BACK TO
TOP
Food insider

Λίγο με ακριβά κόστη το ελληνικό κρέας, υπερδιπλάσιες οι εισαγωγές

Λιγοστό, ακριβό στην παραγωγή και στρατηγικά πολύτιμο έχει καταστεί το ελληνικό κρέας, καθώς, τα τελευταία 20 χρόνια, η παραγωγή του έχει υποχωρήσει στο μισό, ασκώντας πολυεπίπεδες πιέσεις στον κλάδο, στην αγορά, τους καταναλωτές και στην εθνική οικονομία.

Unknown-2_3

Λεωνίδας Λιάμης

7
0

Ενδεικτικό της υψηλής εξάρτησης που χαρακτηρίζει τη χώρα, σε σχέση με την κατανάλωση κρέατος, είναι το γεγονός πως η παραγωγή καλύπτει σήμερα μόλις το 31% των αναγκών σε κόκκινο κρέας, ενώ στο χοιρινό και στο μοσχάρι ελληνικά είναι περίπου δύο, σε κάθε δέκα κιλά. Την ίδια ώρα, η αξία των εισαγωγών υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία.

Μοναδικό ισχυρό ανάχωμα παραμένουν το αρνί και το κατσίκι, όπου η εγχώρια παραγωγή καλύπτει σχεδόν το 95% της κατανάλωσης, αλλά και εδώ το πλεονέκτημα δείχνει να απειλείται, πλέον, από τις επιζωοτίες.

Οι ανησυχητικές διαπιστώσεις, που είχαν τη μορφή «κώδωνα κινδύνου» ανήκουν στον Αθανάσιο Κασίδη, πρόεδρο της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Κρέατος Κτηνοτροφίας (ΕΔΟΤΟΚ) και διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια ημερίδας στο πλαίσιο της κλαδικής έκθεσης «Logistics Expo- Truck & Van Expo 2026», το Σάββατο 17 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη.

Μιλώντας στη θεματική για το σύγχρονο κρεοπωλείο, την εμπειρία του πελάτη και τη νέα εποχή στο κρέας, ο κ. Κασίδης ανέφερε πως μπροστά στη δυσμενή πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ 2005 και 2025, οι κρεοπώλες θα πρέπει να υπερασπιστούν την προέλευση και να επενδύσουν στην τεχνολογία, προκειμένου να «ξαναχτίσουν» τη σχέση εμπιστοσύνης με τον καταναλωτή.

Η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με μια ταμπέλα, αλλά με στοιχεία

«Σε αυτή τη συνθήκη, το κρεοπωλείο της γειτονιάς αποκτά ρόλο πολύ ευρύτερο από εκείνον ενός απλού σημείου πώλησης. Είναι ο φυσικός σύμμαχος του κτηνοτρόφου και, ταυτόχρονα, ο άνθρωπος που καλείται να μετατρέψει την προέλευση του προϊόντος σε σχέση εμπιστοσύνης», είπε ο κ. Κασίδης, σημειώνοντας εμφατικά πως «ο καταναλωτής δεν αρκείται πλέον στην τιμή. Θέλει να γνωρίζει από πού προέρχεται το κρέας, πώς εκτράφηκε το ζώο, εάν το προϊόν είναι ασφαλές και εάν η αγορά του στηρίζει πράγματι την ελληνική ύπαιθρο».

Η βεβαιότητα αυτή, ωστόσο, όπως επισήμανε ο πρόεδρος της ΕΔΟΚΟΤ, δεν οικοδομείται με μία ταμπέλα «ελληνικό», αλλά με ελέγξιμα στοιχεία σε όλη την αλυσίδα, από τη φάρμα και το σφαγείο έως τη μεταφορά και τον πάγκο του κρεοπώλη. «Γι’ αυτό η τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Με το δελτίο αποστολής ήδη ψηφιακό και το δελτίο παραλαβής να ακολουθεί από τον Ιανουάριο του 2027, κάθε φορτίο μπορεί να καταγράφεται σε όλη τη διαδρομή του», τόνισε. Πρόσθεσε, δε, πως «για τον κρεοπώλη, αυτή η ψηφιακή ιχνηλασιμότητα μπορεί να γίνει το ισχυρότερο εμπορικό επιχείρημα. Να δείχνει στον πελάτη, σε χαρτί ή οθόνη, τη φάρμα και το σφαγείο προέλευσης του κρέατος, διότι η εμπιστοσύνη ταξιδεύει μαζί με το φορτίο».

Αναδείξτε τη διαφοροποίηση, αξιοποιήστε τη διαπροσωπική σχέση

Αναφορικά με τον οξύ ανταγωνισμό που ασκείται από τα μεγάλα δίκτυα διανομής, η «απάντηση» κατά τον κ. Κασίδη, δεν είναι να μετατραπεί το κρεοπωλείο σε ένα μικρό σούπερ μάρκετ, αλλά να διατηρήσει διακριτή τη διαφοροποίησή του. «Να πάει στην κοπή κατά παραγγελία, στη γνώση της προέλευσης, στις προσωπικές συμβουλές και στα προϊόντα «ready to cook», τα ειδικά μαριναρισμένα, τυλιγμένα κι έτοιμα για το φούρνο ή το τηγάνι» ανέφερε και εξήγησε πως πρόκειται για λύσεις που απαντούν στο πιεσμένο πρόγραμμα της σύγχρονης οικογένειας, χωρίς να κάνουν έκπτωση στην ποιότητα και την υγιεινή.

Χαρακτήρισε επίσης συγκριτικό πλεονέκτημα τη διαπροσωπική σχέση που αναπτύσσει ο κρεοπώλης με τον καταναλωτή, λέγοντας ότι «ο δικός μας κρεοπώλης γνωρίζει τον πελάτη, τις συνήθειες της οικογένειάς του και τον τρόπο που μαγειρεύει. Μπορεί να κρατήσει ένα καλό κομμάτι, να εξηγήσει πώς ψήνεται ή να ενημερώσει όταν έχει κάτι ξεχωριστό. Η γνώση αυτή κι η εξυπηρέτηση είναι η αξία για την οποία ο καταναλωτής είναι πρόθυμος να πληρώσει κι όχι η χαμηλή τιμή».

Αγωγός αμφίδρομης μεταφοράς πληροφορίας το κρεοπωλείο

Εστιάζοντας, εξάλλου, στην κομβική θέση του κρεοπωλείου, ως προς την αλυσίδα αξίας του προϊόντος, ο πρόεδρος της ΕΔΟΚΟΤ υποστήριξε πως πρόκειται για έναν αγωγό αμφίδρομης μεταφοράς πληροφορίας που παραμένει εν πολλοίς ανεκμετάλλευτος. «Ο κρεοπώλης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας, αλλά και ο πρώτος που ακούει την αγορά. Γνωρίζει τι ζητείται, τι μένει απούλητο και ποια ποιοτικά χαρακτηριστικά εκτιμά ο πελάτης. Η πληροφορία αυτή δεν πρέπει να μένει στον πάγκο. Οφείλει να επιστρέφει στον κτηνοτρόφο, ώστε να εκτρέφει το ζώο που χρειάζεται η αγορά, και στο σφαγείο, ώστε να προσφέρει το κατάλληλο σφάγιο, στη σωστή κοπή και στον σωστό χρόνο. Για αυτό σας ζητώ ευθέως, πείτε μας τί ζητάει ο πελάτης», επισήμανε χαρακτηριστικά.

Προϋπόθεση επιβίωσης η εκπαίδευση στον κλάδο

Εμφανής, όμως, ήταν η αγωνία του κ. Κασίδη και για την επόμενη μέρα  στον κλάδο. «Ποιος θα είναι πίσω από τον πάγκο του κρεοπωλείου σε 10 έτη; Η τέχνη του κρεοπώλη απαιτεί χέρι, γνώση του ζώου και του σφάγειου, αυστηρή υγιεινή, όπως και κατανόηση του πελάτη και πλέον και εξοικείωση με την τεχνολογία. Γι’ αυτό και η εκπαίδευση είναι προϋπόθεση επιβίωσης», υποστήριξε και συμπλήρωσε πως «οι νέοι θα επιλέξουν το επάγγελμα αν δουν ένα σύγχρονο, καθαρό και κερδοφόρο κατάστημα, με δικά του προϊόντα, με ηλεκτρονικές παραγγελίες και με παραδόσεις. Η νέα γενιά είναι εξοικειωμένη με τα ψηφιακά εργαλεία και κατά συνέπεια, το κρεοπωλείο της επόμενης γενιάς θα το φτιάξουν εκείνοι, με τη δική μας γνώση και τα δικά τους μάτια». Καταλήγοντας ο κ. Κασίδης διαμήνυσε πως όσο παραμένει ζωντανό, σύγχρονο, αλλά και αξιόπιστο το κρεοπωλείο, τόσο ισχυρότερη γίνεται η σύνδεση ανάμεσα στον καταναλωτή, τον κρεοπώλη και την ελληνική κτηνοτροφία.

Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας εδώ και 40 χρόνια

Από το ίδιο βήμα, ο Γιώργος Κεφαλάς, αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας περιέγραψε ως οργανική και αδιαμφισβήτητη τη σχέση της πρωτογενούς παραγωγής με το κρεοπωλείο. «Χωρίς κρεοπωλείο, με την έννοια που το γνωρίζουμε, δεν έχει νόημα η πρωτογενής παραγωγή», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ο παραδοσιακός κρεοπώλης δεν διαθέτει μόνο προϊόν, αλλά συμβουλή, εξυπηρέτηση και γνώση — στοιχεία που δεν προσφέρει με τον ίδιο τρόπο το σούπερ μάρκετ.

Πέρα από τις φιλοφρονήσεις, ωστόσο, όπως σημείωσε ο κ. Κεφαλάς, για να πάει μπροστά ο κλάδος θα πρέπει να ειπωθούν και αλήθειες. «Έχουμε βάλει τα χέρια μας και έχουμε βγάλει τα μάτια μας εδώ και 40 χρόνια. Πουλούσαμε γαλλικό κρέας, χωρίς να το λέμε ότι είναι γαλλικό. Όλοι πουλούσαν ντόπια κρέατα», είπε στην αιχμηρή αναφορά του και έφερε ως παράδειγμα τα περίπου 50 κρεοπωλεία που υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη, με την επισήμανση πως «αν όλα αυτά τα κρεοπωλεία πουλούσαν κρέας Σοχού, θα πουλιόταν πιο ακριβό από το Wagyu».

Παράλληλα στηλίτευσε τη μεγάλη διαφορά τιμής που εξασφαλιζόταν από αυτή την πρακτική, χωρίς καθαρή ενημέρωση του καταναλωτή, για να προσθέσει πως «πρέπει να αρχίσουμε να είμαστε 100% ειλικρινείς και να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, να τα σημαίνουμε σωστά κι ο καθένας να πάρει το κομμάτι που το αναλογεί στην αγορά». Τόνισε ακόμη πως είναι σημαντικό να μην διαρραγεί με τίποτα η σχέση του κτηνοτρόφου που παράγει το κρέας, με τον τελευταίο πωλητή στην αλυσίδα πριν τον καταναλωτή που είναι κρεοπώλης.

Στην παρέμβασή του ο Νίκος Κασαλιάς, κτηνίατρος – μικροβιολόγος, συνταγματάρχης εν αποστρατεία σημείωσε, μεταξύ άλλων, πως λόγω της μείωσης στο μισό της εθνικής παραγωγής κρέατος, τα τελευταία 20 έτη, η δαπάνη για εισαγωγές τροφίμων ζωικής προέλευσης ξεπέρασε τα 2 δισ. ευρώ και κατέστη η δεύτερη μεγαλύτερη που κάνει η χώρα, πίσω  μόνο από τα πετρελαιοειδή. Μάλιστα εκτίμησε πως σε μεγάλο κίνδυνο, λόγω αυτής της συνθήκης, θα τεθούν και τα δύο κορυφαία εξαγωγικά προϊόντα της χώρας, η φέτα και το Greek Yogurt.

Στο ρόλο της Κεντρικής Αγοράς Θεσσαλονίκης (ΚΑΘ) ΑΕ, ως κέντρο logistics για τον κλάδο του κρέατος, αναφέρθηκε από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλός της, Αντώνης Μπούρης, αναφέροντας, ανάμεσα σε άλλα, πως στο χώρο δραστηριοποιούνται 18 επιχειρήσεις, με 24 καταστήματα, με πλήρεις υποδομές ψύξης και κατάψυξης. Επισήμανε ακόμη, πως μία εκτίμηση για την ετήσια διακινούμενη ποσότητα κρέατος μέσω της κεντρικής αγοράς είναι ότι προσεγγίζει περίπου τους 15.000 τόνους ετησίως, με τον κύκλο εργασιών της δραστηριότητας να φτάνει περίπου τα 100 εκατ. ευρώ και να προέρχεται στη συντριπτική πλειονότητα από την εσωτερική αγορά, καθώς οι εξαγωγές παραμένουν ελάχιστες ακόμη κυρίως προς τα Βαλκάνια.

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία