BACK TO
TOP
Σιτηρά - Ρύζι

Ανησυχεί τη βιομηχανία ζυμαρικών η εγκατάλειψη καλλιέργειας σκληρού σίτου

Στην ποιότητα εντοπίζεται φέτος η «αχίλλειος πτέρνα» για το ελληνικό σκληρό σιτάρι και όχι στην ποσότητα. Η συνολική παραγωγή είναι µεν αρκετά χαµηλότερη από την περσινή, προσεγγίζοντας τους 800.000 τόνους, αλλά αν προστεθούν και περίπου 100.000 τόνοι αποθέµατα του 2025, οι εγχώριες ανάγκες, που είναι περίπου το 50% της παραγωγής, καλύπτονται µε άνεση.

14-15_17

Λεωνίδας Λιάμης

106
0

Οι εισαγωγές, παρόλα αυτά, δύσκολα θα βγουν από το κάδρο, καθώς πολλοί θα αναζητήσουν την υψηλή ποιότητα σε πηγές τροφοδοσίας από το εξωτερικό. Το πιο ανησυχητικό σηµάδι, ωστόσο, έχει να κάνει µε τη σταδιακή µείωση των καλλιεργούµενων εκτάσεων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη χώρα, λόγω του υψηλού κόστους καλλιέργειας και των δυσανάλογων τιµών του προϊόντος, µε συνέπεια οι παραγωγοί να περιορίζουν τις φροντίδες στα χωράφια και άλλοτε να στρέφονται και σε άλλες πιο προσοδοφόρες καλλιέργειες.

Στη µεγάλη εικόνα, την ίδια στιγµή, η παγκόσµια παραγωγή αναµένεται φέτος στους 37 εκατ. τόνους, µε τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τα απόνερά τους, να συνεχίζουν να προκαλούν αναταράξεις στην αγορά, ενώ πολλά θα εξαρτηθούν εφεξής κι από την εικόνα του εξελισσόµενου αλωνιού στον Καναδά, µε το τοπίο να ξεκαθαρίζει στο τέλος Οκτωβρίου.

Τις σχετικές αναφορές διατυπώνει ο επικεφαλής Μύλου στη βιοµηχανία ζυµαρικών Eurimac, στο Κιλκίς, Ιάκωβος Κοσµίδης, σε εφ’ όλης της ύλης συζήτηση, που είχαµε µαζί του για την παρούσα κατάσταση, αλλά και τις πιθανές εξελίξεις στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά σκληρού σίτου, την οποία χαρακτηρίζει, µάλιστα, ως «ιδιαίτερα απρόβλεπτη».

Θέλει επισταµένη έρευνα για να βρεις ικανές ποσότητες ποιοτικού προϊόντος

«Ως ένα πρώτο σχόλιο για την ελληνική αγορά σκληρού σταριού φέτος, θα έλεγα πως δεν υπάρχει θέµα έλλειψης ποσοτήτων, αλλά πρόβληµα στην ποιότητα. ∆εν είναι εύκολο να βρεθούν πολύ καλά ποιοτικά σκληρά σιτάρια, σε ικανές ποσότητες. Απαιτείται επισταµένη έρευνα σε όλη την αγορά, οπότε ενδεχοµένως να χρειαστεί να γίνουν κάποιες εισαγωγές από χώρες όπως ο Καναδάς, η Γαλλία ή από οπουδήποτε υπάρχει πολύ υψηλό πρωτεϊνούχο σκληρό στάρι» εκτιµά ο έµπειρος συνοµιλητής µας.

Εστιάζοντας στις τιµές του προϊόντος, για το οποίο υπήρξε τελευταίως και στη χώρα µας µια έξαρση, ο κ. Κοσµίδης τόνισε πως «τα πολύ ποιοτικά στάρια, µε πάνω από 13,5% - 14% ποσοστό πρωτεΐνης, πήραν και παίρνουν σίγουρα ένα premium περί τα 20 ευρώ τον τόνο σε σχέση µε την υπόλοιπη αγορά».

Απέδωσε δε, αυτή την πρόσφατη µικρή «ανάσα» που πήρε η τιµή του σκληρού και στην Ελλάδα «αφενός στα προβλήµατα τροφοδοσίας της αγοράς µε µαλακό σιτάρι, λόγω της αδυναµίας φόρτωσης σε σηµεία στη Ρωσία και την Ουκρανία, που οδήγησαν σε αύξηση της τιµής του κοντά σε εκείνη του σκληρού, παρασέρνοντας και τις τιµές στο σκληρό στάρι, και αφετέρου σε ανάγκες, που έπρεπε να καλύψουν διεθνείς πελάτες, οι οποίοι στράφηκαν για αγορές σκληρού στην Ελλάδα, διότι δεν είχαν άλλη εναλλακτική πηγή προµήθειας».


Σε κάθε περίπτωση πάντως έσπευσε να χαρακτηρίσει την άνοδο αυτή ως «παροδική» θεωρώντας πως στο διεθνή ορίζοντα δεν διακρίνεται κάποιο στοιχείο που να συνηγορεί σε περαιτέρω διατήρησή τους σε αυτά τα επίπεδα . Όπως εξήγησε «αν σκεφτεί κανείς ότι η παγκόσµια παραγωγή σκληρού σταριού υπολογίζεται φέτος στα περσινά επίπεδα και αν συνυπολογίσουµε ότι τα παγκόσµια αποθέµατα το 2025 ή στην αρχή της σεζόν ήτανε αρκετά ψηλότερα, από τις προηγούµενες χρονιές, θα έλεγα ότι δεν συντρέχουν λόγοι, ώστε να εκπλαγούµε µε την εξέλιξη των τιµών προσεχώς. Και µη ξεχνάµε ότι και η βιοµηχανία πιέζεται και αυτή. Πιέζεται να παράξει και να διαθέσει προϊόντα σε χαµηλές τιµές στην αγορά, για να µπορούν να ανταποκριθούν οι καταναλωτές. Οπότε προσπαθούν όλοι οι παίκτες, να κάνουν ό,τι καλύτερο, να βρουν την κατάλληλη ποιότητα και ποσότητα και σε ανταγωνιστική τιµή».

Για την πολιτική αγορών της Eurimac, εξάλλου, υποστήριξε πως φέτος η γνωστή βιοµηχανία ζυµαρικών, που αποτελεί το µεγαλύτερο εγχώριο πελάτη για το ελληνικό σκληρό στάρι, υπολογίζεται ότι θα προµηθευτεί γύρω στους 100.000 - 120.000 τόνους προϊόντος. «Μεταφέρουµε ήδη αποθέµατα από την περσινή χρονιά και δεν σταµατήσαµε, ούτε και θα σταµατήσουµε τις αγορές µας, αναπληρώνοντας πάντα τους όγκους που αναλώνουµε», διευκρίνισε.

Να µπει φρένο στα κρούσµατα ελλιπούς φροντίδας των χωραφιών

Σε ερώτησή µας αναφορικά µε τα κρούσµατα σταδιακής εγκατάλειψης της καλλιέργειας στη χώρα, µε κατεύθυνση επιλογές που υπόσχονται καλύτερη οικονοµική απόδοση, ο κ. Κοσµίδης παραδέχεται πως είναι µια τάση που «πονοκεφαλιάζει» τον κλάδο της βιοµηχανίας ζυµαρικών. «Οπωσδήποτε µας προβληµατίζει. Αν δεν µπει ένα φρένο σε αυτή την τάση, όπως και στα κρούσµατα ελλιπούς φροντίδας των χωραφιών, που οδηγεί σε σχετική µείωση των στρεµµατικών αποδόσεων, αλλά και σε χαµηλές ποιοτικές προδιαγραφές, θα έρθει κάποια στιγµή που θα είµαστε αναγκασµένοι να κάνουµε εισαγωγές σταριών, για να καλυφθούν οι ποιοτικές ανάγκες µας. Κάτι πραγµατικά µη επιθυµητό, σηµειώνει ο κ. Κοσµίδης και προσθέτει πως «πρέπει πολλοί παράγοντες να συνδράµουν, ώστε να αντιµετωπιστεί η κατάσταση αυτή και να βρεθεί µία λύση για τη µείωση του κόστους παραγωγής, που θα επιτρέψει να έχουµε µία γεωργία βιώσιµη και στο κοµµάτι των σκληρών σταριών, αλλά και σε άλλα είδη καλλιεργειών γενικότερα».

Ως προς το διεθνές περιβάλλον σε σχέση µε το σκληρό στάρι, εν τω µεταξύ, ο επικεφαλής του Μύλου της EURIMAC µας αναφέρει πως ο πήχης της συνολικής φετινής παγκόσµιας παραγωγής τοποθετείται κοντά στους 37 εκατ. τόνους. «Στους 6,8-7 εκατ. τόνους υπολογίζουν του Καναδά, περίπου 3,8 µε 4 εκατ. τόνους είναι η παραγωγή της Ιταλίας, άλλους σχεδόν 4,8 εκατ. τόνοι έχει η Τουρκία και από εκεί και µετά µετράµε και τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, οι οποίες έχουν φέτος υπερεπάρκεια παραγωγής και ως εκ τούτου αναµένεται να καλύψουν τις ανάγκες τους χωρίς να πάνε σε σηµαντικές εισαγωγές. Ειδικά το Μαρόκο και η Αλγερία, οι οποίες, συνήθως, προµηθεύονται καναδέζικα στάρια µε υψηλά ποιοτικά standards, θα κάνουν µικρότερες εισαγωγές και ο Καναδάς θα αναγκαστεί να αναζητήσει άλλους εξαγωγικούς δρόµους, µε ό,τι µπορεί αυτό να συνεπάγεται για τις διεθνείς τιµές στο σκληρό».


Αναλύοντας περαιτέρω τον παράγοντα «Καναδά» ο κ. Κοσµίδης τονίζει πως προς το παρόν συνιστά γρίφο, που δεν θα έχει απαντηθεί πλήρως πριν το τέλος Οκτωβρίου. «∆εν ξέρουµε εν τέλει πώς θα διαµορφωθεί η κατάσταση στον Καναδά όπου έχει ξεκινήσει το αλώνι. Και αυτό γιατί αν υποθέσουµε ότι από τις βροχές, που σηµειώνονται εσχάτως, δεν θα έχει αντίκτυπο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σταριού, τότε η παραγωγή θα είναι υψηλή και µε πολύ καλή ποιότητα. Εάν αντιθέτως προκύψουν επιπτώσεις και οι βροχοπτώσεις επηρεάσουν τη ποιότητα, τότε το ισοζύγιο θα αλλάξει. Ο Καναδάς, όµως, όπως µας έχει διδάξει η προϊστορία του, όταν έχει πλεόνασµα σταριού και πρέπει να το διαθέσει στην αγορά, δεν θα διστάσει να µειώσει την τιµή όσο χρειάζεται, προκειµένου να πετύχει το στόχο του. Σε κάθε περίπτωση, το τί θα ισχύσει θα ξεκαθαρίσει προς το τέλος Οκτωβρίου», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οι παράγοντες «Τουρκία» & «Γαλλία»

Σηµαντικός και συνάµα απρόβλεπτος παράγοντας στη διεθνή σκακιέρα του σκληρού σίτου, εξάλλου, κατά τον κ. Κοσµίδη είναι και η Τουρκία η οποία παράγει ετησίως γύρω στους 3-4 εκατ. τόνους σκληρού σιταριού και φέτος αναµένεται να µεταφέρει και περίπου 1 εκατ. τόνους από τα αποθέµατα της προηγούµενης χρονιάς και ίσως και του 2024. «Μέσα σε όλη αυτή την ποσότητα έχει και πολύ ποιοτικά στάρια, τα οποία υπερεπαρκούν για τις τοπικές ανάγκες. Για να πουλήσει σήµερα σκληρό η Τουρκία, όµως, επειδή η κυβέρνηση της χώρας έχει επιβάλλει υψηλές τιµές παραγωγού, θέλει 340-360 δολάρια ανά τόνο, που είναι µία τιµή υψηλότερη από αυτή του Καναδά. Κανείς δεν θα πληρώσει το τουρκικό σιτάρι, όσο ένα καναδέζικο. Οπότε στην ουσία είναι εκτός αγοράς. Αλλά επειδή οι Τούρκοι είναι απρόβλεπτοι όπως προανάφερα, ποτέ δεν ξέρεις τί θα αποφασίσουν και πότε. Πλέον πρόσφατο παράδειγµα είναι πριν 2-3 χρόνια, όταν ξαφνικά βγήκαν στην αγορά και προσέφεραν 400.000-500.000 τόνους σκληρό στάρι, µε τιµές που παρέσυραν την αγορά προς τα κάτω. Οπότε δεν ξέρουµε τι µπορεί να επιφυλάσσει ο παράγοντας Τουρκία».

Ολοκληρώνοντας το παζλ του διεθνούς περιβάλλοντος, το ανώτατο στέλεχος της Eurimac εστίασε και στη Γαλλία, η οποία παραδοσιακά διαθέτει ποιοτικά στάρια. «Οι Γάλλοι όµως, οι οποίοι ανέκαθεν χαρακτηρίζονται για την σχετική υπεροψία τους, θεωρώντας ότι το δικό τους προϊόν είναι το καλύτερο, σήµερα διαθέτουν τα σκληρά τους στάρια µε πρωτεΐνη 13,5% - 14% σε τιµές 280 και 290 ευρώ ο τόνος FOB. Κάποιος που θα χρειαστεί οπωσδήποτε σκληρό ποιοτικό σιτάρι, εάν δεν προκύψουν καλύτερες τιµές από τον Καναδά, θα αποταθεί στη Γαλλία. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι οι τιµές από τον Καναδά θα είναι σαφώς καλύτερες, λόγω και µεγαλύτερων ποσοτήτων», καταλήγει ο έµπειρος αναλυτής της αγοράς.

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία