Στην εξέλιξη αυτή έχει παίξει ρόλο το γεγονός ότι η καλλιέργεια δείχνει να ευνοείται από τις εδαφοκλιµατικές συνθήκες στο θεσσαλικό κάµπο, όπως και το ό,τι λόγω των χαµηλών εισροών, της ανθεκτικότητάς του και του συνδυασµού αποδόσεων και εµπορικής τιµής, αποτελεί µια ενδιαφέρουσα εναλλακτική λύση για τους καλλιεργητές. Ειδικά τώρα που η γεωργία αναζητά νέες καλλιεργητικές προτάσεις, που να διακρίνονται από χαµηλότερες ανάγκες σε νερό, µεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις υψηλές θερµοκρασίες και υπαρκτή αγορά διάθεσης.
«Χρειάζεται 50% έως 70% λιγότερο νερό, έναντι άλλων ανοιξιάτικων καλλιεργειών, παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή αντοχή στις παρατεταµένες θερµοκρασίες και στην ξηρασία, ακόµη και σε συνθήκες που προσεγγίζουν τους 50 βαθµούς Κελσίου, κάτι που αποκτά ιδιαίτερη σηµασία καθώς τα ακραία θερµικά φαινόµενα γίνονται πλέον όλο και συχνότερα. Παράλληλα απαιτεί µικρότερες ποσότητες λίπανσης και δεν αντιµετωπίζει ιδιαίτερες εντοµολογικές προσβολές», µας εξηγεί ο Σάββας Παυλίδης, από την εταιρεία «Ελληνικά Βιοκαύσιµα ΑΕ», διευκρινίζοντας πως προϋπόθεση είναι να υπάρχει καλά ψιλοχωµατισµένο χωράφι, καθώς και στραγγερό έδαφος, χωρίς προβλήµατα υπερβολικής υγρασίας. Η συγκοµιδή δε, γίνεται µε συµβατική αλωνιστική µηχανή σιταριού, γεγονός που επιτρέπει στους παραγωγούς να αξιοποιούν ήδη υπάρχοντα εξοπλισµό τους.
Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda
Ως προς τις αποδόσεις, αγρότες που ήδηδοκιµάζουν το σουσάµι, λένε πως κυµαίνονται συνήθως µεταξύ 150 και 200 κιλών ανά στρέµµα, ανάλογα την περιοχή και τις συνθήκες. Όσο για την τιµή, η εταιρεία «Ελληνικά Βιοκαύσιµα ΑΕ», που αναπτύσσει την καλλιέργεια µε επίκεντρο κυρίως τη Θεσσαλία, φέτος προσφέρει στους αγρότες µε τους οποίους συνεργάζεται συµβάσεις µε κατώτερη εγγυηµένη τιµή στα 110 ευρώ ο τόνος.
Στα «ατού» της καλλιέργειας, εξάλλου, είναι ότι υφίσταται, ήδη, αγορά να το απορροφήσει, καθώς η χώρα καταναλώνει κάθε χρόνο περίπου 40.000 τόνους σουσαµιού, κατά κύριο λόγο εισαγωγής. H Ευρώπη, παράλληλα, εισάγει κάθε χρόνο πάνω από 250.000 τόνους, γεγονός που µεταφράζεται σε τεράστια εκροή κεφαλαίων προς Τρίτες χώρες. Με βάση αυτά, γνώστες της αγοράς ισχυρίζονται πως η ανάπτυξη µιας οργανωµένης αλυσίδας στο κοµµάτι της παραγωγής και µεταποίησης στην Ελλάδα, θα µπορούσε να δηµιουργήσει πολλαπλασιαστική αξία στην οικονοµία από 3,5 έως και 5 φορές µεγαλύτερη από την αρχική αξία της πρωτογενούς παραγωγής, µέσω της αλυσίδας µεταποίησης, τυποποίησης, βιοµηχανίας τροφίµων, µεταφορών, αλλά και υποκατάστασης εισαγωγών.
Ιδιαίτερη σηµασία αποκτά και το ζήτηµα της ασφάλειας τροφίµων, µε δεδοµένο πως η παραγωγή εντός της ΕΕ γίνεται µε πολύ αυστηρότερους κανόνες ιχνηλασιµότητας και ασφάλειας, κάτι που προσδίδει ιδιαίτερη αξία στο ελληνικό προϊόν. Σε µια χώρα όπου το κουλούρι Θεσσαλονίκης, το ταχίνι και ο χαλβάς αποτελούν κοµµάτι της διατροφικής παράδοσης, πολλοί θεωρούν ότι ήρθε η ώρα τα προϊόντα αυτά να αποκτήσουν περισσότερο ελληνικό σουσάµι και λιγότερη εξάρτηση από εισαγωγές.