BACK TO
TOP
Food insider

Νέες ποικιλίες, εξαγωγές και βιομηχανικό θα σώσουν το κεράσι

Παραγωγική αναδιάρθρωση, κλιµατική και εµπορική προσαρµογή, αλλά και διαρκή επένδυση στην ποιότητα, είναι ο στρατηγικός «µπούσουλας» πάνω στον οποίο πρέπει να «χτιστεί» η επόµενη ηµέρα για το ελληνικό κεράσι, το οποίο αν κι αποτελεί την πιο προσοδοφόρα καλλιέργεια, µαζί µε το ακτινίδιο, δείχνει, πλέον, σηµάδια κορεσµού στην εγχώρια αγορά.

42-43_01_27

Λεωνίδας Λιάμης

7
0

Καλύτερη οργάνωση ποικιλιών, κάλυψη του υφιστάµενου παραγωγικού κενού, βελτιστοποίηση της µετασυλλεκτικής διαχείρισης, περισσότερες εξαγωγές, αλλά και αξιοποίηση του «κοιµώµενου γίγαντα», που λέγεται βιοµηχανικό κεράσι, αποτελούν τους επιµέρους κρίκους µιας αλυσίδας που µπορεί να αποδειχθεί πολύ ισχυρή για το µέλλον της καλλιέργειας.

Σε αυτό το πνεύµα κινήθηκε η απόπειρα «ακτινογράφησης», τόσο της παρούσας κατάστασης, όσο και, κυρίως, των µελλοντικών προοπτικών του ελληνικού κερασιού, που επιχείρησε ο διευθυντής στο Εργαστήριο ∆ενδροκοµίας του ΑΠΘ, καθηγητής, Αθανάσιος Μολασιώτης, µιλώντας στο 2ο ∆ιεθνές Συνέδριο Κερασιού, στο πλαίσιο της 10ης «Freskon».

Σύµφωνα µε τα στοιχεία που παρουσίασε ο οµιλητής, η καλλιέργεια κερασιού στην Ελλάδα αναπτύσσεται σε περίπου 100.000 στρέµµατα, µε αυξητική τάση και το νοµό Πέλλας να αποτελεί τον αδιαφιλονίκητο ηγέτη, φιλοξενώντας τη συντριπτική πλειονότητα των κτηµάτων. Όσο για την ετήσια παραγωγή, αυτή, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες, έχει συνήθως ένα εύρος από 40.000 έως 60.000 τόνους, ανεβάζοντας την Ελλάδα στη 12η θέση της παγκόσµιας κατάταξης και στην 4η σε επίπεδο ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ οι µέσες αποδόσεις κυµαίνονται από 400 έως και 700 κιλά ανά στρέµµα, σε παραδοσιακούς οπωρώνες και ξεπερνούν τους 2 τόνους το στρέµµα, σε συστήµατα πυκνής φύτευσης. Σε αντίθεση, ωστόσο, µε άλλα δηµοφιλή φρούτα της ελληνικής γης, το κεράσι αν και έχει ένα σηµαντικό τονάζ παραγωγής, εµφανίζει χαµηλή εξαγωγική δραστηριότητα και το µεγαλύτερο µέρος της παραγωγής του κατευθύνεται στην εγχώρια αγορά, που εµφανίζει σηµάδια κορεσµού. «Οι εξαγωγές σε απόλυτα µεγέθη κινούνται µεταξύ 6.000 και 10.000 τόνους, ετησίως, και ως ποσοστό αντιπροσωπεύουν κάτω από το 25% της ετήσιας παραγωγής. Η χαµηλή αυτή επίδοση αν και αποτελεί µια σαφή αδυναµία του κλάδου, καταδεικνύει, ταυτόχρονα και τα µεγάλα περιθώρια ανάπτυξης που υπάρχουν για το προϊόν», τόνισε ο ίδιος.

Υπό το πρίσµα αυτό, η αναπτυξιακή διέξοδος βρίσκεται στις εξαγωγές, αλλά το ζητούµενο είναι να συνοδευτεί µε την παραγωγή ενός premium προϊόντος που θα µπορέσει να «χτυπήσει» την πόρτα και απαιτητικών αγορών της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, που πληρώνουν υπεραξία. «Η ευρωπαϊκή αγορά ζητά κεράσια και έχει τη δυνατότητα να πληρώσει έως και 10 ευρώ το κιλό, για ποιοτικό προϊόν, όταν στην Ελλάδα ακόµη και σε ακριβές αγορές, όπως η Αθήνα, διαµορφώνονται χαµηλότερα», περιέγραψε ο καθηγητής και πρόσθεσε πως «αυτό σηµαίνει ότι η χώρα έχει µπροστά της ένα σαφές εµπορικό πεδίο, αρκεί να µπορέσει να το διεκδικήσει µε συνέπεια, επάρκεια και σταθερότητα τροφοδοσίας».

Για να το επιτύχει αυτό, όµως, θα πρέπει προηγουµένως να εντοπίσει και να αντιµετωπίσει µια σειρά από αδυναµίες του «οικοσυστήµατος», που έχει αναπτυχθεί και λειτουργεί γύρω από το προϊόν, στην πορεία του από το χωράφι µέχρι και το ράφι του καταναλωτή.

Λανθασµένες επιλογές ποικιλιών

Η πρώτη παρέµβαση, όπως αναφέρθηκε, πρέπει να γίνει στο επίπεδο των ποικιλιών και των υποκειµένων, ώστε να επιτευχθεί εµπορική, αλλά και κλιµατική προσαρµογή στα νέα δεδοµένα που έχουν προκύψει στον ορίζοντα. Σε ό,τι αφορά στις ποικιλίες, ο κ. Μολασιώτης παρατήρησε ότι στη χώρα µας καταγράφονται λανθασµένες επιλογές ποικιλιών, αλλά και θέµατα αυτογονιµότητας, όπως επίσης ότι καλλιεργούνται αρκετές πρώιµες, όσο και όψιµες ποικιλίες, αλλά υπάρχει ένα κρίσιµο κενό στην παραγωγική συνέχεια, στο χρονικό εµπορικό παράθυρο που ανοίγει προς τα τέλη Μαΐου. «Το κενό αυτό είναι ιδιαίτερα σηµαντικό για τις εξαγωγές, επειδή οι διεθνείς αγορές ζητούν συνεχή τροφοδοσία και σταθερή παρουσία προϊόντος. Η µη ορθολογική κατανοµή ποικιλιών ως προς τον χρόνο ωρίµανσης αποτελεί, συνεπώς, ένα από τα βασικά µας µειονεκτήµατα που πρέπει να διορθωθούν», υποστήριξε.

Η δεύτερη πρόκληση έρχεται από το µέτωπο της κλιµατικής αλλαγής. «Η µεγάλη επανάσταση της προηγούµενης περιόδου ήρθε από τα υποκείµενα, τα οποία επέτρεψαν χαµηλότερα δέντρα, πυκνότερες φυτεύσεις και καλύτερη διαχείριση της συγκοµιδής. Όµως η επόµενη γενιά υποκειµένων θα πρέπει να απαντήσει σε νέες ανάγκες, όπως είναι η αντοχή στην ξηρασία, η καλύτερη ισορροπία στη διαχείριση του νερού, η ανθεκτικότητα σε υψηλές θερµοκρασίες και η προσαρµογή σε απαιτητικές εδαφικές συνθήκες», εξήγησε ο καθηγητής και τόνισε πως «ζητούνται ποικιλίες αυτογόνιµες, πρώιµης ωρίµανσης, ανθεκτικές στο σχίσιµο και µε εµπορικά ελκυστικούς καρπούς».

Σηµείωσε, πάντως, πως το κεράσι παραµένει µια ιδιαίτερα ευαίσθητη καλλιέργεια, καθώς η πρώιµη άνθηση, που µπορεί να αποφέρει καλύτερες τιµές στον παραγωγό, αυξάνει τον κίνδυνο ζηµιών από ανοιξιάτικους παγετούς, οι βροχές οδηγούν σε σχίσιµο των καρπών και τους καθιστούν µη εµπορεύσιµους, ενώ η αυξανόµενη ξηρασία στρεσάρει τα πιο ευαίσθητα ριζικά συστήµατα των σύγχρονων υποκειµένων.

Πέραν των ποικιλιών, των υποκειµένων και της σωστής καλλιεργητικής φροντίδας εν γένει, το ποιοτικό προϊόν στον καταναλωτή προϋποθέτει προσεκτική συγκοµιδή, αλλά και άρτια µετασυλλεκτική διαχείριση. Σε αυτό το πεδίο, σύµφωνα µε τον κ. Μολασιώτη, η χώρα µας έχει ακόµη να διανύσει αρκετό δρόµο, εφαρµόζοντας βελτιωτικές κινήσεις, αν θέλει να διεκδικήσει µε αξιώσεις ένα µεγαλύτερο κοµµάτι από τις απαιτητικές αγορές της Βόρειας Ευρώπης και από τα νέα κανάλια διάθεσης.

Ανεκμετάλλευτη πηγή κέρδους το βιομηχανικό

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το επόµενο µεγάλο «στοίχηµα» για τον χώρο της κερασοκαλλιέργειας, σύµφωνα µε τον καθηγητή, έχει να κάνει και µε την αξιοποίηση του βιοµηχανικού κερασιού, το οποίο µπορεί να προσδώσει προστιθέµενη αξία στο προϊόν και να δηµιουργήσει και νέες πηγές εισοδήµατος, αλλά προς το παρόν παραµένει σε µεγάλο βαθµό ανεκµετάλλευτο. Όπως εξήγησε ο οµιλητής, πρόκειται για ένα πεδίο µε σηµαντικές προοπτικές, καθώς είναι περισσότερο µηχανοποιηµένο, µειώνοντας το κόστος παραγωγής, αφού η δαπάνη της συγκοµιδής είναι µακράν ο πιο επιβαρυντικός παράγοντας προσδιορισµού του συνολικού κόστους στην καλλιέργεια. Ταυτόχρονα δεν παίζει ρόλο το µέγεθος ή η εξωτερική εµφάνιση του καρπού, αλλά παρόλα αυτά η τιµή παραγωγού πολλές φορές είναι παρόµοια µε του νωπού κερασιού.

Νέα καλλιεργητική διέξοδος και στα ορεινά

«Ως χώρα έχουµε εµπειρία στη µεταποίηση φρούτων, ιδίως µέσω του ροδάκινου, του βερίκοκου και του αχλαδιού, ωστόσο στο βιοµηχανικό κεράσι δεν έχουν γίνει ανάλογα βήµατα», ανέφερε ο κ. Μολασιώτης και τόνισε πως η συγκεκριµένη δραστηριότητα θα µπορούσε να δώσει µια νέα καλλιεργητική διέξοδο ακόµη και σε ορεινές περιοχές, αξιοποιώντας υφιστάµενες βιοµηχανικές υποδοµές, αλλά και ποικιλίες όπως τα Τραγανά Εδέσσης, που είναι κατάλληλο για µεταποίηση.

Αναφερόµενος στο διεθνές εµπορικό περιβάλλον ο καθηγητής έκανε λόγο για ευνοϊκές τάσεις, καθώς η παγκόσµια αγορά αναπτύσσεται σταθερά και η ζήτηση ενισχύεται, ιδίως στην Ασία, ενώ οι καταναλωτές στρέφονται περισσότερο σε προϊόντα που συνδέονται µε την υγιεινή διατροφή. Ωστόσο, ο διεθνής ανταγωνισµός είναι έντονος. Η Τουρκία παραµένει ο βασικός παίκτης στην ευρωπαϊκή αγορά, αν και εσχάτως αντιµετωπίζει αυξανόµενο κόστος παραγωγής, ενώ χώρες όπως η Χιλή έχουν «χτίσει» ένα ολόκληρο παραγωγικό εξαγωγικό µοντέλο πάνω στο κεράσι, µε λίγες, αλλά ανθεκτικές ποικιλίες, µε συνέπεια να εξάγει στην Κίνα και εκτός εποχής. Η Κίνα, τέλος, εφαρµόζει τεχνολογίες µεγάλης κλίµακας, ακόµη και θερµοκηπιακή καλλιέργεια, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή.

Στόχος µια ισχυρή παρουσία διεθνώς

Καταλήγοντας ο κ. Μολασιώτης τόνισε πως το στοίχηµα για την Ελλάδα σε σχέση µε την κερασοκαλλιέργεια είναι να πετύχει τη µετάβαση από το εσωστρεφές στο εξωστρεφές µοντέλο ανάπτυξης, χτίζοντας ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές και µε αξιοποίηση του επιτραπέζιου, αλλά και του βιοµηχανικού κερασιού. Ξεκαθάρισε, όµως, ότι πλέον στη σύγχρονη γεωργία δεν αρκεί να παράγεις, αλλά πρέπει πρώτα να ξέρεις την αγορά και στη συνέχεια να διαµορφώνεις το προϊόν, προκειµένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της.

Στο συνέδριο µίλησε, επίσης, καθηγητής στο Michigan State University, Gregory Lang, σηµειώνοντας, µεταξύ άλλων, πως σε ό,τι αφορά στα συστήµατα διαµόρφωσης στην κερασοκαλλιέργεια, το µέλλον είναι στα πυκνά και στα κάθετα, µε πλέον αντιπροσωπευτικό το σύστηµα UFO. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως είπε, χρειάζεται περισσότερη δουλειά στα πρώτα χρόνια, µέχρι να µπορέσεις να πετύχεις τη διαµόρφωση, αλλά µετά έχεις καλύτερες αποδόσεις και µειώνεις πολύ και το χρόνο και το κόστος συγκοµιδής. Χαιρετισµό στην εκδήλωση έκανε και ο Kevin Cavazzini, Project Sales Manager της Unitec.

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία