Η ανακοίνωση της Πέμπτης ότι το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου από τη Γερμανία θα αποχωρήσει τον Ιανουάριο, έναν χρόνο πριν από τη λήξη της θητείας της, δημιουργεί κενό στην ανώτατη διοίκηση της ΕΚΤ σε διάστημα μόλις τριών μηνών. Αυτό αυξάνει την πίεση προς τις κυβερνήσεις να κινηθούν άμεσα.
Με τη Λαγκάρντ και τον επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν να αναμένεται επίσης να αποχωρήσουν το 2027, ενώ η πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να φύγει νωρίτερα, ένα συνολικό «πακέτο» συμφωνίας για τις κορυφαίες θέσεις θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό.
Μέχρι το τέλος του έτους απομένουν τρεις σύνοδοι κορυφής της ΕΕ, στις οποίες θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Η διαδικασία ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών, ανάλογη με εκείνη του 2019, όταν διορίστηκε η Λαγκάρντ. Οι χώρες θα διεκδικήσουν θέσεις που αντιστοιχούν στο ήμισυ του Εκτελεστικού Συμβουλίου, το οποίο χαράσσει τη νομισματική πολιτική για μια περιοχή περίπου 360 εκατομμυρίων ανθρώπων.
«Τώρα υπάρχει πραγματικά πίεση χρόνου για να βρεθεί μια λύση μέσω ενός συνολικού πακέτου», δήλωσε ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg. «Θα είναι δύσκολο. Αλλά αυτός είναι ο ρόλος των πολιτικών, να βρίσκουν λύσεις ακόμη και όταν οι αποφάσεις είναι δύσκολες».
Πολιτική συγκυρία σε Γερμανία και Γαλλία
Η επιτάχυνση των εξελίξεων έρχεται σε μια δύσκολη συγκυρία για τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Η κυβέρνηση της Γερμανίας, της μεγαλύτερης οικονομίας της περιοχής, βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτικές πιέσεις μετά από σειρά εκλογικών ηττών σε κρατίδια, ενώ η Γαλλία βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο ενόψει των επόμενων εκλογών. Παράλληλα, πλησιάζουν εθνικές εκλογές στην Ιταλία και την Ισπανία.
Όπως συμβαίνει με κάθε απόφαση της ΕΕ, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αδιεξόδου. Η ίδια η Σνάμπελ αναφέρθηκε σε αυτό το ενδεχόμενο σε αποχαιρετιστήριο μήνυμά της προς το προσωπικό της ΕΚΤ, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του Bloomberg.
«Ένας διάδοχος θα διοριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», ανέφερε. «Εάν χρειαστεί, οι αρμοδιότητές μου θα ανακατανεμηθούν προσωρινά μεταξύ των υπόλοιπων μελών του Εκτελεστικού Συμβουλίου μετά την αποχώρησή μου».
Η αποχώρηση της Σνάμπελ αποτελεί μέχρι στιγμής το σαφέστερο μήνυμα προς τις κυβερνήσεις να ξεκινήσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση θα μπορούσε να συμπέσει με το χρονοδιάγραμμα για την εκλογή διαδόχου του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, η οποία αρχίζει τον Απρίλιο.
Στο προσκήνιο οι υποψήφιοι
Η ανάγκη για γρήγορες αποφάσεις δεν αφορά μόνο την κάλυψη της θέσης μιας αξιωματούχου που έχει αρμοδιότητα για τις αγορές σε μια περίοδο έντονης μεταβλητότητας. Οι παγκόσμιες πιέσεις στις αγορές ομολόγων έχουν οδηγήσει την απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από δύο δεκαετιών.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο η Λαγκάρντ να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ έχει δεσμευτεί μέχρι στιγμής μόνο ότι θα παραμείνει στη θέση της έως το τέλος του έτους, μετά από μήνες σεναρίων σχετικά με το ενδεχόμενο να αναλάβει θέση στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.
Τον Ιανουάριο, μάλιστα, αναμένεται να κυκλοφορήσει και η αυτοβιογραφία της, κάτι που συνήθως κάνουν πρόσωπα σε υψηλές θέσεις αφού έχουν αποχωρήσει από τα καθήκοντά τους.
Ένα από τα ισχυρότερα σημάδια ότι οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για τη μάχη των διορισμών ήρθε από τους πρωθυπουργούς της Ισπανίας και της Ολλανδίας, οι οποίοι βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και τάχθηκαν υπέρ των υποψηφίων των χωρών τους.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρομπ Γιέτεν δήλωσε την Πέμπτη στο Bloomberg Television ότι πολλές χώρες της περιοχής θα θεωρούσαν τον Κλάας Κνοτ «ιδανική επιλογή».
