Ποιος είναι ο κύριος παράγοντας; Τα λιπάσματα και οι τιμές τους, λέει το ευρωπαϊκό αγροτοσυνεταιριστικό λόμπι Copa-Cogeca, που ζητά πέρα από την άμεση αναστολή του εφαρμοζόμενου φόρου άνθρακα-CBAM, κατεπείγοντα μέτρα μείωσης του κόστους παραγωγής πριν να είναι αργά. «Αν δεν δράσουμε άμεσα, το μέλλον των ευρωπαϊκών σιτηρών, αλλά και όλων των αροτραίων καλλιεργειών και των αγροτών που τις παράγουν, βρίσκεται σε κίνδυνο. Και αυτό είναι ένα μέλλον που κανείς μας δεν μπορεί να αντέξει.», λένε.
Μάλιστα, σε ένα κατατοπιστικό βίντεο οι Copa-Cogeca , που έρχεται λίγο πριν παρουσιάσει η ΕΕ στις 19 Μαίου το σχέδιο της για τα λιπάσματα, δείχνει πώς επηρεάζονται πραγματικά τα δημητριακά και οι καλλιεργητές αρόσιμων καλλιεργειών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, οι τιμές των λιπασμάτων στην Ευρώπη κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025 ήταν 62% υψηλότερες από ό,τι το 2020. Τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, τα αζωτούχα λιπάσματα ήταν 70% ακριβότερα από τον μέσο όρο του 2024. Οι χώρες με τη μεγαλύτερη χρήση φωσφορικών λιπασμάτων στη γεωργία το 2023 ήταν η Γαλλία, η Πολωνία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ρουμανία. Μαζί, αντιπροσώπευαν σχεδόν το 75% της συνολικής κατανάλωσης στην ΕΕ.
Αυτοί που επηρεάζονται περισσότερο από τις εξελίξεις στις τιμές των λιπασμάτων είναι οι παραγωγοί δημητριακών, οι οποίοι, εκτός από την πτώση των τιμών πώλησης τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζουν τώρα αύξηση του κόστους παραγωγής σε έναν τομέα όπου τα λιπάσματα αντιπροσώπευαν ήδη το 16% του συνολικού κόστους παραγωγής το 2023, πριν από την τρέχουσα κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί δημητριακών στην Ευρώπη είναι η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Ρουμανία, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat για το 2023.
Στο βίντεο των Copa-Cogeca αναφέρονται τα εξής προειδοποιητικά μηνύματα:
- Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά οι Ευρωπαίοι παραγωγοί σιτηρών βρίσκονται οικονομικά «στο κόκκινο», καταγράφοντας ζημιές που φτάνουν έως και τα 50 ευρώ το στρέμμα (500 ευρώ ανά εκτάριο).
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί 157 εκατομμύρια εκτάρια γης για γεωργία, εκ των οποίων τα 98 εκατομμύρια είναι αρόσιμες εκτάσεις. Από αυτές, περισσότερο από το μισό αξιοποιείται κάθε χρόνο για την παραγωγή δημητριακών, γεγονός που καθιστά τα σιτηρά μακράν το σημαντικότερο γεωργικό προϊόν της ΕΕ.
- Παρότι η εστίαση είναι στα σιτηρά, παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και σε όλες τις αροτραίες καλλιέργειες, όπως τα ζαχαρότευτλα, οι πατάτες και οι ελαιούχοι σπόροι.
- Αν τα σιτηρά εξαφανιστούν από τις αμειψισπορές, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές. Η ποικιλομορφία των καλλιεργειών θα καταρρεύσει, οδηγώντας σε περισσότερους εχθρούς και ασθένειες, ανθεκτικά ζιζάνια και εξάντληση των εδαφών.
- Κρίσιμο σημείο: οι αποδόσεις σιταριού στην Ευρώπη συγκαταλέγονται στις υψηλότερες παγκοσμίως, με μέσο όρο 5,4 τόνους ανά εκτάριο, έναντι μόλις 3,6 τόνων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απώλεια αυτής της παραγωγικότητας δεν θα έπληττε μόνο τους αγρότες, αλλά και την επισιτιστική ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της Ευρώπης.
- Οι διεθνείς τιμές των σιτηρών έχουν παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητες τα τελευταία πέντε έως επτά χρόνια. Την ίδια στιγμή, το κόστος παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκτοξευθεί.
- Από το 2020, το κόστος καλλιέργειας του μαλακού σιταριού αυξήθηκε κατά 20% έως 45% στα περισσότερα κράτη-μέλη. Αυτό αποτελεί βασικό λόγο για τα αρνητικά περιθώρια κέρδους που παρατηρούνται σήμερα. Ο σημαντικότερος παράγοντας πίσω από αυτή την εξέλιξη είναι τα λιπάσματα. Πριν από πέντε χρόνια, ένας τόνος ουρίας κόστιζε 260 ευρώ. Τον περασμένο Νοέμβριο η τιμή είχε φτάσει τα 470 ευρώ, σχεδόν διπλάσια.
- Τα λιπάσματα αντιπροσωπεύουν ήδη το 15% έως 30% του κόστους παραγωγής, επομένως όταν οι τιμές τους εκτοξεύονται, συνθλίβουν τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών. Η αύξηση αυτή οφείλεται στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου που απαιτεί η παραγωγή τους, ενώ επιδεινώθηκε περαιτέρω από τους πρόσθετους δασμούς στα λιπάσματα από Ρωσία και Λευκορωσία, οι οποίοι αύξησαν τις τιμές κατά 10% έως 15% σε όλες τις πηγές προέλευσης. Και πλέον η κατάσταση χειροτερεύει ακόμη περισσότερο.
- Από το 2026, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) επιβάλλει πρόσθετες επιβαρύνσεις σε εισαγόμενα προϊόντα με υψηλότερες εκπομπές CO₂, συμπεριλαμβανομένων των λιπασμάτων. Μόνο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, λόγω της εφαρμογής του CBAM, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 10% έως 15% σε σχέση με τον Νοέμβριο του 2025. Πρόσφατη μελέτη της Rabobank εκτιμά ότι έως το 2030 αυτή η εισφορά άνθρακα θα αυξήσει την τιμή των εισαγόμενων αζωτούχων λιπασμάτων κατά 50%, και μάλιστα αυτό πριν ακόμη από τον πόλεμο στο Ιράν. Έκτοτε, οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και λιπασμάτων αυξήθηκαν περαιτέρω, με την ουρία να πλησιάζει πλέον τα 800 ευρώ ανά τόνο.
- Στο παρελθόν, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί μπορούσαν να αντισταθμίσουν αυτή την «ψαλίδα» μέσω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και αύξησης των αποδόσεων. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία, ενώ οι αποδόσεις των σιτηρών αυξάνονται παγκοσμίως, στην ΕΕ στην καλύτερη περίπτωση παραμένουν στάσιμες. Κύριος λόγος είναι η αυξανόμενη πίεση από ζιζάνια και εχθρούς. Το πρόβλημα αφορά όχι μόνο τα σιτηρά αλλά και βασικές καλλιέργειες όπως η ελαιοκράμβη και οι πατάτες. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί συνδυασμό ορθών γεωργικών πρακτικών και αποτελεσματικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Ωστόσο, ο αριθμός των διαθέσιμων προϊόντων μειώνεται ταχύτατα, χωρίς να υπάρχουν ακόμη βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Άλλες τεχνολογίες, όπως η μηχανική ή με ακτίνες ζιζανιοκτονία, απέχουν ακόμη χρόνια από την ευρεία εφαρμογή τους.
- Αν δεν ληφθούν μέτρα για τη διατήρηση των υφιστάμενων λύσεων, έως το 2033 οι Ευρωπαίοι παραγωγοί ενδέχεται να βρεθούν χωρίς αποτελεσματικές επιλογές διαχείρισης ζιζανίων στα χειμερινά σιτηρά.