσεις ακριβώς πάνω σε αυτό: Tι συµβαίνει όταν η µηδενική κατεργασία, η διατήρηση φυτικών υπολειµµάτων και η µεταβλητή λίπανση εφαρµοστούν σε χωράφια παραγωγών για τρία συνεχόµενα χρόνια.
Η έρευνα έγινε σε τέσσερις περιοχές, στον Κρόκο και την Άνω Κώµη Κοζάνης, αλλά και στη Νίκαια και τη Ραχούλα Λάρισας. Οι καλλιέργειες αφορούσαν σκληρό σιτάρι και κριθάρι και καλύφθηκαν τρεις καλλιεργητικές περίοδοι, από το 2022 έως το 2025. Οι ερευνητές συνέκριναν τέσσερα διαφορετικά συστήµατα διαχείρισης: Tη συµβατική πρακτική, τη Συντηρητική Γεωργία, τη Γεωργία Ακριβείας και το συνδυασµό Συντηρητικής και Γεωργίας Ακριβείας.
Καταρρίφθηκε το επιχείρηµα της απώλειας παραγωγής λόγω µηδενικής κατεργασίας
Η Συντηρητική Γεωργία βασίστηκε στη µηδενική κατεργασία, στη διατήρηση των φυτικών υπολειµµάτων στην επιφάνεια του εδάφους και στην αµειψισπορά. Η Γεωργία Ακριβείας εφαρµόστηκε κυρίως µέσω µεταβλητής λίπανσης, είτε µε αισθητήρες πάνω στο τρακτέρ είτε µε χάρτες εφαρµογής από δορυφορικά δεδοµένα. Παράλληλα, οι ερευνητές παρακολούθησαν την οργανική ουσία του εδάφους, την κατανάλωση αζώτου, τις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου, τις αποδόσεις και φυσικά το κόστος παραγωγής.
Το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ότι οι αποδόσεις δεν παρουσίασαν σηµαντικές διαφορές ανάµεσα στα τέσσερα συστήµατα. Σε όλες τις περιοχές και σε όλη τη διάρκεια της τριετίας, οι διαφοροποιήσεις στις στρεµµατικές αποδόσεις συνδέθηκαν περισσότερο µε τις καιρικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά του εδάφους παρά µε το αν εφαρµόστηκε µηδενική κατεργασία ή µεταβλητή λίπανση. Η χρονιά 2023-2024 ήταν χαρακτηριστική, καθώς οι ξηροθερµικές συνθήκες περιόρισαν σηµαντικά την ανάπτυξη των καλλιεργειών και οδήγησαν σε χαµηλότερες αποδόσεις σε όλες τις περιοχές. Παρ’ όλα αυτά, ούτε εκείνη τη χρονιά εµφανίστηκε κάποια συστηµατική κατάρρευση των αποδόσεων στα χωράφια όπου εφαρµόστηκαν πρακτικές Συντηρητικής Γεωργίας.
Αυτό έχει σηµασία για τους παραγωγούς, καθώς ένας από τους βασικούς φόβους γύρω από τη µηδενική κατεργασία είναι η πιθανή απώλεια παραγωγής, κυρίως στα πρώτα χρόνια εφαρµογής. Η µελέτη δείχνει ότι τουλάχιστον στην τριετή περίοδο που εξετάστηκε, τέτοια εικόνα δεν προέκυψε. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα χωράφια µε Συντηρητική Γεωργία εµφάνιζαν µεγαλύτερη σταθερότητα σε συνθήκες πίεσης, ιδιαίτερα όπου το έδαφος είχε καλύτερη δοµή και µεγαλύτερη ικανότητα συγκράτησης υγρασίας.
Βελτίωση οργανικής ουσίας µε το συνδυασµό Συντηρητικής και Γεωργίας Ακριβείας
Το δεύτερο µεγάλο συµπέρασµα αφορά την οργανική ουσία του εδάφους. Στα χωράφια όπου εφαρµόστηκε µηδενική κατεργασία και διατηρήθηκαν τα φυτικά υπολείµµατα, η οργανική ουσία αυξήθηκε αισθητά µέσα στα τρία χρόνια της έρευνας. Η µεγαλύτερη βελτίωση καταγράφηκε στα χωράφια όπου συνδυάστηκαν η Συντηρητική Γεωργία και η Γεωργία Ακριβείας. Σε µία περίπτωση, στην Άνω Κώµη, η αύξηση της οργανικής ουσίας στην επιφανειακή στρώση του εδάφους έφτασε το 1,19% µέσα στην τριετία.
Το εύρηµα αυτό αποκτά βαρύτητα για τις ελληνικές συνθήκες, όπου πολλά χωράφια χαρακτηρίζονται από χαµηλή οργανική ουσία, αυξηµένο κίνδυνο διάβρωσης και µειωµένη ικανότητα συγκράτησης νερού. Οι ερευνητές επισηµαίνουν ότι η βελτίωση της οργανικής ουσίας συνδέεται µε καλύτερη γονιµότητα, καλύτερο αερισµό του εδάφους και µεγαλύτερη αντοχή στις ξηροθερµικές συνθήκες.
Εξοικονόµηση αζώτου από 3,2 έως 12,7% προσέφερε η µεταβλητή λίπανση
Σηµαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα αποτελέσµατα της µεταβλητής λίπανσης. Ανάλογα µε το χωράφι και τη χρονιά, η εξοικονόµηση αζώτου κυµάνθηκε από 3,2% έως 12,7%. Παράλληλα, αυξήθηκε η αποδοτικότητα χρήσης αζώτου, δηλαδή η ποσότητα καρπού που παράγεται ανά µονάδα λιπάσµατος. Σύµφωνα µε τη µελέτη, τα συστήµατα µεταβλητής λίπανσης βελτίωσαν την αποδοτικότητα χρήσης αζώτου κατά 5% έως 7% σε σχέση µε την οµοιόµορφη εφαρµογή.
Καιρικές συνθήκες και χαρακτηριστικά αγρού
Οι ερευνητές παρακολούθησαν επίσης την ανάπτυξη των καλλιεργειών µέσω δορυφορικών εικόνων και δεικτών βλάστησης. Από την ανάλυση φάνηκε ότι οι διαφορές ανάµεσα στα συστήµατα άλλαζαν σηµαντικά ανάλογα µε τις καιρικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά του κάθε χωραφιού. Στη ∆υτική Μακεδονία, π.χ., οι παγετοί του χειµώνα επηρέασαν περισσότερο την ανάπτυξη των φυτών, ενώ στη Θεσσαλία µεγαλύτερο ρόλο έπαιξαν οι ανοιξιάτικες ξηροθερµικές συνθήκες και η συµπίεση του εδάφους.
Σε ορισµένα χωράφια, τα συστήµατα µηδενικής κατεργασίας βοήθησαν στη διατήρηση καλύτερης υγρασίας και ανάπτυξης. Σε άλλα, ιδιαίτερα όπου υπήρχαν βαριά και συµπιεσµένα εδάφη, η συµβατική κατεργασία συνέχισε να εµφανίζει πλεονέκτηµα στην αρχική ανάπτυξη των φυτών.
Ξεκάθαρη η υπεροχή της Συντηρητικής Γεωργίας στο ενεργειακό αποτύπωµα
Εκεί όπου τα αποτελέσµατα ήταν ξεκάθαρα υπέρ της Συντηρητικής Γεωργίας ήταν στις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου και στην κατανάλωση ενέργειας. Η κατάργηση των συνεχών κατεργασιών µείωσε σηµαντικά τη χρήση καυσίµου και το συνολικό ενεργειακό αποτύπωµα.
Σύµφωνα µε τη µελέτη, τα συστήµατα Συντηρητικής Γεωργίας µείωσαν τις εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 212 έως 238 κιλά ανά εκτάριο σε σχέση µε τη συµβατική καλλιέργεια. Ο συνδυασµός Συντηρητικής Γεωργίας και Γεωργίας Ακριβείας πέτυχε ακόµη µεγαλύτερη µείωση, από 262 έως 332 κιλά διοξειδίου του άνθρακα ανά εκτάριο.
Η µεγαλύτερη διαφορά προήλθε από τη µείωση των κατεργασιών. Όσο περισσότερα περάσµατα γίνονταν µε άροτρο, δισκοσβάρνα και καλλιεργητές, τόσο αυξανόταν το ενεργειακό κόστος και οι εκποµπές. Αντίθετα, στα χωράφια µηδενικής κατεργασίας περιορίστηκαν σηµαντικά τόσο οι ώρες λειτουργίας του τρακτέρ όσο και η κατανάλωση πετρελαίου.Οι ερευνητές επισηµαίνουν ακόµη ότι στα συστήµατα Συντηρητικής Γεωργίας καταγράφηκε και αύξηση του άνθρακα που αποθηκεύεται στο έδαφος µέσω της οργανικής ουσίας.
∆ύσκαµπτος ο δείκτης κερδοφορίας λόγω κόστους
Παρά τα περιβαλλοντικά οφέλη, η οικονοµική εικόνα παραµένει δύσκολη. Η µελέτη δείχνει ότι µε τα σηµερινά επίπεδα τιµών και κόστους καµία από τις τέσσερις πρακτικές δεν εξασφαλίζει άνετη κερδοφορία. Το µεγαλύτερο βάρος προέρχεται από το κόστος µηχανηµάτων, τις ακριβές εισροές και τις χαµηλές τιµές των σιτηρών. Η Συντηρητική Γεωργία µείωσε το συνολικό κόστος παραγωγής κατά 3,8% έως 11,8%, κυρίως λόγω της κατάργησης των κατεργασιών και της χαµηλότερης κατανάλωσης καυσίµου.
Ωστόσο, τα οφέλη αυτά αντισταθµίστηκαν σε µεγάλο βαθµό από άλλες δαπάνες. Οι σπαρτικές µηδενικής κατεργασίας έχουν υψηλό κόστος αγοράς, ενώ αυξήθηκαν και οι δαπάνες φυτοπροστασίας λόγω µεγαλύτερης εξάρτησης από χηµικό έλεγχο των ζιζανίων.
Αντίστοιχα, η Γεωργία Ακριβείας απαιτεί επενδύσεις σε εξοπλισµό. Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τις µικρές ελληνικές εκµεταλλεύσεις, όπου το κόστος του εξοπλισµού µοιράζεται σε περιορισµένη έκταση.
Για τον λόγο αυτό οι ερευνητές εξέτασαν και ένα δεύτερο σενάριο, µε εκµετάλλευση 300 εκταρίων. Σε αυτή την περίπτωση, τα οικονοµικά αποτελέσµατα βελτιώθηκαν σηµαντικά, καθώς τα πάγια κόστη κατανέµονταν σε µεγαλύτερη επιφάνεια και ο εξοπλισµός αξιοποιούνταν περισσότερο.
Παρόλα αυτά, ακόµη και σε αυτό το σενάριο, η κερδοφορία παρέµεινε περιορισµένη. Η µελέτη καταλήγει ότι για να επεκταθούν τέτοιες πρακτικές στην Ελλάδα απαιτούνται συνεργασίες, συλλογικά σχήµατα και υπηρεσίες κοινής χρήσης εξοπλισµού, όπως και καλύτερη εκπαίδευση παραγωγών.