Το πρώτο αφορά τη λεγόµενη «δέουσα επιµέλεια» των Κέντρων Υποβολής ∆ηλώσεων. Για πρώτη φορά, τα ΚΥ∆ δεν λειτουργούν απλώς ως διαχειριστές της αίτησης του παραγωγού, αλλά υποχρεούνται να ελέγχουν την πληρότητα και την ορθότητα των στοιχείων, να εντοπίζουν πρόδηλες ασυµβατότητες και να αρνούνται την οριστικοποίηση δηλώσεων που εµφανίζουν προβλήµατα. Η πρόθεση είναι εύλογη. Το κράτος επιδιώκει να σταµατήσει τη λογική της άκριτης καταχώρισης στοιχείων και να καταστήσει τους επαγγελµατίες συνυπεύθυνους για την ποιότητα των δηλώσεων.
Ωστόσο, η λεπτή γραµµή ανάµεσα στον διοικητικό έλεγχο και στην υποκατάσταση του ίδιου του παραγωγού παραµένει ασαφής. Ποιος καθορίζει µέχρι πού φτάνει η υποχρέωση ελέγχου ενός ΚΥ∆ όταν πολλά από τα στοιχεία βασίζονται σε δηλώσεις ή έγγραφα που προσκοµίζει ο ίδιος ο δικαιούχος; Χωρίς σαφείς οδηγίες, θα υπάρχει υπερβολική επιφυλακτικότητα από τους «καταχωρητές» και διαρκείς τριβές µε τους παραγωγούς. Υπάρχει ανησυχία ότι οι δηλώσεις δεν θα οριστικοποιούνται ποτέ.
Το δεύτερο και ίσως πιο εκρηκτικό ζήτηµα και αφορά στη διάταξη περί σύγκρουσης συµφερόντων. Η απαγόρευση συνεργασίας όταν υπάρχει άµεσο ή έµµεσο οικονοµικό συµφέρον υπηρετεί µια θεµελιώδη αρχή διαφάνειας. Όµως, η διατύπωση είναι τόσο ευρεία ώστε δηµιουργεί εύλογα ερωτήµατα για τα συνεταιριστικά ΚΥ∆. Αν ένας συνεταιρισµός δεν µπορεί να εξυπηρετήσει τα ίδια του τα µέλη επειδή υπάρχει οικονοµική συναλλαγή µεταξύ τους, τότε πρακτικά τίθεται υπό αµφισβήτηση ολόκληρο το µοντέλο λειτουργίας των συνεταιριστικών οργανώσεων. Χρειάζονται κι εδώ διευκρινήσεις.
Το τρίτο σηµείο αφορά το καθεστώς των κυρώσεων. Τα πρόστιµα φθάνουν έως και τις 50.000 ευρώ, συνοδεύονται από αποκλεισµό από την υποβολή δηλώσεων και, σε ορισµένες περιπτώσεις, από αλληλέγγυα ευθύνη για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων. Η αυστηρότητα µπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε φαινόµενα απάτης. Ταυτόχρονα όµως δηµιουργεί ένα περιβάλλον ιδιαίτερα υψηλού επαγγελµατικού κινδύνου για όσους αναλαµβάνουν την υποβολή των δηλώσεων. ∆εν είναι τυχαίο ότι ήδη αρκετά ΚΥ∆, κυρίως από αυτά των συνεταιρισµών που ήταν και τα λιγότερο εκτεθειµένα µέχρι σήµερα, δηλώνουν τη πρόθεσή τους να διακόψουν τη λειτουργία τους. Προβληµατισµός υπάρχει ωστόσο στο σύνολο των δοµών παροχής υπηρεσιών στο συγκεκριµένο ζήτηµα. Και ο χρόνος πιέζει.