Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση Commodity Markets Outlook, που δημοσιοποίησε η Παγκόσμια Τράπεζα (28/10), το αυξημένο κόστος καυσίμων και λιπασμάτων διαμορφώνει ένα ακόμη πιο επιβαρυμένο περιβάλλον για τους παραγωγούς, μεταφέροντας τις ανατιμήσεις σε ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία των λιπασμάτων, οι τιμές των οποίων αναμένεται να αυξηθούν κατά 14% το 2026, μετά την έντονη άνοδο που σημειώθηκε στην ουρία στις αρχές του έτους. Για το 2027, πάντως, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν στα επίπεδα του 2025.
Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda
Σε ευρύτερο επίπεδο, οι τιμές του συνόλου των εμπορευμάτων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 23% το 2026, με βασικό μοχλό την ενέργεια, η οποία αναμένεται να καταγράψει άνοδο 32%. Η μέση τιμή του πετρελαίου Brent εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 91 δολάρια το βαρέλι, από 69 δολάρια το 2025, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση στο κόστος αγροτικής παραγωγής.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Παγκόσμιας Τράπεζας
Οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά 23% το 2026, καθώς εντείνονται οι παγκόσμιοι κλυδωνισμοί, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank Group) για τις Προοπτικές των Αγορών Βασικών Εμπορευμάτων (Commodity Markets Outlook), η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα, οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά 23% το 2026, καθώς εντείνονται οι παγκόσμιοι κλυδωνισμοί. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση των αποθεμάτων πετρελαίου και αναμένεται να ωθήσει τις τιμές της ενέργειας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Παράλληλα, οι διαταραχές στις μεταφορές σιτηρών και το φαινόμενο El Niño απειλούν τις γεωργικές συγκομιδές και την οικονομική προσιτότητα των τροφίμων. Με τα αποθέματα πετρελαίου να έχουν εξαντληθεί σε σημαντικό βαθμό, η παγκόσμια οικονομία είναι πλέον περισσότερο εκτεθειμένη σε νέες διαταραχές του εφοδιασμού. Καθώς οι χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις, η Ομάδα της Παγκόσμιας Τράπεζας διαθέτει χρηματοδότηση και υποστήριξη μέσω των υφιστάμενων χρηματοδοτικών της μηχανισμών, ενώ παράλληλα ενισχύει την ικανότητά της να κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια, συμπληρωματικά προς τους δικούς της πόρους.
Οι τιμές της ενέργειας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 32% το 2026, ανατρέποντας την πτωτική πορεία των προηγούμενων τριών ετών, προτού υποχωρήσουν σε ηπιότερα επίπεδα το 2027. Η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 91 δολάρια ανά βαρέλι το 2026, έναντι 69 δολαρίων το 2025, και στη συνέχεια να υποχωρήσει στα 79 δολάρια το 2027. Οι τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 10% το 2026 και κατά επιπλέον 7% το 2027, καταγράφοντας συνολική σωρευτική αύξηση 18%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις διαταραχές που προκαλεί η σύγκρουση στις μεταφορές σιτηρών, στις απειλές που συνεπάγεται το φαινόμενο El Niño για τις γεωργικές συγκομιδές, καθώς και στην αύξηση του κόστους της αγροτικής παραγωγής λόγω των υψηλών τιμών των καυσίμων και των λιπασμάτων. Συνολικά, οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 23% φέτος, προτού μειωθούν κατά 7% το 2027.
Οι προβλέψεις βασίζονται στην παραδοχή ότι δεν θα υπάρξει σημαντική κλιμάκωση των συγκρούσεων που επηρεάζουν τον παγκόσμιο εφοδιασμό με βασικά εμπορεύματα. Ωστόσο, οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω, εάν κλιμακωθεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και συνεχιστούν οι ζημιές στις πετρελαϊκές υποδομές της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, ένας συνδυασμός υψηλότερων από τις αναμενόμενες τιμών ενέργειας, επιθέσεων στις μεταφορές σιτηρών μέσω της Μαύρης Θάλασσας και ενός ιδιαίτερα ισχυρού φαινομένου El Niño θα μπορούσε να προκαλέσει επισιτιστική κρίση, οδηγώντας ακόμη περισσότερους ανθρώπους σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ανάλογες με εκείνες που επικράτησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Σε ένα δυσμενές σενάριο, στο οποίο θα εκδηλωθούν ταυτόχρονα όλοι αυτοί οι κίνδυνοι, η μέση τιμή του Brent θα μπορούσε να ανέλθει στα 105 δολάρια ανά βαρέλι το 2027, ενώ οι τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων θα μπορούσαν να είναι κατά 12% υψηλότερες από εκείνες που προβλέπονται στο βασικό σενάριο, υπερβαίνοντας τα επίπεδα του 2022.
«Οι αγορές βασικών εμπορευμάτων δέχονται ταυτόχρονα τις επιπτώσεις αρκετών σημαντικών κλυδωνισμών», δήλωσε ο Ayhan Kose, Αναπληρωτής Επικεφαλής Οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και Διευθυντής της Ομάδας Προοπτικών (Prospects Group). «Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος και οι διαταραχές στο εμπόριο ωθούν προς τα πάνω τις τιμές ενός ευρέος φάσματος βασικών εμπορευμάτων, απειλώντας να επιδεινώσουν τον πληθωρισμό, την επισιτιστική ανασφάλεια και τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η προστασία των φτωχότερων πληθυσμιακών ομάδων και η στήριξη των χωρών χαμηλού εισοδήματος, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες λόγω του υψηλού χρέους τους».
Για να στηρίξει τις χώρες στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την αύξηση των τιμών, η Ομάδα της Παγκόσμιας Τράπεζας έχει διαθέσει χρηματοδοτικούς πόρους ύψους 50 έως 60 δισ. δολαρίων μέσω υφιστάμενων χρηματοδοτικών μηχανισμών, εκ των οποίων τα 25 δισ. δολάρια αφορούν προκαθορισμένη χρηματοδότηση. Οι πόροι αυτοί μπορούν να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δικτύων κοινωνικής προστασίας για τους πλέον ευάλωτους πληθυσμούς, στην ενίσχυση της δημοσιονομικής ικανότητας των κρατών, καθώς και στην παροχή κεφαλαίου κίνησης και ρευστότητας σε επιχειρήσεις και αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Παράλληλα, ο οργανισμός έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην επιτάχυνση και απλούστευση των διαδικασιών μέσω των οποίων κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια, συμπληρωματικά προς τη δική του χρηματοδότηση και τις υπηρεσίες παροχής τεχνογνωσίας. Ως αποτέλεσμα, η Ομάδα της Παγκόσμιας Τράπεζας βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση ώστε να επενδύσει στη νέα γενιά των αναπτυσσόμενων χωρών, κυρίως μέσω της βελτίωσης των συνθηκών που ευνοούν τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Η σύγκρουση επιβάλλει προσαρμογές στον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος παράγει και καταναλώνει ενέργεια. Η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 5,2% το 2026, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων τεσσάρων και πλέον δεκαετιών, εξαιρουμένης της περιόδου της παγκόσμιας ύφεσης του 2020. Παράλληλα, η κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί κατά 2,5%, καταγράφοντας την τρίτη μεγαλύτερη ετήσια συρρίκνωση που έχει σημειωθεί ποτέ, μετά τις αντίστοιχες μειώσεις του 2020 και του 1980. Οι υψηλές τιμές, εν μέσω ελλείψεων στην προσφορά, περιορίζουν τη ζήτηση, ενώ η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και γενικότερα στον εξηλεκτρισμό μειώνει επίσης τη χρήση πετρελαίου, ιδιαίτερα στην Κίνα. Παρά ταύτα, η παραγωγή εξακολουθεί να υπολείπεται της κατανάλωσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την περαιτέρω άντληση ποσοτήτων από τα αποθέματα πετρελαίου και αφήνει τις αγορές περισσότερο εκτεθειμένες σε νέες διαταραχές του εφοδιασμού.
Οι τιμές των λιπασμάτων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 14% το 2026, μετά την απότομη άνοδο των τιμών της ουρίας στις αρχές του έτους, η οποία έκτοτε έχει υποχωρήσει. Το 2027 αναμένεται να επανέλθουν στα επίπεδα του 2025.
Οι τιμές των μετάλλων αναμένεται να καταγράψουν νέο ιστορικό υψηλό το 2026, σημειώνοντας αύξηση κατά 25%, καθώς οι τιμές του αλουμινίου, του χαλκού και του κασσίτερου καταγράφουν όλες ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι αυξήσεις αυτές αντανακλούν την ισχυρή ζήτηση που συνδέεται με τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα ηλεκτρικά οχήματα και στα κέντρα δεδομένων (data centers), σε συνδυασμό με τις διαταραχές στην προσφορά που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Το 2027 οι τιμές αναμένεται να υποχωρήσουν κατά 3%.
Οι τιμές των πολύτιμων μετάλλων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 40% το 2026, καθώς η ζήτηση για περιουσιακά στοιχεία ασφαλούς καταφυγίου (safe-haven assets) παραμένει αυξημένη εξαιτίας της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της αβεβαιότητας ως προς τις ασκούμενες πολιτικές. Το 2027 αναμένεται να παρουσιάσουν κάποια αποκλιμάκωση, ωστόσο θα παραμείνουν σε επίπεδα υπερτριπλάσια του μέσου όρου της περιόδου 2015–2019.
Το ειδικό θεματικό μέρος της έκθεσης εξετάζει τον βαθμό αλληλεξάρτησης μεταξύ των αγορών βασικών εμπορευμάτων, δηλαδή τον βαθμό στον οποίο οι διακυμάνσεις στην τιμή ενός εμπορεύματος μπορούν να ερμηνευθούν από τους κλυδωνισμούς που επηρεάζουν τις τιμές άλλων εμπορευμάτων. Η ανάλυση διαπιστώνει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της μεταβλητότητας των τιμών των βασικών εμπορευμάτων γίνονται εντονότερες σε περιόδους οικονομικής ή χρηματοπιστωτικής αναταραχής, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου από την έναρξη της τρέχουσας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Κατά μέσο όρο, τα βιομηχανικά μέταλλα αποτελούν την κατηγορία εμπορευμάτων που μεταδίδει τη μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις υπόλοιπες κατηγορίες. Ωστόσο, ο ρόλος των τιμών του πετρελαίου στην εν λόγω μετάδοση αυξήθηκε σημαντικά μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.