BACK TO
TOP
Γνώμες

Υπάρχει μέλλον στην ελληνική γεωργία;

Το µέλλον της ελληνικής γεωργίας εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τους στόχους προσέγγισης της ασκούµενης γεωργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

ELEYTHEROXORINOS_6

Ηλίας Ελευθεροχωρινός

12
0
Ειδικότερα, η γεωργία της Ε.Ε., διέπεται µέσω της εφαρµογής των οδηγιών της Πράσινης Συµφωνίας «Green Deal Strategy», οι οποίες στοχεύουν στην αύξηση της βιολογικής γεωργίας στο 25% της καλλιεργούµενης έκτασης το 2030 (ανέφικτος στόχος δεδοµένου ότι η βιολογική γεωργία της E.E. κατά το 2022 κάλυπτε µόνο το 10,5% της καλλιεργούµενης έκτασης), τη µείωση της χρήσης λιπασµάτων κατά 20%, τη µείωση χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων  και του αντίστοιχου κινδύνου κατά 50%, τη µείωση (αντικατάσταση) των πιο επικίνδυνων ΦΠ κατά 50%, τη µείωση χρήσης αντιµικροβιακών για ζώα κατά 50% και την αύξηση των τοπίων υψηλής βιοποικιλότητας κατά 10% των γεωργικών εκτάσεων. 
Επίσης, η γεωργία της Ε.Ε. έθεσε σε εφαρµογή και τα Οικολογικά Σχήµατα, τα οποία ενισχύουν πρακτικές για βιολογικό έλεγχο εχθρών των καλλιεργειών, δηµιουργία ζωνών υψηλής ποικιλοµορφίας στα περιθώρια των καλλιεργειών, καλλιέργειες κατά λωρίδες-strips µε ελκυστικά φυτά για επικονιαστές και φυσικούς εχθρούς, αντικατάσταση υδροβόρων καλλιεργειών αραβόσιτου, µηδικής και βαµβακιού µε χειµερινά σιτηρά και ψυχανθή µικρού βιολογικού κύκλου. Επιπρόσθετα, η γεωργία της Ε.Ε. υιοθέτησε πρόσφατα και την αναγεννητική γεωργία (regenerative agriculture), η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της υγείας του εδάφους, την αύξηση της βιοποικιλότητας, τη δέσµευση άνθρακα, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών απέναντι στην κλιµατική αλλαγή, και τη µείωση του κόστους για λιπάσµατα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα.


Όσον αφορά τις ενισχύσεις, η Ε.Ε. έχει αποφασίσει το µεγαλύτερο µέρος να χορηγούνται ως βασική εισοδηµατική στήριξη των γεωργών και όχι βάσει της απόδοσης και της ποιότητας των παραγόµενων προϊόντων. Είναι προφανές ότι η Ε.Ε. ενδιαφέρεται περισσότερο για την προστασία του περιβάλλοντος και λιγότερο για την παραγωγή επαρκών και ποιοτικών γεωργικών προϊόντων. Το χαµηλό ενδιαφέρον της Ε.Ε. για τη γεωργία εξηγείται µόνο στη βάση της µικρής συνεισφοράς της στο ΑΕΠ, η οποία για την Ε.Ε. είναι 1,3% και για την Ελλάδα 3,6%. Η προσέγγιση όµως αυτή είναι λανθασµένη.

Η υφιστάµενη κατάσταση της γεωργίας, σε επίπεδο χώρας, χαρακτηρίζεται από περιορισµένες επενδύσεις σε αγροτικούς δρόµους, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, λεκάνες συλλογής όµβριων υδάτων, καθώς και σε έργα προστασίας της γεωργίας από πληµµύρες. Επίσης, η απουσία αγροτικής πολιτικής (συµφωνηµένες µε τους γεωργούς και όχι µόνο µε επιστήµονες, τεχνοκράτες και πολιτικούς), η ανεπάρκεια ικανών κρατικών συµβουλευτικών υπηρεσιών και οργανισµών ελέγχου των επιδοτήσεων, η µη ύπαρξη επαρκών και κατάλληλα εξοπλισµένων εργαστηρίων ελέγχου ποιότητας και ασφάλειας προϊόντων και η απουσία εστιασµένης εθνικής γεωργικής έρευνας αποτελούν χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας.

Αυτό όµως που χρήζει ιδιαίτερης µνείας για τη γεωργία της χώρας µας είναι ότι η Ε.Ε., από το 1981 έως σήµερα, αν και µας ενίσχυσε µε 180 δισ. ευρώ για την ισχυροποίηση του πρωτογενούς τοµέα και τη βελτίωση των γεωργικών εκµεταλλεύσεων, αυτό δεν συνέβη λόγω ανυπαρξίας συµφωνηµένης αγροτικής πολιτικής µε γεωργούς, η οποία είχε ως συνέπεια:


  • Τη µείωση των κατά κύριο επάγγελµα γεωργών από το 31% του εργατικού δυναµικού το 1981 στο 11% το 2025 (εωργοί της ΕΕ στο 4,2% και των ΗΠΑ στο 2%).
  • Τη µείωση της συνολικής γεωργικής έκτασης της χώρας από 36.709.300 στρέµµατα το 2010 σε 28.880.000 στρέµµατα το 2023, εκ των οποίων τα 16.228.000 στρέµµατα είναι αροτραίες, τα 10.348.000 µόνιµες, τα 444.500 κηπευτικές καλλιέργειες και τα 1.672.000 αγρανάπαυση (ΕΛΣΤΑΤ, 2023).
  • Τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των γεωργών για τη µείωση του κόστους παραγωγής των γεωργικών προϊόντων και την έγκαιρη καταβολή των ενισχύσεων.
  • Την αδυναµία των καταναλωτών να προµηθευτούν τα απαραίτητα γεωργικά προϊόντα λόγω µεγάλης ακρίβειας.
  • Τη χώρα µας εξαρτηµένη από εισαγωγές γεωργικών προϊόντωνλόγω αδυναµίας οργάνωσης της γεωργικής παραγωγής.

 

Ενέργειες για βελτίωση της µελλοντικής γεωργίας

Η Ε.Ε., λαµβάνοντας υπόψη την αποτυχία προσέγγισης των στόχων της πράσινης µετάβασης, της βιολογικής γεωργίας, της αειφορίας και της αντιµετώπισης της κλιµατικής αλλαγής, θα πρέπει να προβεί σε άµεση αλλαγή της σύνθεσης της επιτροπής διαµόρφωσης της ΚΑΠ. Είναι επιεικώς απαράδεκτο η αγροτική πολιτική να χαράσσεται από µέλη επιτροπών που στερούνται εµπειριών και βιωµάτων από τον τρόπο άσκησης της γεωργίας και ειδικότερα από τις συνθήκες εργασίας, το κόστος γεωργικών εισροών, τις επενδύσεις σε εξοπλισµό και εγκαταστάσεις, την αδυναµία αποτελεσµατικής αντιµετώπισης σοβαρών προβληµάτων φυτοπροστασίας εξαιτίας της απόσυρσης ή µη έγκρισης αποτελεσµατικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τη µη ικανοποιητική ενίσχυση ζηµιών από ακραία καιρικά φαινόµενα και τη δυσκολία εµπορίας και διάθεσης των παραγόµενων προϊόντων. Η νέα επιτροπή σχεδιασµού αγροτικής πολιτικής θα πρέπει να περιλαµβάνει τους άµεσα εµπλεκόµενους µε τη γεωργία φορείς όπως νέοι γεωργοί, µικροκαλλιεργητές, γεωργοί επιχειρηµατίες, γεωπόνοι-σύµβουλοι παραγωγής, εταιρείες παραγωγής γεωργικών εφοδίων, Γεωπονικά-Ερευνητικά Ιδρύµατα και εκπρόσωποι γεωργικών εκµεταλλεύσεων.

