Ειδικά στον κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας, είναι 2-3 χρόνια τώρα, που τα πράγµατα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται βάσιµα και για την αποτροπή αυτής της πορείας. Χαµηλές τιµές στο πρόβειο γάλα, αποδυνάµωση της ταυτότητας της Φέτας, κτηνοτροφικές εκµεταλλεύσεις πολλών ταχυτήτων, εγκατάλειψη των ντόπιων φυλών και µεγάλη αβεβαιότητα για το µέλλον των επαγγελµατιών του κλάδου, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της σηµερινής κατάστασης.
Η εκπροσώπηση των κτηνοτρόφων υποτυπώδης και η αδιαφορία των ιθυνόντων πρωτοφανής, την ώρα που οι λοιποί συντελεστές του κλάδου (ζωοτέχνες, προµηθευτές ζωοτροφών, αντιπρόσωποι µηχανηµάτων κ.α.) προσπαθούν, κάπως αποσπασµατικά και πολλές φορές µάταια, να προσανατολίσουν τους παραγωγούς στο δρόµο της αγοράς. Να τους ενηµερώσουν για τις εξελίξεις στο πεδίο της τεχνολογίας, να τους πείσουν να επενδύσουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας των µονάδων, να τους κάνουν να επιλέξουν τα σωστά µοντέλα εκτροφής και τις κατάλληλες ράτσες.
Το βέβαιο είναι ότι τα τελευταία 20 χρόνια ο χάρτης της ελληνικής κτηνοτροφίας έχει αλλάξει θεαµατικά. Αυτό που έγινε στο πρώιµο στάδιο των αλλαγών µε τον κλάδο της γαλακτοφόρου αγελαδοτροφίας, συµβαίνει τώρα µε τις εκµεταλλεύσεις των αιγοπροβάτων. Μεγάλες και συστηµατικές µονάδες µε ξένες κυρίως ράτσες µεγάλων αποδόσεων, παίρνουν τη θέση των παραδοσιακών κοπαδιών, µε ντόπιες φυλές και ζώα ελευθέρας βοσκής.
∆εν είναι κακό, οι εξελίξεις τρέχουν. Το πιθανότερο είναι ότι τα επόµενα χρόνια οι σύγχρονες µονάδες εντατικής µορφής θα καταστούν κυρίαρχες. Καλό είναι να επανεκτιµηθεί ο ρόλος και των «ελεύθερων» κοπαδιών. Χώρος στην αγορά υπάρχει. Εδώ βέβαια µιλάµε για άλλο γάλα, υψηλής διατροφικής αξίας, που… κάνει για άλλη φέτα και που έχει άλλη, προφανώς υψηλότερη, τιµή. Αυτό όµως χρειάζεται δουλειά, χρειάζεται σχέδιο. Και σ’ αυτή τη νέα στρατηγική, οφείλουν να είναι όλοι συνεπείς.
*Εκδότης-Διευθυντής εφημερίδα Agrenda