Η έκθεση με τίτλο «Κάνοντας τη Γεωργία να μετράει: Τοποθετώντας την ανθεκτική και αναγεννητική γεωργία με επίκεντρο τον καταναλωτή», δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ανθεκτικότητα των συστημάτων τροφίμων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα στις συζητήσεις για τη χάραξη πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. από την Ιρλανδία την 1η Ιουλίου.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι καταναλωτές αναγνωρίζουν την ανάγκη μετασχηματισμού της γεωργίας, ανταποκρίνονται όμως περισσότερο σε μηνύματα που αναδεικνύουν τα άμεσα οφέλη για τους ίδιους, παρά στη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας.
Συγκεκριμένα, χαρακτηριστικά όπως η καλύτερη γεύση, η υψηλότερη διατροφική αξία, η μειωμένη χρήση χημικών ουσιών, η διαφάνεια ως προς την προέλευση των προϊόντων και οι αξιόπιστες πιστοποιήσεις αποδείχθηκαν σημαντικά πιο ελκυστικά από τις απλές αναφορές στην «ανθεκτική» ή «αναγεννητική» γεωργία.
«Οι καταναλωτές μάς λένε ότι επιθυμούν αλλαγές στη γεωργία, όμως οι όροι "ανθεκτική" και "αναγεννητική" δεν είναι οι λέξεις με τις οποίες πραγματοποιούν τις αγορές τους», δήλωσε ο καθηγητής Μάρκετινγκ στο Πανεπιστήμιο Aarhus και επικεφαλής του EIT Food Consumer Observatory, Klaus G. Grunert. «Η μεγάλη ευκαιρία για τον αγροδιατροφικό τομέα είναι να επικοινωνεί πρώτα το όφελος και όχι την τεχνική που το παράγει».
Παρότι οι συμμετέχοντες θεωρούν ότι η ανθεκτική γεωργία είναι σημαντική για την κοινωνία, δεν πιστεύουν ότι αποτελεί καθοριστικό παράγοντα κατά την επιλογή προϊόντων στο ράφι. Αντίθετα, εκτιμούν ότι η διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας αποτελεί κυρίως ευθύνη των κυβερνήσεων, των παραγωγών και συνολικά του συστήματος τροφίμων και όχι του ίδιου του καταναλωτή.
Τα μηνύματα που πείθουν περισσότερο
Η έρευνα αξιολόγησε τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις επικοινωνίας. Η αποτελεσματικότερη ήταν εκείνη που επικεντρωνόταν σε τρόφιμα με μεγαλύτερη θρεπτική αξία, καλύτερη γεύση και επιστημονικά τεκμηριωμένα οφέλη.
Το μήνυμα με τη μεγαλύτερη απήχηση, με τίτλο «Τρόφιμα που πραγματικά θρέφουν», συνέδεε την ανθεκτική γεωργία με υγιέστερα εδάφη, βελτιωμένη γεύση, περιορισμένη χρήση συνθετικών εισροών και ανεξάρτητα πιστοποιημένους ισχυρισμούς.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτή η προσέγγιση ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στα επεξεργασμένα και μεταποιημένα τρόφιμα, όπου οι καταναλωτές δεν θεωρούν δεδομένο ότι τα προϊόντα είναι υγιεινά.
Οι αγρότες εμπνέουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη
Η μελέτη καταγράφει επίσης ότι οι καταναλωτές εμπιστεύονται περισσότερο τους ίδιους τους αγρότες σε σχέση με τους λιανεμπόρους ή τις βιομηχανίες τροφίμων. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί σχετικά με τη βιωσιμότητα αποκτούν μεγαλύτερη αξιοπιστία όταν συνοδεύονται από σαφή στοιχεία για τον παραγωγό, την προέλευση του προϊόντος και ανεξάρτητη πιστοποίηση.
Παράλληλα, η τιμή εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Πολλοί καταναλωτές θεωρούν ότι τα προϊόντα που παράγονται με βιώσιμες γεωργικές πρακτικές είναι ακριβότερα και εκτιμούν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να συμβάλουν ώστε να γίνουν πιο προσιτά.
Η διευθύντρια για την Ανθεκτική Γεωργία του EIT Food, Elvira Domingo Varona, υπογράμμισε ότι «η ανθεκτική γεωργία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες της Ευρώπης για την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας, την αποκατάσταση της φύσης, τη βελτίωση του εισοδήματος των αγροτών και την οικοδόμηση πιο ανταγωνιστικών αγροδιατροφικών αλυσίδων αξίας».