Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε τη συμφωνία στις Βερσαλλίες και ο Μασούντ Πεζεσκιάν στην Τεχεράνη. Τέθηκε σε ισχύ έτσι ένα μνημόνιο κατανόησης που τερματίζει τον πόλεμο με το Ιράν και ανοίγει τον δρόμο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Για τον Λευκό Οίκο, η εικόνα είναι απλή: ο πόλεμος σταματά, το πετρέλαιο ξαναβρίσκει δίοδο προς τις διεθνείς αγορές, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης απομακρύνεται και ο Τραμπ εμφανίζεται ως ο πρόεδρος που χτυπά, διαπραγματεύεται και τελικά επιβάλλει συμφωνία.
Μόνο που πίσω από αυτή την αφήγηση υπάρχει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: τι ακριβώς πήρε η Ουάσιγκτον και τι έδωσε στην Τεχεράνη; Ο απολογισμος στα ξένα μέσα δεν είναι τόσο ευνοϊκός για τον Αμερικανό πρόεδρο. Το Bloomberg σχολιάζει πως ο Τραμπ «πάτησε» όλες τις κόκκινες γραμμές, που ο ίδιος είχε θέσει, το CNN τονίζει πως οι υποχρεώσεις των Αμερικανών είναι πολύ περισσότερες από τις δεσμεύσεις του Ιράν και η Wall Street Journal «μετράει» τα πετρελαϊκά έσοδα που θα εισρεύσουν άμεσα στα ιρανικά ταμεία. Πιο ωμός ο Gaurdian παρατηρεί πως «η συμφωνία είναι προϊόν ανεδαφικών στόχων σε έναν πόλεμο που δεν μπορούσε να κερδηθεί».
Οι κόκκινες γραμμές που έγιναν γκρίζες ζώνες
Επί χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί σύμμαχοί του κατηγορούσαν τον Μπαράκ Ομπάμα ότι υπέγραψε μια αδύναμη συμφωνία με το Ιράν.
Το βασικό τους επιχείρημα ήταν γνωστό: η Τεχεράνη δεν έπρεπε να εμπλουτίζει ουράνιο, δεν έπρεπε να διατηρεί ανεξέλεγκτο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και δεν έπρεπε να αποκτήσει πρόσβαση σε παγωμένα κεφάλαια που, κατά την Ουάσιγκτον, θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή.
Τώρα, η ενδιάμεση συμφωνία που υπέγραψε ο ίδιος ο Τραμπ ακουμπά ακριβώς πάνω σε αυτά τα τρία σημεία.
Τα 3 σημεία
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιμένει ότι το Ιράν «δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο». Ταυτόχρονα, όμως, εμφανίζεται να αποδέχεται ότι η Τεχεράνη μπορεί να έχει κάποιο επίπεδο εμπλουτισμού για ειρηνικούς σκοπούς, εφόσον αυτό ενταχθεί σε ένα πλαίσιο ελέγχου. Για τους επικριτές του, αυτή είναι η πρώτη μεγάλη υποχώρηση.
Η δεύτερη αφορά τους πυραύλους. Η Ουάσιγκτον είχε παρουσιάσει το ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα ως έναν από τους λόγους που οδήγησαν στον πόλεμο. Τώρα ο Τραμπ το υποβαθμίζει. «Πρέπει να έχουν κάποιους, αφού έχουν και οι άλλοι», είπε ουσιαστικά, απορρίπτοντας την ιδέα ότι οι πύραυλοι είναι το κεντρικό πρόβλημα. Με άλλα λόγια, από στόχος στρατιωτικής εξουδετέρωσης, το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα μετατρέπεται σε ζήτημα προς μελλοντική διαπραγμάτευση.
Η τρίτη και πιο πολιτικά εκρηκτική υποχώρηση αφορά τα χρήματα.
Το πετρέλαιο, τα παγωμένα κεφάλαια και το μεγάλο στοίχημα
Η συμφωνία προβλέπει άμεσες διευκολύνσεις στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου και ανοίγει τον δρόμο για πρόσβαση της Τεχεράνης σε κεφάλαια που παρέμεναν παγωμένα επί χρόνια. Προβλέπει επίσης ένα ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο, με επενδύσεις και χρηματοδότηση που ο Τραμπ επιμένει ότι δεν θα προέλθουν από αμερικανικό δημόσιο χρήμα.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της συμφωνίας. Η κυβέρνηση Τραμπ ποντάρει ότι το οικονομικό κίνητρο μπορεί να συγκρατήσει το Ιράν. Ότι μια Τεχεράνη που πουλά ξανά πετρέλαιο, αποκτά πρόσβαση σε έσοδα και βλέπει μπροστά της προοπτική επανένταξης στη διεθνή οικονομία, θα έχει περισσότερα να χάσει αν επιστρέψει στη σύγκρουση.
Οι επικριτές βλέπουν το ακριβώς αντίθετο: μια συμφωνία που δίνει οξυγόνο σε ένα καθεστώς αποδυναμωμένο από τον πόλεμο και τις κυρώσεις. Το επιχείρημά τους είναι ότι τα νέα έσοδα δεν θα χρηματοδοτήσουν μόνο την οικονομία, αλλά και την ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, των drones, των πυραύλων και των περιφερειακών του συμμάχων.
Ο ίδιος ο Τραμπ προσπάθησε να προλάβει αυτή την κριτική, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ μπορούν να ξαναχτυπήσουν εάν η Τεχεράνη δεν «συμπεριφερθεί σωστά». Αλλά αυτή η φράση αποκαλύπτει και το βασικό πρόβλημα της συμφωνίας: δεν κλείνει τα μεγάλα ζητήματα. Τα βάζει σε αναμονή.
Μια συμφωνία 60 ημερών, όχι τελική ειρήνη
Το μνημόνιο είναι ενδιάμεση συμφωνία. Δίνει 60 ημέρες για διαπραγματεύσεις γύρω από τα πιο δύσκολα θέματα: το πυρηνικό πρόγραμμα, τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου, το καθεστώς των κυρώσεων, τον μηχανισμό επιτήρησης και τις εγγυήσεις εφαρμογής.
Με απλά λόγια, η συμφωνία σταματά τον πόλεμο, αλλά δεν λύνει ακόμη την αιτία του πολέμου.
Αυτό εξηγεί και την ένταση στην Ουάσιγκτον. Ρεπουμπλικανοί που στήριξαν τα πλήγματα κατά του Ιράν βλέπουν τώρα τον Τραμπ να υπογράφει ένα πλαίσιο που θυμίζει σε πολλά σημεία όσα ο ίδιος κατήγγελλε στο παρελθόν. Ορισμένοι μιλούν για υπερβολικές παραχωρήσεις. Άλλοι φοβούνται ότι η Τεχεράνη πήρε χρόνο, χρήμα και διεθνή ανάσα, χωρίς να έχει παραδώσει ακόμη τίποτα οριστικό.
Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές της συμφωνίας βλέπουν μια σκληρή αλλά ρεαλιστική στροφή. Το Ιράν έχει χτυπηθεί στρατιωτικά, έχει πιεστεί οικονομικά και αποδέχεται έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων υπό διεθνή πίεση. Η Ουάσιγκτον, λένε, δεν χρειαζόταν έναν ατελείωτο πόλεμο. Χρειαζόταν ένα πλαίσιο που να μειώνει άμεσα τον κίνδυνο και να επαναφέρει τον έλεγχο.
Ο φόβος μιας παγκόσμιας κρίσης
Ο ίδιος ο Τραμπ άφησε να φανεί ότι ο καθοριστικός παράγοντας δεν ήταν μόνο η διπλωματία, αλλά και η οικονομία. Η συνέχιση της σύγκρουσης, με τα Στενά του Ορμούζ κλειστά ή ημι-κλειστά, θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών ενέργειας και σε βαθιά διεθνή ύφεση.
Αυτός ήταν ο πραγματικός μοχλός πίεσης. Όχι μόνο προς την Τεχεράνη, αλλά και προς την Ουάσιγκτον. Η αμερικανική κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να έχει κερδίσει στρατιωτικά, αλλά να χάσει οικονομικά. Να έχει πλήξει το Ιράν, αλλά να προκαλέσει σοκ στις αγορές, πληθωρισμό, ύφεση και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.
Η συμφωνία, επομένως, δεν είναι μόνο ειρηνευτική. Είναι και συμφωνία αποφυγής οικονομικού ατυχήματος.
Η νίκη που πρέπει ακόμη να αποδειχθεί
Ο Τραμπ θα παρουσιάσει τη συμφωνία ως νίκη. Και πράγματι, ο πόλεμος σταματά, τα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν, οι αγορές παίρνουν ανάσα και η Τεχεράνη επιστρέφει στο τραπέζι χωρίς να έχει επιβάλει τους όρους της με τα όπλα.
Όμως η νίκη αυτή έχει σοβαρούς αστερίσκους. Το Ιράν αποκτά πρόσβαση σε πετρελαϊκά έσοδα. Οι κυρώσεις αρχίζουν να χαλαρώνουν. Τα παγωμένα κεφάλαια μπαίνουν ξανά στη συζήτηση. Οι πύραυλοι δεν εξαφανίζονται από την εξίσωση. Ο εμπλουτισμός ουρανίου δεν κλείνει οριστικά. Και το τελικό πυρηνικό πλαίσιο παραπέμπεται στο μέλλον.
Αυτό που υπέγραψε ο Τραμπ δεν είναι το τέλος της ιρανικής κρίσης. Είναι ένα στοίχημα 60 ημερών.
Αν το Ιράν κάνει πίσω στα κρίσιμα σημεία, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορεί να πει ότι ο πόλεμος έφερε αποτέλεσμα. Αν όμως η Τεχεράνη χρησιμοποιήσει τη συμφωνία για να κερδίσει χρόνο, χρήμα και χώρο, τότε ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πιο δύσκολη κατηγορία: ότι πολέμησε για να πάρει λιγότερα από όσα απαιτούσε πριν ρίξει την πρώτη βόμβα.
Πηγή: Naftemporiki.gr