Από τη µία βρίσκεται το κόστος που απαιτείται για να µπει ένα χωράφι στην παραγωγή και από την άλλη η αξία του προϊόντος που τελικά θα βγει από αυτό. Οι κοινοτικές ενισχύσεις συµπληρώνουν το αγροτικό εισόδηµα, ενίοτε καθοριστικά, δεν µπορούν όµως να υποκαταστήσουν επ’ αόριστον την οικονοµία της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας. Και αυτή ακριβώς η εξίσωση, αρχίζει σήµερα να µη βγαίνει.
Η µία πλευρά της ψαλίδας ανοίγει επικίνδυνα. Ενέργεια, πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύµα, λιπάσµατα, φυτοπροστατευτικά, σπόροι, ανταλλακτικά και µηχανήµατα συνθέτουν ένα κόστος εγκατάστασης και καλλιεργητικής φροντίδας που δύσκολα µπορεί να συµπιεστεί. Σύµφωνα µε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο τελευταίο τρίµηνο του 2025 τα λιπάσµατα κόστιζαν στους Ευρωπαίους αγρότες 62% περισσότερο από ό,τι το 2020, ενώ µέχρι τον Απρίλιο του 2026 οι τιµές των αζωτούχων είχαν αυξηθεί επιπλέον κατά περίπου 40% σε σύγκριση µε τον ∆εκέµβριο του 2025. Η ίδια η Κοµισιόν ανησυχεί πλέον ακόµα και για το ενδεχόµενο µείωσης των καλλιεργούµενων εκτάσεων.
Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης, βέβαια, και οι τιµές των προϊόντων δεν ακολουθούν.Το παράδειγµα των σιτηρών είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο. Στα τέλη Σεπτεµβρίου, το σκληρό σιτάρι στη Φότζια κινείται περί τα 278 ευρώ ο τόνος, ενώ σε ελληνικές ζώνες παραγωγής οι τιµές βρίσκονται αισθητά χαµηλότερα. Πρόκειται για επίπεδα που δύσκολα δηµιουργούν αίσθηση ασφάλειας στον παραγωγό που καλείται τώρα να αποφασίσει αν θα ξαναβάλει χρήµατα στο χωράφι του για τη νέα καλλιεργητική περίοδο.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, από παραγωγικές περιοχές φθάνουν µηνύµατα ότι χωράφια χαµηλότερης παραγωγικότητας, κυρίως σε ξηρικές ζώνες σιτηρών, εξετάζεται να παραµείνουν ακαλλιέργητα. Ο λόγος δεν είναι µόνο η απαισιοδοξία για τις τιµές. Είναι και η έλλειψη ρευστότητας. Γιατί πριν εισπράξει ο παραγωγός πρέπει πρώτα να χρηµατοδοτήσει σπόρο, λίπασµα, καύσιµα, κατεργασίες, φυτοπροστασία και συγκοµιδή. Και όσο µεγαλώνει το απαιτούµενο κεφάλαιο κίνησης, τόσο περισσότερα στρέµµατα περνούν από το ερώτηµα «τι θα καλλιεργήσω;» στο πολύ πιο ανησυχητικό «θα καλλιεργήσω;».
Αν αυτή η τάση πάρει µεγαλύτερες διαστάσεις, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στο εισόδηµα των παραγωγών. Λιγότερες καλλιεργούµενες εκτάσεις σηµαίνουν µικρότερη εγχώρια παραγωγή, µικρότερο τζίρο για εφόδια και µηχανήµατα, λιγότερη δουλειά για αποθήκες, µεταφορές και µεταποίηση και τελικά µεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές.
Υπάρχει λοιπόν ένα σηµείο πέρα από το οποίο το υψηλό κόστος παραγωγής παύει να αποτελεί πρόβληµα µόνο του αγρότη. Μετατρέπεται σε πρόβληµα ολόκληρης της αγροτικής οικονοµίας.