Η μελέτη, με τίτλο «Εμπιστοσύνη στην καινοτομία: Μεταξύ οικειότητας και φόβου», βασίζεται στις απαντήσεις περίπου 20.000 Ευρωπαίων καταναλωτών από 18 ευρωπαϊκές χώρες και εξετάζει τους παράγοντες που επηρεάζουν την προθυμία αποδοχής νέων προϊόντων και τεχνολογιών τροφίμων.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την αποδοχή της καινοτομίας στον τομέα των τροφίμων.
Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσοστό των Ευρωπαίων που δηλώνουν ανοιχτοί σε καινοτόμα προϊόντα τροφίμων αυξήθηκε από 28% το 2024 σε 31% το 2025.
Μεταξύ των Ευρωπαίων που εμπιστεύονται το διατροφικό σύστημα, το 38% δηλώνει ανοιχτό στην καινοτομία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ εκείνων που έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη ανέρχεται μόλις στο 6%.
Οι καταναλωτές είναι περισσότερο πιθανό να εξετάσουν το ενδεχόμενο να δοκιμάσουν νέες τεχνολογίες τροφίμων όταν έχουν εμπιστοσύνη στους φορείς που τις αναπτύσσουν, τις ρυθμίζουν, τις πωλούν και τις επικοινωνούν.
Η έκθεση υποδεικνύει επίσης ότι η προθυμία δοκιμής αρκετών συγκεκριμένων τεχνολογιών μειώθηκε μεταξύ 2024 και 2025, ιδιαίτερα στην περίπτωση καινοτομιών που θεωρούνται άγνωστες ή ιδιαίτερα ανατρεπτικές.
Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πρωτεΐνες από έντομα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα που παράγονται μέσω ζύμωσης ακριβείας και το καλλιεργημένο κρέας.
Οι τεχνολογίες αυτές αντιμετωπίζουν εμπόδια στην αποδοχή τους, καθώς θεωρείται ότι μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με τις πολιτισμικές, προσωπικές ή θρησκευτικές αξίες των καταναλωτών ή να προκαλούν συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως αίσθημα ανοικειότητας ή αποστροφής.
Άλλα ευρήματα
Η έρευνα διαπίστωσε ότι η ανοιχτότητα στην καινοτομία είναι υψηλότερη μεταξύ των νεότερων καταναλωτών. Σχεδόν δύο στους πέντε καταναλωτές ηλικίας 18–34 ετών δήλωσαν ότι είναι ανοιχτοί σε νέα προϊόντα τροφίμων, σε σύγκριση με λιγότερους από έναν στους πέντε καταναλωτές ηλικίας 55 ετών και άνω.
Ωστόσο, η εμπιστοσύνη, η διαφάνεια και η οικειότητα αναδείχθηκαν ως σημαντικοί παράγοντες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ιδιαίτερα όσον αφορά καινοτομίες που δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστές στο κοινό.
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι οι καταναλωτές που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην υγεία και τη βιωσιμότητα είναι περισσότερο ανοιχτοί στις νέες τεχνολογίες τροφίμων, με την εμπιστοσύνη να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα.
Μεταξύ των καταναλωτών που έχουν ισχυρή πρόθεση να ακολουθούν μια υγιεινή διατροφή, το 32% όσων έχουν υψηλή εμπιστοσύνη στο διατροφικό σύστημα δήλωσαν πρόθυμοι να δοκιμάσουν νέες τεχνολογίες, έναντι μόλις 8% μεταξύ όσων έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη.
Παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και στους καταναλωτές που δίνουν έμφαση στη βιωσιμότητα: η προθυμία αυξήθηκε από 10% μεταξύ όσων έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη σε 35% μεταξύ όσων έχουν υψηλή εμπιστοσύνη.
Ο Klaus G. Grunert, καθηγητής μάρκετινγκ στο Πανεπιστήμιο του Aarhus και επικεφαλής του EIT Food Consumer Observatory, δήλωσε:
«Η καινοτομία στα τρόφιμα θα επιτύχει μόνο εάν οι καταναλωτές εμπιστεύονται τους ανθρώπους και τα συστήματα που βρίσκονται πίσω από αυτήν».
Όπως σημειώνει, η έκθεση δείχνει ότι η περιέργεια για την καινοτομία αυξάνεται, όμως οι άγνωστες τεχνολογίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια. Για να ενισχύσουν την αποδοχή, οι καινοτόμοι του κλάδου πρέπει να ξεπεράσουν τις καθαρά τεχνικές εξηγήσεις και να δείξουν με σαφήνεια ότι τα νέα τρόφιμα είναι ασφαλή, χρήσιμα, απολαυστικά και σχετίζονται με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Η έκθεση προτείνει στους φορείς καινοτομίας τροφίμων, στους παραγωγούς και στα brands να επικεντρωθούν σε κάτι περισσότερο από τις τεχνικές εξηγήσεις προκειμένου να οικοδομήσουν εμπιστοσύνη.
Η «ανθρωποποίηση» της ιστορίας γύρω από την καινοτομία, η σύνδεση της επιστήμης με τους ανθρώπους, τις αξίες και τον σκοπό, καθώς και η ανάδειξη καθημερινών οφελών —όπως η γεύση, η υγεία, η απόλαυση και η πρακτική χρησιμότητα— μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο διατροφικό σύστημα.
Πηγή: ESM Magazine