«Τους προηγούµενους αιώνες» λέει, «η συντεχνία του ελαιολάδου είχε οργανώσει τις κοινωνίες της υπαίθρου στα µεγάλα παραγωγικά κέντρα, σε επίπεδο οικονοµικό, πολιτισµικό και κοινωνικό, µε έναν ανεξίτηλο µέχρι και σήµερα τρόπο. Η νέα γενιά του ελαιολάδου, τι σκοπεύει να κάνει τώρα που ο κοινωνικός ιστός των χωριών αποσυντίθεται χρόνο µε το χρόνο, που η παράδοση του ελαιολάδου και του τόπου ντύνει απλά τις συσκευασίες και προσθέτει στις ιστορίες των brands;».
«Είναι απαραίτητο στις µεσογειακές µικρές κοινότητες, το ελαιόλαδο να αποκτήσει ξανά τον ρόλο του ως ισχυρός ενοποιητικός σύνδεσµος του κοινωνικού ιστού. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η αναζήτηση νέας ταυτότητας του ελαιολάδου, στα πρότυπα του οικείου της παράδοσης καλείται να απαντήσει σ’ αυτό το βασικό ερώτηµα: Τι σχέση θέλει να έχει η εταιρεία ελαιολάδου µε την τοπική κοινότητα-αιµοδότη της επιχείρησης σε επίπεδο πρώτης ύλης, προσωπικού µε συσσωρευµένη εµπειρία αιώνων, περιβάλλοντος και καταναλωτών;».
«Οι νέοι άνθρωποι που αναλαµβάνουν ελαιοκοµικές επιχειρήσεις, πρέπει να δουν και τις δυο όψεις του νοµίσµατος της υφιστάµενης συγκυρίας. Πράγµατι, οι εµπορικές προοπτικές τους µήνες της πανδηµίας είναι απρόβλεπτες. Από την άλλη, συµπίπτουµε µε µια πολιτική στροφή σε επίπεδο Ευρώπης, που θέλει να επενδύσει σε ένα διαφορετικό προφίλ της αγροδιατροφής». «Ας είναι τα κεφάλαια αυτά», τονίζει ο Ιταλός αναλυτής, «το όχηµα, ώστε να δώσει η νέα γενιά το στίγµα της στην αναγέννηση της ιδέας του ελαιολάδου».
Αυτό που µπορεί να συµπληρώσει κανείς στις επισηµάνσεις του Ιταλού είναι ότι η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται εύγλωττα στο εν λόγω προϊόν δεν περιορίζεται όµως µόνο στο ελαιόλαδο. Η ιστορία δείχνει ότι η οικονοµική επιτυχία (success story) στο επίπεδο των αγροτικών προϊόντων έρχεται όταν τα προϊόντα και η διαχείρισή τους γίνονται κοµµάτι και προέκταση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Υπάρχουν και σήµερα κάποια πρώτα ενθαρρυντικά σηµάδια προς αυτή την κατεύθυνση. Μένει να επιβεβαιωθούν σε µια νέα πραγµατικότητα.