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ είχε δηλώσει ότι ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος διαθέτει «την ηγετική ικανότητα, αλλά και την ικανότητα και τη γνώση».
«Φαίνεται ότι οι συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει», δήλωσε η οικονομολόγος της Jefferies, Μοντούπε Αντεγκμπέμπο. «Ωστόσο, η πρόωρη αποχώρηση της Σνάμπελ θα αυξήσει την πίεση προς τα κράτη-μέλη να καταλήξουν σε λύση».
Η Γερμανία και η θέση του επικεφαλής οικονομολόγου
Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία δεν έχει καταλάβει ποτέ την προεδρία της ΕΚΤ, μέχρι στιγμής δεν έχει προωθήσει επίσημα δικό της υποψήφιο.
Ο επικεφαλής της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, ενδιαφέρεται για τη θέση, όμως ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αντιμέτωπος με πολιτικές συγκρούσεις, φαίνεται επιφυλακτικός απέναντι σε έναν υποψήφιο που συνδέεται με τους Σοσιαλδημοκράτες, εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού.
Η Γερμανία κατέχει ήδη δύο ακόμη κορυφαίες θέσεις: εκείνη της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και εκείνη της επικεφαλής της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ, Κλαούντια Μπουχ.
Η στάση αυτή διαφοροποιείται από τις δύο τελευταίες διαδικασίες επιλογής προέδρου της ΕΚΤ, όταν Γερμανοί κεντρικοί τραπεζίτες βρίσκονταν στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Μία εναλλακτική για τη Γερμανία θα ήταν η θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, που αναμένεται να διεκδικήσει και η Γαλλία. Το Βερολίνο θα ενδιαφερόταν για αυτή τη θέση, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συζητήσεις και επικαλείται το Bloomberg.
Μεταξύ των πιθανών Γερμανών υποψηφίων είναι οι καθηγητές των πανεπιστημίων Princeton και Berkeley, Μάρκους Μπρούνερμαϊερ και Ούλρικε Μάλμεντιερ, καθώς και ο Τομπίας Άντριαν, ο οποίος μόλις αποχώρησε από τη θέση που πρόκειται να αναλάβει η Σνάμπελ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Ωστόσο, Γερμανοί έχουν ήδη υπηρετήσει δύο φορές ως επικεφαλής οικονομολόγοι της ΕΚΤ και, με την επικείμενη αποχώρηση της Σνάμπελ και στη συνέχεια της Λαγκάρντ από το Εκτελεστικό Συμβούλιο, η πίεση για τον διορισμό ακόμη μίας γυναίκας αναμένεται να είναι ισχυρή.
Σε αυτό το πλαίσιο, εκτός από τη Μάλμεντιερ, πιθανές υποψήφιες είναι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank, Σαμπίνε Μάουντερερ και Φρίτσι Κέλερ-Γκάιμπ.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, διαθέτει ισχυρές υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων η πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Λοράνς Μπουν, και η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Γαλλίας, Ανιές Μπενασί-Κερ.
Η διαδικασία διορισμού
Η διαδικασία για την επιλογή της νέας ηγεσίας της ΕΚΤ προβλέπει ότι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης καλούν τα κράτη να προτείνουν υποψηφίους και συζητούν τις επιλογές πριν εισηγηθούν την προτιμώμενη υποψηφιότητα.
Στη συνέχεια, γνωμοδοτούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, ενώ την τελική απόφαση για τον διορισμό λαμβάνουν οι ηγέτες της ΕΕ.
Με τον Μακρόν να αναμένεται να διεκδικήσει ενεργό ρόλο για τη Γαλλία, ενδέχεται να είναι ευκολότερο για το Βερολίνο να προωθήσει έναν από τους υποψηφίους του για τη θέση της Σνάμπελ, η οποία αφορά το χαρτοφυλάκιο των αγορών.
Η συγκεκριμένη θέση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια, λόγω των παρεμβάσεων της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια κρίσεων, όπως τα προγράμματα μαζικών αγορών περιουσιακών στοιχείων.
Σε κάθε περίπτωση, η μετακίνηση της Σνάμπελ στην Ουάσιγκτον έχει ήδη εντείνει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές προσώπων που παρακολουθούνται στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
«Σίγουρα επιταχύνει τις συζητήσεις και θα μου προκαλούσε έκπληξη αν οι κυβερνήσεις δεν έχουν ήδη ορισμένα ονόματα στο μυαλό τους», δήλωσε ο Πιέτ Κρίστιανσεν, επικεφαλής στρατηγικής της Danske Bank. «Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθεί το τελικό αποτέλεσμα».
Πηγή: euro2day.gr