BACK TO
TOP
Food insider

Ο τουρισμός θρέφει εισαγωγές, λίγα τα εγχώρια αγροτικά προϊόντα

Η αδυναµία της ελληνικής οικονοµίας να διατηρήσει το πλεόνασµα, ακόµα και σε έναν δυναµικό και εύρωστο κλάδο όπως τα αγροδιατροφικά προϊόντα, είναι ενδεικτική των προβληµάτων του παραγωγικού της υποδείγµατος, αναφέρει σε ανάλυση του το ΚΕΠΕ, υπογραµµίζοντας την ανάγκη αλλαγής µέσα από νέες επενδύσεις και την στενότερη συνεργασία µε τον κλάδο του τουρισµού και της εστίασης.

44-45_64

Μαρία Γιουρουκέλη

7
0

Στην ενότητα «Μεταρρυθµίσεις-Ανάπτυξη» του τεύχους Ιουνίου και στο κοµµάτι που αφορά στο εξωτερικό εµπόριο αγροτικών προϊόντων και τροφίµων, ο ερευνητής του ΚΕΠΕ Αθανάσιος Χύµης αναφέρεται στα µεγάλα δοµικά προβλήµατα που αντιµετωπίζει το παραγωγικό µοντέλο, µε αποτέλεσµα τις πολύ µεγαλύτερες εισαγωγές από τις εξαγωγές.

Μάλιστα, σηµαντικές αυξήσεις των εισαγωγών αγροδιατροφικών συµπίπτουν µε τις χρονιές µε ανάλογα σηµαντική άνοδο των τουριστικών επισκέψεων. «Αυτό είναι κάτι που οι υπεύθυνοι των δύο κλάδων (τουρισµού και παραγωγής αγροδιατροφικών προϊόντων) θα πρέπει να δουν από κοινού, ώστε να υπάρξει συνεργασία για να προωθούνται αγροδιατροφικά προϊόντα ποιότητας στους επισκέπτες της Ελλάδας που θα ήθελαν να δοκιµάσουν τα εγχώρια προϊόντα και όχι τα εισαγόµενα στα οποία έχουν, άλλωστε, πρόσβαση στις δικιές τους χώρες σε καθηµερινή βάση», αναφέρει ο αναλυτής του ΚΕΠΕ. Αυτό θα έχει ως συνέπεια την αύξηση της ζήτησης τοπικών προϊόντων, µε αποτέλεσµα την αύξηση της παραγωγής αγροδιατροφικών προϊόντων σε τοπικό επίπεδο, τη βελτίωση της καθετοποίησης της παραγωγής σε τοπικό επίπεδο (µεταποίηση), την αύξηση χρήσης καλλιεργήσιµης γης, η οποία τώρα είναι σε αχρησία, και φυσικά τη διακράτηση νέων ανθρώπων στην ύπαιθρο χάρη στη δηµιουργία νέων θέσεων εργασίας που θα δηµιουργήσει η συνεργασία αυτή.

Σύµφωνα µε την ανάλυση, έστω και µικρή ποσοστιαία αύξηση των εισαγωγών αµέσως δηµιουργεί µεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση του εµπορικού ελλείµµατος. Χρειάζεται, σε ετήσια βάση, σηµαντικά µεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των εξαγωγών, για να µπορέσει να συγκρατήσει ή ακόµα και να περιορίσει την αύξηση του ελλείµµατος.

Όσον αφορά τα αγροδιατροφικά προϊόντα, οι τελευταίες εξελίξεις δεν είναι τόσο ενθαρρυντικές. Το εµπορικό πλεόνασµα (το οποίο εµφανίστηκε το 2020, για πρώτη φορά µετά από 36 χρόνια, ως άµεση συνέπεια, αφενός, της συνεχούς αύξησης των εξαγωγών και, αφετέρου, της µείωσης των εισαγωγών λόγω µειωµένου τουρισµού εξαιτίας της πανδηµίας και διατηρήθηκε, µε εξαίρεση το 2022, µέχρι και το 2024) µετατράπηκε σε έλλειµµα το 2025. Η εξέλιξη αυτή είναι το αποτέλεσµα της ταχύτερης αύξησης των εισαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων (10%) από την αντίστοιχη αύξηση των εξαγωγών (6,6%).

Το 2025 είναι η δεύτερη συνεχόµενη χρονιά κατά την οποία οι εισαγωγές αυξάνονται σηµαντικά ταχύτερα από τις εξαγωγές. Ήδη το 2024 οι εισαγωγές κατέγραψαν άνοδο 7,8%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν µόνο κατά 4%. Έτσι το πλεόνασµα των €462 εκατ. το 2023 περιορίστηκε στα µόλις €84 εκατ. το 2024.

Το εµπορικό πλεόνασµα που ανέπτυξε ο αγροδιατροφικός τοµέας το 2020, για πρώτη φορά µετά από 36 χρόνια, συνέβη χάρη σε δύο βασικούς παράγοντες:

  •  Ο πρώτος είναι η ευρωστία και η δυναµική που ανέπτυξε ο τοµέας κατά τη διάρκεια της οικονοµικής κρίσης, µε άµεσο αποτέλεσµα τη συρρίκνωση του ιστορικά υψηλού ελλείµµατος των 3€ δις το 2008 σε περίπου 0,5€ δις πριν την πανδηµία της COVID-19.
  • Ο δεύτερος είναι η πανδηµία, η οποία έπληξε τις εισαγωγές λόγω της µείωσης του τουριστικού ρεύµατος εξαιτίας του εγκλεισµού. Στη συνέχεια, η εντυπωσιακή άνοδος των τιµών του ελαιολάδου οδήγησαν σε εκ νέου εµπορικό πλεόνασµα το 2023 και 2024, αν και σηµαντικά µειωµένο το 2024.

Κυρίαρχα στις εξαγωγές οπωροκηπευτικά και γαλακτοκομικά με ναυαρχίδα τη Φέτα

Η διατήρηση του εµπορικού πλεονάσµατος δεν είναι κάτι εύκολο, αναφέρει η ανάλυση του ΚΕΠΕ καθώς λόγω και της σηµαντικής ανόδου του τουρισµού τα τελευταία χρόνια, υπάρχει ανάλογα σηµαντική αύξηση των εισαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων. Ο αντίστοιχος ρυθµός αύξησης των εξαγωγών, παρότι είναι σηµαντικός όλη την περίοδο από την έναρξη της οικονοµικής κρίσης, τα τελευταία χρόνια δεν αρκεί για να διατηρήσει το πλεόνασµα, το οποίο δηµιουργήθηκε κατά κύριο λόγο χάρη στη συγκυριακή άνοδο των τιµών ελαιολάδου και βαµβακιού.

Η πτώση των τιµών των ανωτέρω προϊόντων πέρυσι είχε ως αποτέλεσµα τη συγκράτηση της αύξησης των εξαγωγών. Κατά συνέπεια, το 2025 παρά την αύξηση των εξαγωγών κατά 6,6%, η θεαµατική αύξηση κατά 10% των εισαγωγών οδήγησε στην εξάλειψη του ήδη περιορισµένου πλεονάσµατος των 84€ εκατ. του 2024 και την εκ νέου εµφάνιση ελλείµµατος 293€ εκατ.

Το προϊόντα κρέατος (συµπεριλαµβανοµένων και ζώντων ζώων) έχουν την πρωτοκαθεδρία στο µερίδιο συµµετοχής στις συνολικές εισαγωγές µε 17,6% και ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 2 δισ. ευρώ σε αξία. Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι, στα περισσότερα προϊόντα, η άνοδος των τιµών είναι η κύρια συνιστώσα της αύξησης της συνολικής αξίας εισαγωγής. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα προϊόντα κρέατος η αύξηση της εισαγόµενης ποσότητας είναι της τάξεως του 5%, ενώ η αύξηση της αξίας πλησιάζει το 15%, κάτι που δείχνει τη σηµαντική αύξηση των τιµών σε παγκόσµια κλίµακα λόγω των αυξανόµενων γεωπολιτικών εντάσεων. Τα γαλακτοκοµικά έρχονται στη δεύτερη θέση µε µερίδιο επί των εισαγωγών 12,7%, ενώ τα οπωροκηπευτικά βρίσκονται στην τρίτη θέση µε 11,9%. Η ανά µονάδα προϊόντος τιµή των γαλακτοκοµικών δεν σηµείωσε σηµαντική αύξηση και έτσι η αύξηση στην αξία είναι κυρίως αποτέλεσµα της αύξησης της εισαγόµενης ποσότητας.

Αντίθετα, στα οπωροκηπευτικά, η κατά µονάδα τιµή ανέβηκε σηµαντικά και ενίσχυσε την άνοδο της εισαγόµενης ποσότητας. Τη σηµαντικότερη αύξηση στην τιµή είχαν τα προϊόντα καφέ, των οποίων, ενώ η εισαγόµενη ποσότητα εµφάνισε αύξηση κατά περίπου 7%, η αξία τους αυξήθηκε κατά περίπου 30% σε σχέση µε το 2024. Ως αποτέλεσµα, τα προϊόντα καφέ και τσαγιού ανέβηκαν στην τέταρτη θέση, αφήνοντας πίσω τις εισαγωγές δηµητριακών. Αξίζει να επισηµανθεί ότι οι κατηγορίες προϊόντων που η τιµή τους έπεσε το 2025 είναι τα σάκχαρα, οι ζωοτροφές, τα δηµητριακά, ο καπνός, οι δορές (δέρµατα) και οι ελαιώδεις σπόροι. Έτσι, παρά τη σχετικά µικρή αύξηση των εισαγόµενων ποσοτήτων σακχάρων και ζωοτροφών κατά 2% και 8% αντίστοιχα, η συνολική αξία εισαγωγής των προϊόντων αυτών παρουσίασε µείωση κατά 10% και 5%, αντίστοιχα. Να αναφερθεί ότι τα ποτά και τα ζώντα ζώα είναι οι µόνες κατηγορίες προϊόντων τα οποία παρουσίασαν κάµψη των εισαγόµενων ποσοτήτων κατά 3% και 14%, αντίστοιχα.

Όπως πάντα, η µερίδα του λέοντος στις ελληνικές εξαγωγές ανήκει στα οπωροκηπευτικά µε 32,1%, δηλαδή το ένα τρίτο σχεδόν των συνολικών εξαγωγών αγροδιατροφικών. Στη δεύτερη θέση έρχονται τα γαλακτοκοµικά µε βασικό πρωταγωνιστή τη Φέτα. Τα αλιεύµατα διατηρούν την τρίτη θέση παρά τη µικρή µείωση (-2%) για δεύτερη συνεχόµενη χρονιά. Η µεγάλη αύξηση της τιµής τους οδήγησε σε αύξηση της αξίας κατά 18%. Το βαµβάκι όπως και τα έλαια (µε κύριο το ελαιόλαδο) παρουσίασαν µείωση στην τιµή τους, µε αποτέλεσµα η εξαγόµενη αξία των ελαίων να συρρικνωθεί κατά 4%, παρά την αύξηση των εξαγόµενων ποσοτήτων κατά 30%. Το βαµβάκι σηµείωσε µείωση της εξαγόµενης ποσότητας (10%) και ακόµα περισσότερο της αξίας (25%).

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία