Πρώτα εγγραφή στο ΜΑΑΕ, µετά δήλωση ΟΣ∆Ε
Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2026, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ξεκαθαρίζει ότι η εγγραφή στο ΜΑΑΕ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή της Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης (ΟΣ∆Ε), ήδη για το 2026. Η εγγραφή αποδεικνύεται µε σχετική βεβαίωση.
Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στους κατά κύριο επάγγελµα αγρότες. Αφορά γενικότερα τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα που ασκούν αγροτική δραστηριότητα, ακόµη και εκείνους που δεν υποβάλλουν ΟΣ∆Ε.
Προσοχή σε µια βασική διάκριση: η εγγραφή στο ΜΑΑΕ δεν σηµαίνει ότι όλοι αποκτούν αυτοµάτως την ιδιότητα του επαγγελµατία αγρότη. Άλλο πράγµα η καταγραφή της αγροτικής δραστηριότητας και άλλο η αναγνώριση της επαγγελµατικής ιδιότητας.
Για όσους έχουν ήδη αγροτική δραστηριότητα, είναι σηµαντικό να ελέγξουν έγκαιρα τα στοιχεία και τη βεβαίωσή τους. Για τους νεοεισερχόµενους που υποβάλλουν για πρώτη φορά ΟΣ∆Ε προβλέπεται αρχικά εγγραφή ως «ασκούντες αγροτική δραστηριότητα» και, στη συνέχεια, νέα αίτηση για την ιδιότητα του νεοεισερχόµενου επαγγελµατία αγρότη, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις.
Το ζητούµενο είναι η νέα διαδικασία να διευκολύνει τον έλεγχο των πραγµατικών στοιχείων και όχι να προσθέσει ακόµη µία καθυστέρηση στις δηλώσεις καλλιέργειας.
Προς εκκοκκιστήρια και εµπόρους: Η απουσία δελτίου αποστολής δεν απαγορεύει την παραλαβή της παραγωγής
Το δεύτερο θέµα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο τώρα που οι παραγωγοί παραδίδουν την παραγωγή τους σε εκκοκκιστήρια, συνεταιρισµούς και εµπορικές επιχειρήσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τίθεται ως απόλυτος όρος για την παραλαβή να έχει προηγηθεί η έκδοση ψηφιακού δελτίου αποστολής από τον αγρότη.
Πρέπει να διευκρινιστεί ρητά: δεν υπάρχει γενική διάταξη που να απαγορεύει σε µια επιχείρηση να παραλάβει ένα αγροτικό προϊόν αποκλειστικά και µόνο επειδή ο παραγωγός δεν εξέδωσε δελτίο αποστολής.
Αντίθετα, προβλέπεται συγκεκριµένος τρόπος καταγραφής της παραλαβής. Όταν η επιχείρηση παραλαµβάνει προϊόντα χωρίς το παραστατικό διακίνησης του αποστολέα, στις περιπτώσεις που προβλέπει το πλαίσιο, εκδίδει και διαβιβάζει ∆ελτίο Ποσοτικής Παραλαβής. Η διαδικασία καλύπτει τόσο παραλαβές από πρόσωπα που δεν έχουν υποχρέωση έκδοσης παραστατικού όσο και περιπτώσεις υπόχρεων που, από παράλειψη ή άρνηση, δεν το εξέδωσαν.
Το ζήτηµα αφορά µεταξύ άλλων τους αγρότες ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, αλλά και τους αγρότες κανονικού καθεστώτος, όταν παραλείπουν να εκδώσουν το απαιτούµενο δελτίο. Στη δεύτερη περίπτωση, βέβαια, η παράλειψη δεν παύει να αποτελεί δική τους φορολογική υποχρέωση και έχει συνέπειες.
Άρα το µήνυµα προς τους παραλήπτες είναι ξεκάθαρο: εφόσον παραλάβουν την παραγωγή, δεν µπορούν να επικαλούνται την έλλειψη δελτίου αποστολής ως λόγο για να µην καταγράψουν νόµιµα την είσοδό της στις εγκαταστάσεις τους. Οφείλουν να εφαρµόσουν τη διαδικασία του ∆ελτίου Ποσοτικής Παραλαβής, όπου αυτή προβλέπεται. Αυτό δεν σηµαίνει ότι µια επιχείρηση υποχρεώνεται να αγοράσει οποιοδήποτε φορτίο, σηµαίνει όµως ότι η φορολογική νοµοθεσία προβλέπει λύση για τη νόµιµη αποτύπωση της παραλαβής χωρίς συνοδευτικό δελτίο.
Κυρίως όµως σηµαίνει ότι ο αγοραστής υποχρεούται να εκδώσει ∆ελτίο Ποσοτικής παραλαβής, ακόµα κι όταν ο αγρότης που παραδίδει το προϊόν του, έχει εκδώσει Ψηφιακό ∆ελτίο Αποστολής. ∆ιότι το Ψ∆Α που εκδίδεται από το χωράφι κατά την έναρξη της διακίνησης, έχει καταχωρηµένες τις ποσότητες κατ’ εκτίµηση. Συνεπώς θα πρέπει να εκδώσει ∆ΠΠ για να καταγράψει στην αποθήκη του τα ακριβή κιλά που παραλαµβάνει.
Ψηφιακό δελτίο αποστολής και αγρότες
Η πληρωµή του αγρότη γίνεται µε βάση το ∆ελτίο Ποσοτικής Παραλαβής που εκδίδει ο έµπορος ή ο συνεταιρισµός, στο οποίο καταχωρεί τα ακριβή κιλά που προέκυψαν από το ζυγολόγιο. Όχι τα περίπου κιλά που εµπεριέχει το Ψ∆Α κατά την αρχική µεταφορά.
Πρέπει να καταργηθεί άµεσα η υποχρέωση έκδοσης δελτίου αποστολής, από το χωράφι µέχρι το χώρο παράδοσης του εµπόρου. Η ύπαρξη του αυτή τη στιγµή βολεύει µόνο την επιβολή προστίµων και σε καµία περίπτωση δεν χτυπά τη λαθραία διακίνηση.
Λαϊκές αγορές
Οι παραγωγοί πωλητές λαϊκών αγορών εκδίδουν χειρόγραφο συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής, στο οποίο καταχωρούν τα προϊόντα τους, πηγαίνουν στις λαϊκές αγορές και επιστρέφοντας από αυτές καταγράφουν τα είδη που επέστρεψαν. Αντίθετα, οι επαγγελµατίες πωλητές συνεχίζουν να απαλλάσσονται από την έκδοση Σ∆Α και να µετακινούνται έχοντας µαζί τους τα τιµολόγια τα οποία εξέδωσαν οι προµηθευτές τους.