Η µελλοντική παραγωγή γεωργικών προϊόντων στην  Ελλάδα πρέπει να στοχεύει στη µείωση των εισαγόµενων προϊόντων, ενώ τα µελλοντικά συστήµατα παραγωγής γεωργικών προϊόντω πρέπει να βασίζονται στην ορθολογική διαχείριση φυσικών πόρων (έδαφος, νερό), στην ορθή χρήση των γεωργικών εισροών (σπόροι, φυτοπροστατευτικά, λιπάσµατα, νερό) και τους κατάλληλα καταρτισµένους γεωργούς στις σύγχρονες τεχνολογίες. Η ελληνική γεωργία του µέλλοντος µπορεί να βελτιωθεί υπό την προϋπόθεση ότι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα µειώσει το κόστος παραγωγής των γεωργικών προϊόντων µέσω της µείωσης των τιµών (ΦΠΑ) των γεωργικών εφοδίων, των φορολογικών συντελεστών των επιδοτήσεων, των ασφαλιστικών εισφορών στον ΕΦΚΑ, του κόστους ενέργειας, καθώς και µέσω της χορήγησης χαµηλότοκων δανείων. Επιπρόσθετα, το ΥπΑΑΤ πρέπει να προβεί στην οργάνωση της γεωργίας µέσω µέτρων και ενεργειών που θα αποσκοπούν στη βελτίωση των αγροτικών υποδοµών, την αναβάθµιση του ρόλου των υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ, την αύξηση της παρουσίας γεωπόνων-συµβούλων σε αγρούς, τη βελτίωση της συνεργασίας µεταξύ παραγωγών και ιδρυµάτων, την εκπαίδευση-κατάρτιση των γεωργών στις σύγχρονες τεχνολογίες, την αύξηση κινήτρων για τη δηµιουργία οµάδων παραγωγών, την ικανοποιητική ενίσχυση νέων αγροτών που θα τους επιτρέψει να παραµείνουν στη γεωργία, τη σύνδεση των ενισχύσεων µε την παραγωγή ποιοτικών και ασφαλών προϊόντων και όχι βάσει στρεµµατικής έκτασης, την ενίσχυση αγοράς και εγκατάστασης ψηφιακών τεχνολογιών ιχνηλάτησης των προϊόντων (καταγραφής της πορείας γεωργικών προϊόντων από το χωράφι στο ράφι των σούπερ µάρκετ), τη δηµιουργία κατάλληλα εξοπλισµένων εργαστηρίων ελέγχου της ποιότητας και της ασφάλειας προϊόντων, την έναρξη ερευνητικών προγραµµάτων δηµιουργίας ανθεκτικών καλλιεργειών-ποικιλιών στις επερχόµενες µεταβολές του κλίµατος, τη δηµιουργία µηχανισµών στήριξης γεωργών για απώλεια εισοδηµάτων από ακραία καιρικά φαινόµενα, την ενίσχυση επενδύσεων για µετασυλλεκτική διαχείριση των προϊόντων, καθώς και τη δηµιουργία µηχανισµών προώθησης γεωργικών προϊόντων.

Οι γεωργοί, σε συνεργασία µε το ΥΠΑΑΤ, πρέπει να προβούν στον αναδασµό των καλλιεργούµενων εκτάσεων, στη δηµιουργία ζωνών καλλιέργειας, στην υποχρεωτική οργάνωση σε οµάδες παραγωγών, καθώς και στην πλήρη καθετοποίηση των παραγόµενων προϊόντων. Επίσης, πρέπει να επενδύσουν στην εκπαίδευση, την επικαιροποίηση των επαγγελµατικών γνώσεων, την εκµάθηση νέων τεχνικών, τη συνεχή κατάρτιση και τη δια βίου µάθηση που βελτιώνουν τις ικανότητες και τις δεξιότητές τους. Οι φορείς εκπαίδευσης-κατάρτισης, κατά τον σχεδιασµό προγραµµάτων κατάρτισης, θα πρέπει να λαµβάνουν υπόψη ότι οι περισσότεροι γεωργοί διαθέτουν κυρίως πρακτική εµπειρία και λιγότερο θεωρητική γνώση. Επίσης, οι γεωργοί δεν έχουν ανάγκη από τηλεκατάρτιση σε θέµατα εφαρµοσµένης βιολογικής επιστήµης ή από θεωρίες ανέφικτης αντιµετώπισης γεωργικών προβληµάτων, αλλά απαιτούν την παρουσία συµβούλων στο πεδίο-αγρό, µέσω βιωµατικών λύσεων των υφιστάµενων γεωργικών προβληµάτων τους. Αυτό σηµαίνει ότι ο σχεδιασµός των προγραµµάτων κατάρτισης θα πρέπει να βασίζεται στις απαιτήσεις απόκτησης γνώσεων από τους καταρτιζόµενους γεωργούς, ενώ η επιλογή των εκπαιδευτών θα πρέπει να γίνεται βάσει της αξιολόγησής τους από γεωργούς προηγούµενων παρόµοιων προγραµµάτων κατάρτισης-εκπαίδευσης αλλά και από εξωτερικούς αξιολογητές.

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία