Στην πράξη, η αναγεννητική γεωργία δεν αποτελεί µία συγκεκριµένη συνταγή. Μπορεί να περιλαµβάνει αµειψισπορά, φυτά κάλυψης, περιορισµένη κατεργασία του εδάφους, καλύτερη διαχείριση νερού και θρέψης, µείωση εισροών, ενίσχυση της οργανικής ουσίας ή, στην κτηνοτροφία, διαφορετικά συστήµατα διαχείρισης της βόσκησης. Το κρίσιµο στοιχείο είναι ότι όλο και περισσότερο ζητούνται αποτελέσµατα που µπορούν να αποδειχθούν και όχι απλώς η εφαρµογή µιας πρακτικής.
Ολόκληρο το ρεπορτάζ στην Agrenda που κυκλοφορεί
Και εδώ βρίσκεται ίσως το µεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον αγρότη. Την αναγεννητική γεωργία δεν την προωθούν πλέον µόνο περιβαλλοντικές οργανώσεις. Μεγάλοι όµιλοι της παγκόσµιας αγροδιατροφής, όπως η Nestlé, η PepsiCo και η General Mills, επενδύουν σε προγράµµατα µετάβασης και δηµιουργούν ζήτηση για πρώτες ύλες που παράγονται µε τέτοιες πρακτικές. Η Nestlé, για παράδειγµα, έχει θέσει στόχο έως το 2030 το 50% του όγκου βασικών πρώτων υλών της να προέρχεται από παραγωγούς που υιοθετούν αναγεννητικές πρακτικές, ενώ η PepsiCo αναφέρει ήδη εφαρµογή αναγεννητικών, αποκαταστατικών ή προστατευτικών πρακτικών σε 4,7 εκατ. acres.
Ακόµα πιο ενδιαφέρον είναι ότι η τάση περνά από το τρόφιµο στο ένδυµα. Η Kering, όµιλος πίσω από µεγάλα luxury brands, µαζί µε την Inditex, έχει επενδύσει µέσω του Regenerative Fund for Nature σε αλυσίδες βαµβακιού, µαλλιού, δέρµατος και κασµίρ, ενώ και η H&M Group χρηµατοδοτεί σχετικά προγράµµατα σε βαµβάκι και µαλλί.
Αυτό ακριβώς δηµιουργεί µια νέα δυνατότητα για τον παραγωγό. Το ζητούµενο δεν είναι να εφαρµόσει κάποιες πρακτικές και απλώς να περιµένει µια καλύτερη τιµή. Είναι να µπορέσει να µετατρέψει τον τρόπο παραγωγής του σε εµπορικό πλεονέκτηµα. Κι αυτό µπορεί να γίνει µε µετρήσεις εδάφους, τεκµηρίωση πρακτικών, ιχνηλασιµότητα, συλλογικά σχήµατα και, κυρίως, απευθείας σύνδεση µε επιχειρήσεις που αναζητούν συγκεκριµένες πρώτες ύλες.
Ήδη σε προγράµµατα αναγεννητικής γεωργίας συναντώνται χρηµατοδότηση της µετάβασης, τεχνική υποστήριξη και ακόµη και µηχανισµοί premium τιµολόγησης. Οι πληροφορίες θέλουν και στην Ελλάδα, µεταποιητικές επιχειρήσεις, εµπορικούς οίκους αλλά και εταιρείες εισροών να παρακινούν αγρότες ώστε να κινηθούν προς την κατεύθυνση της αναγεννητικής γεωργίας.
Το θέµα πάντως είναι, ο αγρότης να πάψει να είναι απλώς πωλητής ενός ανώνυµου commodity και να γίνει προµηθευτής µιας τεκµηριωµένα διαφοροποιηµένης πρώτης ύλης. Γιατί στην αγορά που διαµορφώνεται, δεν θα πληρώνεται µόνο το τι παράγεις. Θα αποκτά ολοένα µεγαλύτερη σηµασία και ο τρόπος που το παράγεις και βεβαίως, αν µπορείς αυτό να το αποδείξεις.
