Είναι δοκιµές αντοχής (crash test) του κτηνοτροφικού οικοσυστήµατος. Αποκαλύπτουν τη σκληρή πραγµατικότητα όπου φαίνεται αν υπάρχει οργάνωση, στρατηγική διαχείρισης, επιχειρησιακή συνοχή και ετοιµότητα ή αν κυριαρχεί ερασιτεχνισµός, αναποτελεσµατικότητα και καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων.
Το ΧΑΟΣ δεν είναι λογοπαίγνιο ούτε θεωρητική έννοια. Υποδηλώνει τη Χρόνια Ανεπάρκεια Οργανωµένης Στρατηγικής για το κτηνοτροφικό τοµέα. ∆εν σηµαίνει απουσία µέτρων αλλά ότι τα µέτρα είναι αποσπασµατικά και χωρίς ενιαία λογική. Σηµαίνει ότι τα αντανακλαστικά του συστήµατος λειτουργούν «κατά περίπτωση» και όχι βάσει επιστηµονικών δεδοµένων και λεπτοµερών πρωτοκόλλων. Το ΧΑΟΣ συνδέεται άµεσα µε ουσιώδη διαρθρωτικά προβλήµατα του κτηνοτροφικού τοµέα όπως το υψηλό κόστος παραγωγής, το µικρό µέγεθος των εκµεταλλεύσεων, η γήρανση των εκτροφέων, η χαµηλή παραγωγικότητα και η εξάρτηση της βιωσιµότητας από επιδοτήσεις. Σε αυτό το ήδη εύθραυστο οικοσύστηµα ενδηµούν κρίσιµες αδυναµίες όπως η αναξιόπιστη απογραφή ζωικού κεφαλαίου, οι αποσπασµατικές αποφάσεις, η ασυνέχεια µέτρων, η πληµµελής ιχνηλασιµότητα και η ανεπαρκής επιδηµιολογική επιτήρηση ειδικά για νοσήµατα µε σηµαντικό οικονοµικό αντίκτυπο.
Αντίθετα η ΤΑΞΙΣ: Τεκµηριωµένη Αποτελεσµατική Ξεκάθαρη Ιχνηλάτηση Συµβάντων είναι µια δυναµική κατάσταση. ∆ίνει τη δυνατότητα να γνωρίζεις σε πραγµατικό χρόνο, την κατανοµή του εθνικού ποιµνίου και τις µετακινήσεις του, τη παραγωγή προϊόντων (γάλα, κρέας) και τις διαδροµές τους στην αλυσίδα αξίας. Εξασφαλίζει συνεχή επιτήρηση, πλήρη ιχνηλασιµότητα, διοικητική επάρκεια και ταχύτητα στις αποφάσεις. Η ΤΑΞΙΣ εντοπίζει άµεσα τα κρίσιµα σηµεία κινδύνου και την αφετηρία ενός συµβάντος (επιζωοτία) στην αλυσίδα αξίας του γάλακτος ώστε να είναι εφικτό το «σπάσιµο» της αλυσίδας µετάδοσης πριν επεκταθεί.
Το ΧΑΟΣ ευνοεί τις επιζωοτίες, η ΤΑΞΙΣ τις περιορίζει και τις εκριζώνει
Το πρώτο αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην ευλογιά προβάτων. Η αρχική ανίχνευση δεν συνοδεύτηκε από πλήρη χαρτογράφηση των µετακινήσεων. Η νόσος δεν περιορίστηκε άµεσα, αλλά δηµιούργησε επαναλαµβανόµενες εστίες που σε πολλές περιπτώσεις ενοποιήθηκαν, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πλήρης και αξιόπιστη εικόνα µετακινήσεων. Η διαχείριση απέτυχε, επιβεβαιώνοντας ότι η λειτουργία του υφιστάµενου συστήµατος σήµανσης και καταγραφής του ζωικού υλικού είναι ΧΑΟΣ. Αντί να αποτελεί επιχειρησιακό εργαλείο, λειτουργεί κυρίως ως διοικητικός µηχανισµός συµµόρφωσης. Χαρακτηρίζεται από χρονικές υστερήσεις στις καταγραφές, χειρόγραφες δηλώσεις, πολλαπλές ασύνδετες βάσεις δεδοµένων στο ΥΠΑΑΤ και εξάρτηση από αυτοδηλώσεις παραγωγών που δηµιουργούν ένα περιβάλλον «διοικητικής αβεβαιότητας». Σε συνθήκες επιζωοτίας, αυτή η αβεβαιότητα µετατρέπεται σε επιχειρησιακή αδυναµία µε συνέπεια τη καθυστερηµένη ιχνηλάτηση, ασαφή εικόνα της διασποράς και δυσκολία λήψης στοχευµένων µέτρων. Το αποτέλεσµα είναι ένα κτηνοτροφικό οικοσύστηµα που δεν µπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσµατικά και οδηγήθηκε σε αυτοσχεδιασµούς µε αρνητικές συνέπειες που θα φανούν στο άµεσο µέλλον.
Το ΧΑΟΣ συνεχίζεται εντονότερα στη περίπτωση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Η επιζωοτία στο Ηνωµένο Βασίλειο το 2001 έδειξε ότι είναι νόσηµα που δοκιµάζει τα όρια κάθε συστήµατος. Η Λέσβος, θεωρητικά ως νησί προσφέρει ένα πλεονέκτηµα ελέγχου. ∆υστυχώς το ΧΑΟΣ το ακυρώνει. Η εφαρµοζόµενη διαχείριση της επιζωοτίας του αφθώδη στη Λέσβο απέτυχε να τιθασεύσει τη νόσο. Το χρονικό διάστηµα που παρήλθε από το πρώτο κρούσµα είναι πολύ µεγάλο. Η απουσία πλήρους ιχνηλασιµότητας, η αδυναµία άµεσης χαρτογράφησης επαφών και οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναµικό είτε στο πεδίο για λήψη δειγµάτων (δεν έχει καθοριστεί ποιες είναι οι πραγµατικές ανάγκες σε συνεργεία) αλλά και στο Εργαστήριο για άµεσα αποτελέσµατα (δεν γνωρίζουµε πόσα δείγµατα µπορούν να εξεταστούν σε ηµερήσια βάση) δηµιουργούν συνθήκες που οδηγούν µε ταχύτητα στη καταστροφή του κτηνοτροφικού οικοσυστήµατος του νησιού. Η εκρίζωση για να πετύχει πρέπει να εξασφαλιστεί ταχύτατη ολοκλήρωση ιχνηλάτησης σε µέρες και όχι εβδοµάδες ή µήνες όπως εξελίσσεται η κατάσταση στη Λέσβο. Στο κρίσιµο ερώτηµα «εµβόλιο ή όχι», η επιλογή πλέον, δεν είναι θεωρητική, είναι άµεσα επιχειρησιακή. Λαµβάνοντας υπόψη ότι τα πρόβατα ανήκουν σε µια σηµαντική εγχώρια φυλή που είναι η µόνη µε τόσο µεγάλο πληθυσµό τα περιθώρια των επιλογών είναι στενά. Είναι παράδοξο ότι δεν έχει κοινοποιηθεί κανένα ολοκληρωµένο σχέδιο διαχείρισης µε λεπτοµερή σενάρια και αυστηρά χρονοδιαγράµµατα δράσης από τη πλευρά του ΥΠΑΑΤ. Ο εµβολιασµός αποτελεί εργαλείο διαχείρισης µια νόσου και µπορεί να περιορίσει ταχύτατα τη µετάδοση όταν η διασπορά έχει ξεφύγει από τον έλεγχο και έχει ξεπεράσει την ικανότητα ταχείας εκρίζωσης µόνο µε θανατώσεις και περιορισµούς (το παράδειγµα της Κύπρου είναι χαρακτηριστικό). Εντούτοις, η εφαρµογή εµβολιασµού συνοδεύεται από σηµαντικές επιπτώσεις στο εµπόριο των προϊόντων και απαιτεί αυστηρή διαχείριση δεδοµένων ιχνηλασιµότητας για να διαχωρίζονται τα εµβολιασµένα ζώα και τα προϊόντα τους. Εάν εφαρµοστεί, πρέπει να είναι στοχευµένος, πλήρως καταγεγραµµένος και ενταγµένος σε σύστηµα απόλυτης ιχνηλασιµότητας. Λαµβάνοντας υπόψη τι συµβαίνει στο πεδίο και τα υπάρχοντα επιστηµονικά δεδοµένα από τη διεθνή βιβλιογραφία θεωρούµε ότι έπρεπε ήδη να έχουν εξεταστεί διαφορετικά σενάρια δράσης (σενάρια εµβολιασµού) και να έχουν γίνει οι σχετικές επαφές σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών και υλικών. Για όλα αυτά θα έπρεπε να υπάρχει διαρκής ενηµέρωση µε εκθέσεις κόστους – οφέλους για κάθε σενάριο στους παραγωγικούς φορείς της Λέσβου και ισχυρά κίνητρα αποζηµίωσης για πλήρη συµµόρφωση. Το υφιστάµενο θεσµικό πλαίσιο υπάρχει (ευρωπαϊκή νοµοθεσία, τεχνολογικές λύσεις), αλλά αυτό που λείπει είναι η συστηµατική, συνεπής εφαρµογή. ∆ηλαδή, η µετάβαση από το ΧΑΟΣ σε ΤΑΞΙΣ.
Οι επιζωοτίες δεν προειδοποιούν και δεν περιµένουν. Το δίληµµα είναι απλό αλλά κρίσιµο. Θα συνεχίσουµε να λειτουργούµε µε ΧΑΟΣ, αντιδρώντας µε αβεβαιότητα, καθυστερηµένα και σπασµωδικά σε κάθε νέα επιζωοτία, ή θα επενδύσουµε σε ΤΑΞΙΣ, δηµιουργώντας ένα σύστηµα που προλαµβάνει, εντοπίζει και ελέγχει; Η απάντηση δεν αφορά µόνο τη βιωσιµότητα της κτηνοτροφίας. Αφορά την αξιοπιστία της χώρας, την ανθεκτικότητα της αγροτικής οικονοµίας και το µέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας.