Οι Ιάπωνες καταναλωτές εμφανίζονται διαρκώς πιο ευαίσθητοι στις τιμές, λόγω των πρόσφατων πληθωριστικών πιέσεων, ενώ η τιμή και η γεύση είναι τα κυριότερα κριτήρια αγοράς τροφίμων, έναντι άλλων παραγόντων όπως η ασφάλεια και η ιχνηλασιμότητα – οι οποίοι όμως αυτοί δεύτεροι παράγοντες εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιαίτερη σημασία τους, ιδίως όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Σε συνδυασμό με την πλήρη κατάργηση (από το 2025) του δασμού για το μέλι, στο πλαίσιο της Συμφωνίας Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Ιαπωνίας (Japan-EU EPA), οι παραπάνω συνθήκες αντιστοιχούν σε προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες περαιτέρω διείσδυσης του ελληνικού μελιού στην ιαπωνική αγορά, αναφέρει έρευνα αγοράς της ελληνικής πρεσβείας στο Τόκυο.
Δείτε εδώ αναλυτικά τη σχετική έκθεση
Όπως αναφέρθηκε το ελληνικό μέλι κατέχει σήμερα αμελητέο μερίδιο της εισαγωγικής αγοράς μόλις 0,03% του συνολικού όγκου, ενώ στην αγορά έχουν ήδη τοποθετηθεί κυρίαρχοι προμηθευτές -- όπως η Κίνα με περίπου 70% του συνολικού όγκου εισαγωγών. Ακόμη και μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, οι τρεις κυριότεροι προμηθευτές -η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία- αντιστοιχούν από κοινού σε άνω του 83% του όγκου εισαγωγών μελιού ενωσιακής προέλευσης.
Παράλληλα, ισχύει σχετικός ανταγωνισμός τιμών από φθηνότερους προμηθευτές της ιαπωνικής αγοράς (Κίνα, Αργεντινή, Βιετνάμ), ενώ επίσης αναφέρονται αναδυόμενοι φθηνοί προμηθευτές με ραγδαία αύξηση όγκου (Αυστραλία, Ινδία, Ταϊλάνδη).
Παράλληλα, η ασφάλεια τροφίμων διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο ως προς τις επιλογές των καταναλωτών, όπου το εγχώρια παραγόμενο μέλι απολαμβάνει ισχυρή υποστήριξη από τους Ιάπωνες. Εξάλλου, αυτή η μεγαλύτερη ευαισθησία των Ιαπώνων καταναλωτών για τα θέματα υγειονομικής ασφάλειας αντανακλάται στο λεπτομερές εγχώριο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ζητήματα επισήμανσης (labeling) του μελιού – σε οποίο πλαίσιο ισχύουν αυστηρές προϋποθέσεις για τη χρήση όρων όπως “καθαρό” (pure) και “εγχώριο” (domestic), τις προδιαγραφές δήλωσης της σύστασης του προϊόντος, και τα λοιπά υποχρεωτικά στοιχεία που αναγράφονται στις ετικέτες προϊόντος.
Βιολογικό μέλι είναι βεβαίως διαθέσιμο στην Ιαπωνία αν και προσελκύει μικρότερο καταναλωτικό ενδιαφέρον σε σύγκριση με την ΕΕ όπου η βιολογική πιστοποίηση αποτελεί ισχυρότερο κίνητρο αγοράς. Παρά το ότι ορισμένοι Ιάπωνες καταναλωτές εκτιμούν τη σχετική πιστοποίηση, ωστόσο, ειδική έρευνα του Υπουργείου Γεωργίας, Δασοκομίας και Αλιείας (MAFF) για τη στάση των καταναλωτών ως προς τα βιολογικά τρόφιμα έδειξε εκ νέου το 2025 ότι, λιγότερο του 20% των ερωτηθέντων θεωρούν το μέλι ως βιολογικό προϊόν που θα ήθελαν να αγοράζουν περισσότερο. Συνολικά, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι στην Ιαπωνία οι αγοραστικές αποφάσεις καθορίζονται περισσότερο από την τιμή, τη γεύση, την προέλευση, την ποιότητα, και τα οφέλη για την υγεία, παρά από τη βιολογική πιστοποίηση καθαυτή.
Προκλήσεις για διείσδυση στην Ιαπωνία
Στις προκλήσεις για το ελληνικό μέλι, σύμφωνα με την έρευνα του Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, της ελληνικής πρεσβείας στο Τόκυο αναφέρονται:
- Η προσαρμογή προϊόντος στα χαρακτηριστικά της ιαπωνικής αγοράς: Η παραδοσιακή προτίμηση των Ιαπώνων καταναλωτών για μέλι ήπιας γεύσης καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση στρατηγικής που αναδεικνύει τα εντονότερα γευστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού μελιού ως στοιχείο ποιοτικής διαφοροποίησης -- ενώ εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, οι Ιάπωνες καταναλωτές είναι ευαίσθητοι στις τιμές, και το ελληνικό μέλι κατατάσσεται στην κατηγορία των προϊόντων υψηλής ποιότητας (premium). Ως εκ τούτου, η γεύση του ελληνικού μελιού και η ποιότητά του, αν και βασικά πλεονεκτήματα, δεν επαρκούν για ενίσχυση των πωλήσεων. Επομένως, θα πρέπει να δημιουργηθεί πρόσθετη αξία του προϊόντος μέσω μη τιμολογιακών χαρακτηριστικών, όπως ελκυστική συσκευασία, ποιοτική επισήμανση, διάθεση του προϊόντος σε κατάλληλα μεγέθη συσκευασίας (πιο προσαρμοσμένα για το ι/ κοινό), κλπ.
- Η περιορισμένη προβολή των ελληνικών προϊόντων στην ιαπωνική αγορά: Μια ακόμα πρόκληση αφορά στην σχετικά περιορισμένη προβολή της Ελλάδας, ως brand name, στην ιαπωνική αγορά, αντιμέτωπα με έντονο ανταγωνισμό από μεγάλες οικονομίες με καθιερωμένα brands (και χώρας και εταιρικά σήματα), όπως από άλλες ευρωπαϊκές χώρες π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία. Η πιο περιορισμένη αυτή αναγνωρισιμότητα επηρεάζει αρνητικά την επαφή των Ιαπώνων καταναλωτών με τα ελληνικά προϊόντα και, κατ’ επέκταση, τη ζήτησή τους. Η ενίσχυση της προβολής των ελληνικών τροφίμων συνολικά θα συνέβαλε στη διαμόρφωση διαρκέστερου καταναλωτικού ενδιαφέροντος για επιμέρους προϊόντα όπως το μέλι. Λαμβανομένου υπόψη ότι η πραγματοποίηση εξαγωγών στην Ιαπωνία προϋποθέτει επίμονη και διαρκή δραστηριοποίηση, βέλτιστα συμπεριλαμβανόμενης και της εδώ φυσικής παρουσίας, εξαιρετικά χρήσιμη είναι η συμμετοχή σε τοπικές διεθνείς εκθέσεις τροφίμων όπως οι εξής: FOODEX, Supermarket Trade Show (αποκλειστικά για επαγγελματίες), Anuga Japan, ή JFEX Premium.
Ευρύ φάσμα εφαρμογών
Κατά την 8ετή περίοδο 2016-2024 οι εισαγωγές μελιού στην Ιαπωνία αντιπροσώπευαν σταθερά περίπου το 95% της συνολικής προσφοράς. Η συνολική κατανάλωση παραμένει γενικώς σταθερή σε περίπου 45.000-50.000 τόνους, με μέτριες ετήσιες διακυμάνσεις, ενώ πάντως οι εισαγωγές εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια ήπια ανοδική τάση, ανερχόμενες κατά το 2025 σε 51.644 τόνους, ή, κατ’ αξία, σε σχεδόν 22,5 δισ. γιεν ( περίπου € 119,3 εκατ.).
Στην Ιαπωνία, το μέλι χρησιμοποιείται σε ευρύ φάσμα εφαρμογών. Καταναλώνεται συνήθως σε ροφήματα (π.χ. τσάι, καφέ, κοκτέιλ), χρησιμοποιείται σε φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. σιρόπι για τον βήχα), ή ενσωματώνεται σε προϊόντα αρτοποιίας (π.χ. κέικ, μπισκότα). Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή καλλυντικών προϊόντων, όπως περιποίησης δέρματος, λόγω των ενυδατικών και αντιβακτηριακών ιδιοτήτων του, καθώς η ζήτηση για τέτοιες εφαρμογές υποστηρίζεται από καταναλωτές που επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα υγείας. Βάσει των ανωτέρω, στην Ιαπωνία, παρά το ότι η κατανάλωση συνολικά παραμένει σχετικά στάσιμη ωστόσο το μέλι διακινείται σταθερά σε πολλαπλές καταναλωτικές εφαρμογές.