Η επιστημονικά τεκμηριωμένη «σύσταση», απευθύνεται στο ΥπΑΑΤ και περιλαμβάνεται σε τεχνική έκθεση – γνωμάτευση που εκπονήθηκε από το Εργαστήριο Ζωικής Παραγωγής και Περιβάλλοντος, του τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ, το οποίο, προηγουμένως, στάθμισε τις υπαρκτές και επιστημονικά βάσιμες απειλές που ελλοχεύουν από την επιζωοτία της ευλογιάς και την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της υγείας και της ευζωίας των ζώων, όσο και διασφάλισης της βιωσιμότητας της μετακινούμενης κτηνοτροφίας.
Στη γνωμάτευση, που υπογράφεται από το διευθυντή του εργαστηρίου, καθηγητή, Γιώργο Αρσένο και φέρει τίτλο: «Επιστημονική αξιολόγηση επιπτώσεων των περιοριστικών μέτρων, για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, στη μετακίνησή τους προς θερινούς βοσκοτόπους και τεκμηριωμένη πρόταση τροποποίησης του ισχύοντος πλαισίου», επί της ουσίας απορρίπτεται η λογική του «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι», με την επισήμανση πως η απαγόρευση δεν συνιστά τη μοναδική ούτε κατ’ ανάγκη την πλέον αναλογική και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή διαχείρισης του κινδύνου διασποράς της ευλογιάς.
Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, με βάση τις αρχές της αναλογικότητας, της επιδημιολογικής αξιολόγησης κινδύνου και της στοχευμένης διαχείρισης της υγείας των ζώων μπορεί να εφαρμοσθεί σύστημα ελεγχόμενων κι επιτηρούμενων μετακινήσεων στους θερινούς βοσκοτόπους, υπό καθεστώς αυστηρής κτηνιατρικής παρακολούθησης και εφαρμογής εξειδικευμένων μέτρων βιοασφάλειας.
Ειδικότερα, προτείνεται η αντικατάσταση των καθολικών και οριζόντιων περιορισμών μετακίνησης αιγοπροβάτων, από σύστημα ελεγχόμενων κι επιτηρούμενων μετακινήσεων, που θα βασίζεται σε διαφοροποιημένη αξιολόγηση κινδύνου ανά Περιφερειακή Ενότητα, ανά εκτροφή και ανά κατηγορία συστήματος εκτροφής και βόσκησης.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται επιστημονικά αναγκαία η θεσμοθέτηση διαφοροποιημένης διαχείρισης για τα αμιγή ποίμνια γιδιών, τις εκτροφές που προέρχονται από ελεύθερες περιοχές, καθώς και για απομονωμένους ή φυσικά διαχωριζόμενους θερινούς βοσκοτόπους, όπου μπορεί να εφαρμοσθεί αποτελεσματικότερα χωρικός διαχωρισμός και περιορισμός του συγχρωτισμού μεταξύ ποιμνίων.
Παράλληλα, προτείνεται η ανάπτυξη και εφαρμογή εξειδικευμένων πρωτοκόλλων βιοασφάλειας για τις μετακινούμενες εκτροφές, τα οποία θα περιλαμβάνουν υποχρεωτική κλινική και εργαστηριακή επιτήρηση, αυστηρή απολύμανση μεταφορικών μέσων κι εξοπλισμού, γεωγραφική καταγραφή των βοσκοτόπων, καθορισμό σχεδίων διαχείρισης ανά περιοχή βόσκησης και συνεχή κτηνιατρική παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της θερινής περιόδου.
Ιδιαίτερα σημαντική, κρίνεται, επιπλέον, η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού συνεργασίας μεταξύ Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, των αρμόδιων Κτηνιατρικών Αρχών, των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων και των εκπροσώπων των κτηνοτρόφων, με σκοπό τη συνεχή επιστημονική αξιολόγηση της επιδημιολογικής κατάστασης, την προσαρμογή των μέτρων στις πραγματικές συνθήκες πεδίου και τη διαμόρφωση λειτουργικού και εφαρμόσιμου πλαισίου διαχείρισης της μετακινούμενης κτηνοτροφίας.
Συμπερασματικά, εκτιμάται ότι ο περιορισμός του επιδημιολογικού κινδύνου μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά μέσω ελεγχόμενων και επιτηρούμενων μετακινήσεων, με στοχευμένα μέτρα βιοασφάλειας και αξιολόγηση κινδύνου, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ευζωία των ζώων, η βιωσιμότητα των εκτροφών και η βιωσιμότητας της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, η οποία διαχρονικά αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής κτηνοτροφικής παραγωγής, ιδιαίτερα στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας.
Το διακύβευμα είναι σημαντικό, κατά την τεχνική έκθεση – γνωμάτευση, καθώς με την τακτική των περιορισμών και απαγορεύσεων, κρίσιμες ανάγκες του συστήματος εποχικής μετακίνησης προς τους θερινούς βοσκοτόπους, θα διασαλευτούν και θα πάψουν να εξυπηρετούνται.
Στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, αναμένεται, όπως επισημαίνεται, να επέλθουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και την ευζωία των ζώων (σ. σ. η αυξημένη θερμική καταπόνηση από την παραμονή στα πεδινά θα έχει επιδράσεις στη συμπεριφορά των ζώων), όσο και στη συνολική λειτουργικότητα των ημιεκτατικών συστημάτων εκτροφής (σ.σ. η σχεδόν πλήρης εξάρτηση των ποιμνίων αυτών από συγκομιζόμενες ζωοτροφές αυξάνει σημαντικά το κόστος εκτροφής, θέτοντας εν αμφιβόλω τη βιωσιμότητά τους και μεταβάλλει τις φυσιολογικές συνθήκες διατροφής τους). Η διακοπή ή ο ουσιαστικός περιορισμός μετακινήσεων, είναι βέβαιο επίσης ότι θα οδηγήσει σε σοβαρή οικολογική υποβάθμιση πολλών ορεινών περιοχών, μέσω εγκατάλειψης βοσκοτόπων, ανεξέλεγκτης εξάπλωσης της θαμνώδους βλάστησης, απώλειας βιοποικιλότητας και αυξημένου κινδύνου πυρκαγιών, με δυσμενείς συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον, αλλά και τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών συστημάτων της κτηνοτροφίας.
Σημαντικές, τέλος, θεωρούνται και οι επιπτώσεις στη ψυχική υγεία και στην κοινωνική ευημερία των κτηνοτρόφων, καθώς η μετακινούμενη κτηνοτροφία δεν αποτελεί απλώς επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, βαθιά συνδεδεμένο με την οικογενειακή, κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των ανθρώπων αυτών. Ως εκ τούτου η αδυναμία πραγματοποίησης των εποχικών μετακινήσεων, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για τη συνέχιση της δραστηριότητας, την αυξημένη οικονομική πίεση, τον κίνδυνο απώλειας ζωικού κεφαλαίου και τη συνεχή επιβάρυνση από περιοριστικά μέτρα, δύναται να προκαλέσει έντονο ψυχολογικό στρες, επαγγελματική εξουθένωση και σοβαρή επιβάρυνση της ψυχικής υγείας των κτηνοτρόφων. Οι επιπτώσεις αυτές είναι ιδιαίτερα έντονες στις μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, όπου η κτηνοτροφική δραστηριότητα αποτελεί τη βασική ή και μοναδική πηγή εισοδήματος και κοινωνικής συνοχής. Επομένως, η αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις επιδημιολογικές παραμέτρους αλλά και τις ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που αυτά συνεπάγονται για τον αγροτικό πληθυσμό και τις τοπικές κοινωνίες των ορεινών περιοχών.