Από την Μπανγκόκ, όπου συμμετείχε στην φθινοπωρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο κεντρικός τραπεζίτης της Λετονίας, κ. Μάρτιν Κάζακς, τόνισε ότι έως τώρα οι αποφάσεις της ΕΚΤ για την αύξηση των επιτοκίων ήταν σχετικά εύκολες.
Τώρα, όμως, που υπάρχει ως δεδομένο η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού σε όλη την ΕΕ, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Ο ομόλογός του, κεντρικός τραπεζίτης της Σλοβενίας, Πρίμοζ Ντόλεντς, μιλώντας και αυτός από την Μπανγκόκ, τόνισε ότι, αν οι αγορές συνεχίζουν να επιδεινώνουν τις συνθήκες χρηματοδότησης, η ΕΚΤ "δεν θα χρειαστεί να κάνει πολλά περισσότερα". Ακόμη και ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης, κ. Εμμανουέλ Μουλέν, σε δηλώσεις του άφησε να εννοηθεί ότι μέρος της αντιπληθωριστικής πολιτικής της ΕΚΤ μπορεί να γίνει από την αγορά, μέσω της αύξησης των επιτοκίου δανεισμού.
Άλλοι Κεντρικοί τραπεζίτες, από την ίδια σύνοδο, τόνιζαν ότι η ΕΚΤ ήταν η πρώτη κεντρική τράπεζα που αύξησε τα επιτόκιά της μετά το ξέσπασμα του πολέμου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η συνέχεια της προσπάθειας για τη μείωση του πληθωρισμού θα πρέπει να συνεχιστεί στη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου.
Τι έχει να κερδίσει η Ελλάδα
Συνεπώς, η ΕΚΤ μπορεί τελικά να μην χρειαστεί να πάει πολύ πιο μακριά με τις αυξήσεις επιτοκίων, ώστε να περιορίσει τη ρευστότητα της αγοράς και τελικά να πετύχει τη μείωση του πληθωρισμού στο 2%. Αυτό θα γίνει γιατί προηγουμένως η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα έχει περιοριστεί από την αύξηση του κόστους δανεισμού των ευρωπαϊκών κρατών, ως αποτέλεσμα της της ενεργειακής κρίσης που έφερε ο πόλεμος στο Ιράν.
Μια τέτοια κατάσταση μπορεί και να ευνοήσει την Ελλάδα, η οποία δέχεται μεγαλύτερο πλήγμα από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ απ' ό,τι από την αύξηση του κόστους δανεισμού του ευρωπαϊκού χρέους. Αυτό οφείλεται στο ότι οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ δανείζονται για να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Η Ελλάδα, λόγω του ότι τα 2/3 του χρέους της είναι στα χέρια του "επίσημου" τομέα (Ευρωζώνη, EFSF, ESM) και του ότι, η οικονομία παράγει υψηλά πλεονάσματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα έχει πολύ μικρές ανάγκες χρηματοδότησης. Το 2027, η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να δανειστεί από την αγορά πάνω 8 δισ. ευρώ, έναντι 600 δισ. ευρώ της γειτονικής Ιταλίας. Αν τα επιτόκια αγοράς είναι απαγορευτικά, η Ελλάδα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της από τα ταμειακά της διαθέσιμα, τα οποία στο τέλος του 2026 θα ξεπερνούν τα 30 δισ. ευρώ. Συνεπώς, το δημόσιο χρέος είναι σχετικά θωρακισμένο από τη μεγάλη νευρικότητα της αγοράς χρήματος. Η μετάδοση θα γινόταν και στα επιτόκια χορηγήσεων, αλλά με χρονική καθυστέρηση και ανάλογα με την πολιτική της κάθε τράπεζας. Άρα, η επίδραση στην κατανάλωση θα ήταν μετριασμένη και με χρονική υστέρηση της αύξησης των επιτοκίων της αγοράς.
Αντίθετα, αν έχουμε διαδοχικές αυξήσεις στα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ, εκτός από το κόστος δανεισμού, θα αυξηθούν άμεσα και τα επιτόκια χορηγήσεων, αναστέλλοντας πολλά επενδυτικά σχέδια. Επίσης, θα αυξάνονταν αυτόματα τα επιτόκια στα δάνεια των επιχειρήσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά και τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών. Κάτι τέτοιο θα έπληττε την κατανάλωση και, άρα, και το ΑΕΠ της χώρας, σε ένα πολύ δύσκολο χρονικό σημείο για όλη την Ευρώπη.
Πηγή: Capital.gr