Βεβαίως, η επέκταση της καλλιέργειας σε πολλές περιοχές και στα δύο ηµισφαίρια δεν θα πρέπει να υποτιµηθεί και είναι κάτι που πιέζει τις τιµές παραγωγού, σε κάποιες περιόδους και ειδικά όταν οι κοπές συµπίπτουν τόσο στο Βόρειο όσο και στο Νότιο ηµισφαίριο. Να αναφερθεί ότι µε βάση τη γκάµα των ποικιλιών, η κοπή των αβοκάντο στη λεκάνη της Μεσογείου ξεκινάει αρχές Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται τον Μάιο.
Αυτό, σύµφωνα µε τον παραγωγό Αντώνη Καλογεράκη από τα Χανιά της Κρήτης, δίνει την ευχέρεια µιας καλύτερης διαχείρισης της παραγωγής, δηµιουργεί όµως και δυσκολίες, καθώς οι εκµεταλλεύσεις στην Ελλάδα δεν είναι µεγάλες και οι ποσότητες που είναι διαθέσιµες από κάθε κοπή δύσκολα καλύπτουν τις απαιτήσεις του εµπορίου και των αλυσίδων λιανικής.
Ιστορικά θα µπορούσε να πει κανείς ότι η τιµή του αβοκάντο ακολουθεί µια ήπια πτωτική πορεία, αν ληφθεί υπόψη ότι µία - δύο δεκαετίες νωρίτερα η τιµή ξεπερνούσε τα 3 ευρώ το κιλό. Σήµερα η τιµή για την πρώιµη παραγωγή της πρώτης ποιότητας του προϊόντος διαµορφώνεται στην καλύτερη περίπτωση τα 2,40 ευρώ το κιλό ενώ ο µέσος όρος της τιµής καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγικής περιόδου δύσκολα προσεγγίζει τα 2 ευρώ το κιλό, σύµφωνα µε τον Κρητικό παραγωγό.
Λίγα τα εδάφη που μπορούν να υποστηρίξουν την καλλιέργεια στην Ελλάδα
Ένα στρέµµα µε αβοκάντο κλασικής φύτευσης (αραιά) µπορεί να φιλοξενήσει περί τα 30 µε 35 φυτά και να αποδώσει περί τα 1.500 κιλά προϊόντος (σχεδόν 50 κιλά το δένδρο), ήτοι 3.000 ευρώ πρόσοδο το στρέµµα.
Το κακό στην περίπτωση του αβοκάντο είναι ότι τα εδάφη που είναι φιλόξενα για την καλλιέργεια είναι λίγα.
Το φυτό έχει ανάγκη από λίγο νερό σε διαδοχικές αρδεύσεις, δηλαδή πολλά ποτίσµατα. Την ίδια στιγµή, τα εδάφη πρέπει να είναι αµµώδη, ώστε να µην συγκρατούν την υγρασία.
Τέτοια εδάφη στη χώρα µας δεν είναι πολλά, γι’ αυτό στις περιοχές όπου η καλλιέργεια είναι αποδοτική και υπάρχει τεχνογνωσία, όπως είναι π.χ. κάποιες περιοχές στον κάµπο των Χανίων, οι τιµές της γης έχουν φθάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα µε τους αγρότες να µιλούν για κόστος αγοράς της γης κοντά στα 10.000 ευρώ το στρέµµα.
Καρδιά της ελληνικής παραγωγής η Κρήτη
Περισσότερο από 90% του συνόλου της εγχώριας παραγωγής παράγεται στην Κρήτη. Στα Χανιά και το Ρέθυµνο συναντά κανείς τις µεγαλύτερες οργανωµένες φυτείες, ενώ τα τελευταία χρόνια νέες εγκαταστάσεις πραγµατοποιούνται στη Λακωνία, την Αργολίδα, την Πρέβεζα, την Άρτα, την Ηλεία και σε άλλες περιοχές της νότιας Ελλάδας, όπου οι ήπιοι χειµώνες και η απουσία ισχυρών παγετών δηµιουργούν κατάλληλες συνθήκες για την καλλιέργεια. Ερευνητές του ΕΛΓΟ-∆ΗΜΗΤΡΑ εκτιµούν ότι η κλιµατική αλλαγή, παρά τις προκλήσεις που δηµιουργεί, διευρύνει σταδιακά τις περιοχές στις οποίες µπορούν να αναπτυχθούν τα υποτροπικά είδη, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει επάρκεια αρδευτικού νερού. Οι νέες φυτεύσεις συνεχίζονται µε σταθερό ρυθµό, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το ενδιαφέρον των παραγωγών παραµένει ιδιαίτερα ισχυρό. Η ποικιλία Hass κυριαρχεί στις νέες φυτεύσεις, καθώς αποτελεί το διεθνές εµπορικό πρότυπο και συγκεντρώνει τη µεγαλύτερη ζήτηση στις αγορές της ΕΕ. Σηµαντική παρουσία εξακολουθούν να έχουν και οι ποικιλίες Fuerte, Zutano και Bacon, οι οποίες χρησιµοποιούνται τόσο για παραγωγή όσο και ως επικονιαστές.