BACK TO
TOP
Εμπορεύματα

Με όχημα την αμειψισπορά πεδίο δόξης για τσία, κινόα και καμελίνα στην Ελλάδα

Το µεγάλο έλλειµµα ανταγωνιστικότητας που καλείται να διαχειριστεί η ελληνική γεωργία αφορά κυρίως στις ετήσιες καλλιέργειες, τα λεγόµενα αροτραία. Σε σκληρό σιτάρι, βαµβάκι, αραβόσιτο και ηλίανθο τα καλλιεργητικά κόστη θα πρέπει να εκλογικευθούν και την ίδια στιγµή να υπάρξουν προσαρµογές στις απαιτήσεις της κλιµατικής αλλαγής και της νέας ΚΑΠ.

editorial_8

Γιάννης Πανάγος

97
0

Υπάρχουν όµως και νέες ετήσιες καλλιέργειες όπως η κινόα, η τσία και η καµελίνα που δεν έρχονται να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές αλλά να λειτουργήσουν συµπληρωµατικά, εµπλουτίζοντας τα συστήµατα παραγωγής και προσφέροντας στους παραγωγούς περισσότερες επιλογές τόσο οικονοµικά, όσο και αγρονοµικά.

Ολόκληρο το ρεπορτάζ στην Agrenda που κυκλοφορεί

Το µεγαλύτερο ίσως πλεονέκτηµα αυτών των καλλιεργειών είναι ότι µπορούν να ενταχθούν εύκολα σε προγράµµατα αµειψισποράς. Η συνεχής µονοκαλλιέργεια, ιδιαίτερα του βαµβακιού ή των χειµερινών σιτηρών, έχει ως αποτέλεσµα την εξάντληση του εδάφους, την αύξηση των ζιζανίων και των ασθενειών και τη µεγαλύτερη εξάρτηση από φυτοπροστατευτικά. Αντίθετα, η εναλλαγή µε καλλιέργειες όπως κινόα ή καµελίνα βελτιώνει τη δοµή του εδάφους, περιορίζει τους πληθυσµούς παθογόνων και συµβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση νερού και θρεπτικών στοιχείων. Παράλληλα, οι παραγωγοί αποκτούν πρόσβαση σε νέες αγορές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από µεγαλύτερη προστιθέµενη αξία.

Η κινόα αποτελεί ίσως το πιο γνωστό από τα λεγόµενα «superfoods». Τα τελευταία χρόνια αποδείχθηκε ότι µπορεί να καλλιεργηθεί µε επιτυχία σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Πρόκειται για φυτό µε σχετικά µικρές απαιτήσεις σε νερό, γεγονός ιδιαίτερα σηµαντικό υπό τις σηµερινές συνθήκες λειψυδρίας. Το συνολικό κόστος παραγωγής υπολογίζεται στα 60 µε 90 ευρώ το στρέµµα, ανάλογα µε την ένταση της λίπανσης και των καλλιεργητικών φροντίδων. Οι εµπορικές αποδόσεις κυµαίνονται από 200 έως 350 κιλά το στρέµµα. Η τιµή παραγωγού διαµορφώνεται συνήθως µεταξύ 0,80 και 1,20 ευρώ το κιλό, γεγονός που µεταφράζεται σε ακαθάριστο εισόδηµα περίπου 160 έως 420 ευρώ το στρέµµα.

Η τσία αποτελεί µια πολύ νέα καλλιέργεια στην ελληνική πραγµατικότητα. Η παγκόσµια ζήτηση για τους σπόρους της αυξάνεται συνεχώς, καθώς χρησιµοποιούνται ευρέως στη βιοµηχανία τροφίµων και στη λειτουργική διατροφή. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια βρίσκεται ακόµη σε πιλοτικό στάδιο και τα οικονοµικά στοιχεία προέρχονται κυρίως από περιορισµένες εφαρµογές και συµβολαιακά σχήµατα. Το κόστος παραγωγής εκτιµάται περίπου στα 90–120 ευρώ ανά στρέµµα, οι αποδόσεις κυµαίνονται συνήθως από 80 έως 150 κιλά ανά στρέµµα, ενώ η τιµή παραγωγού µπορεί να διαµορφωθεί µεταξύ 3,00 και 5,00 ευρώ ανά κιλό, όταν υπάρχει εξασφαλισµένη αγορά και πιστοποιηµένη ποιότητα.

Τέλος η καµελίνα παρουσιάζει ακόµη µεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς στρατηγικής ανάπτυξης. Πρόκειται για ελαιούχο φυτό µε εξαιρετικά υψηλή περιεκτικότητα σε ω-3 λιπαρά οξέα, το οποίο χρησιµοποιείται τόσο στη βιοµηχανία τροφίµων, όσο και στην παραγωγή φυτικών ελαίων και βιοκαυσίµων. Η καλλιέργειά της προσαρµόζεται ιδιαίτερα καλά στις ελληνικές ξηροθερµικές συνθήκες και απαιτεί περιορισµένες εισροές. Το κόστος παραγωγής είναι αντίστοιχο των χειµερινών σιτηρών και κυµαίνεται περίπου στα 120–140 ευρώ ανά στρέµµα στη συµβατική καλλιέργεια. Οι µέσες αποδόσεις κυµαίνονται µεταξύ 120 και 155 κιλών ανά στρέµµα, ενώ η τιµή παραγωγού διαµορφώνεται συνήθως στα 2,00–2,50 ευρώ ανά κιλό.       
Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία