Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Περιηγήσεις

Μυστράς, περιήγηση στην Καστροπολιτεία

Ο αρχαιολογικός χώρος του Μυστρά ανήκει στο Δήμο Σπάρτης (Νομός Λακωνίας). Βρίσκεται 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Σπάρτης σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων. Πρόκειται για την ερειπωμένη καστροπολιτεία που από το 1989 έχει ενταχθεί στον κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομίας της UNESCO.

Mystras-08-8018

165
0

Η ιστορία του Μυστρά ξεκινά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), στον απόηχο της οποίας δημουργήθηκαν λατινικά κρατίδια στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στην Πελοπόννησο ιδρύεται το Πριγκηπάτο της Αχαΐας από τη φραγκική οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων. Το 1249 ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος κτίζει πάνω στο λόφο του Μυζηθρά (λόγω της ομοιότητας του σχήματός του με το τυρί ή από το όνομα παλαιού ιδιοκτήτη), στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, το ομώνυμο κάστρο από το οποίο φαίνεται να προέρχεται και η μετέπειτα ονομασία Μυστράς.

Ο Μυστράς παραμένει στα χέρια των Φράγκων για περίπου μια δεκαετία ακόμα. Τρία χρόνια μετά τη μάχη της Πελαγονίας (1259) περνάει σε βυζαντινή κατοχή στη βάση της συμφωνίας για την παράδοση των κάστρων Μυζηθράς (Μυστράς), Μαΐνης και Μονεμβασίας ως ανταλλάγματα για την απελευθέρωση του πρίγκηπα Γουλιέλμου που αιχμαλωτίστηκε στη μάχη. Το 1262 γίνεται έδρα του Στρατηγού του Σεβαστοκράτορος (βυζαντινός τίτλος) και ξεκινά η συνυφασμένη με την υστεροβυζαντινή ιστορία περίοδός του. Λόγω της καίριας γεωστρατηγικής θέσης του (εξαίρετο φυσικό οχυρό) κατοικήθηκε πολύ σύντομα και αναδείχθηκε στο κύριο αστικό κέντρο της περιοχής (υπάρχουν αναφορές ακόμη και για 20.000 κατοίκους). Κατά συνέπεια ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η θέση του ως διοικητικό κέντρο και από το 1289 γίνεται έδρα της βυζαντινής επικράτειας στην Πελοπόννησο. 60 χρόνια αργότερα γίνεται πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως (με πρώτο Δεσπότη τον Μανουήλ Καντακουζηνό). Οι Παλαιολόγοι θα είναι η τελευταία δυναστεία που θα διοικήσει το Μυστρά, μάλιστα ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος) υπήρξε ο προτελευταίος Δεσπότης. Η βυζαντινή του περίοδος ολοκληρώνεται σύντομα μετά την Άλωση της Πόλης (1453) απο τους Τούρκους, καθώς το 1460 πέφτει τελικά στα χέρια τους.

Κατά την τελευταία αυτή περίοδο της ιστορίας του, ο Μυστράς υπήρξε μεγάλο κέντρο παραγωγής μεταξιού και πρωτεύουσα του σαντζακίου της περιοχής. Με εξαίρεση την περίοδο της Β' Ενετοκρατίας (1687-1715) παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Τούρκων μέχρι την καταστροφή του από τις στρατιές του Ιμπραήμ το 1825. Μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου, υπό τον Όθωνα, και τα σχέδια του τελευταίου για την οικοδόμηση της νέας Σπάρτης, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εγκαταλείπει την περιοχή. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο χώρος ανακηρύσσεται βυζαντινό μνημείο και το 1953, μετά την απαλλοτρίωσή του από το ελληνικό κράτος, ο Μυστράς εγκαταλείπεται οριστικά απο τους τελευταίους εναπομείναντες κατοίκους του.

Ο Μυστράς, στη διάρκεια της ακμής του κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο, αποτέλεσε κορυφαίο κέντρο γραμμάτων και τεχνών. Εδώ παρατηρείται η τελευταία αναλαμπή του Βυζαντινού πολιτισμού, στοιχείο που αποτυπώνεται στην αρχιτεκτονική των παλατιών, των εκκλησιών και των αρχοντικών της Καστροπολιτείας, καθώς και στο ζωγραφικό και γλυπτικό διάκοσμο υψηλής αισθητικής στο εσωτερικό των ναών. Εξέχοντες φιλόσοφοι και λόγιοι της εποχής, όπως ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, έζησαν και έδρασαν στον Μυστρά προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερη λάμψη στο τελευταίο προπύργιο του ελληνισμού και της ορθοδοξίας λίγο πριν την πτώση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας.

Σήμερα, στο Μυστρά έχουν γίνει σημαντικά έργα αναστήλωσης και αποκατάστασης των κτηρίων με αποτέλεσμα να αποτελεί αρχαιολογικό χώρο ιδιαίτερα μεγάλης σπουδαιότητας για τους μελετητές της υστεροβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής.

Η Καστροπολιτεία του Μυστρά είχε δυο βασικές Πύλες εισόδου, την Πύλη της Μονεμβασιάς και την Πύλη του Ναυπλίου, και χωριζόταν σε δυο βασικά τμήματα: τη Χώρα ή Άνω Πόλη και τη Μεσόχωρα ή Κάτω Πόλη. Η Χώρα αποτελούσε την αριστοκρατική συνοικία του Μυστρά (Παλάτια, Αγία Σοφία), ενώ η Κάτω Πόλη (Μητρόπολη, Βροντόχι, Ευαγγελίστρια, Περίβλεπτος, Παντάνασσα) δημιουργήθηκε αργότερα. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει το φράγκικο κάστρο. Οι υπόλοιπες οχυρώσεις και οι πύργοι κτίστηκαν απο τους Βυζαντινούς.

Μητρόπολη


Πρόκειται για τον παλαιότερο ναό του Μυστρά. Είναι αφιερωμένος στον Αγ. Δημήτριο και ήταν Μητρόπολη της Καστροπολιτείας και έδρα του Μητροπολίτη Λακεδαιμονίας  έως τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση απο τους Τούρκους. Κτίστηκε γύρω στο 1270, ανακαινίστηκε λίγο αργότερα και έλαβε την τελική του μορφή στις αρχές του 15ου αιώνα. Η εκκλησία ανήκει στο “μικτό τύπο του Μυστρά”, καθώς συνδυάζει τον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής στο ισόγειο με τον πεντάτρουλο σταυροειδή εγγεγραμμένο στο υπερώο. Ιδιαίτερα αξιόλογο ειναι το τέμπλο και ο γλυπτός διάκοσμος, ενώ αξίζει να αναφερθεί η πλάκα με το δικέφαλο αετό στο δάπεδο κάτω απο τον τρούλο. Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται απο τον 13ο έως και τον 15ο αιώνα και ανήκουν στην περίφημη ¨Μακεδονική Σχολή¨ ζωγραφικής (επαναστατική για την εποχή με έντονες επιρροές απο την Δύση, ζωηρά χρώματα, κίνηση, προοπτική, πολυπρόσωπες συνθέσεις, ενδύματα με πλούσιες πτυχώσεις, εκφραστικά πρόσωπα). Στη Μητρόπολη στέφθηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου το 1449 ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος. Δίπλα στο ναό εκτείνονται τα άλλα μητροπολιτικά κτήρια, ενώ το προαύλιο πλαισιώνεται απο στοές με κίονες σε κλασικό ύφος. Δεξιά του προαυλίου υπάρχει πέτρινη κρήνη με επιγραφή και τον δικέφαλο αετό. Δίπλα στην είσοδο του τείχους που περιβάλλει το συγκρότημα δολοφονήθηκε απο τους Τούρκους το 1760 ο μητροπολίτης Ανανίας στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τους πιστούς και να σώσει το ναό.

Δίπλα στο ναό, στον πρώτο όροφο, στεγάζεται το Μουσείο με ιερά κειμήλια, ανάγλυφα, εικόνες, θραύσματα απο τοιχογραφίες και κοσμήματα.

Αγία Σοφία

Βρίσκεται στη συνοικία των Παλατιών, σχεδόν στην κορυφή του λόφου, και μάλλον επρόκειτο για το καθολικό της πατριαρχικής μονής του Ζωοδότη Χριστού. Κτίστηκε απο τον πρώτο Δεσπότη του Μορέως Μανουήλ Καντακουζηνό γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα. Ανήκει στον τύπο του δίστυλου σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά τρούλου. Εδώ ετάφησαν ο Μανουήλ και τα οστά της Θεοδώρας Τόκου, πρώτης συζύγου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σε κιονόκρανο διακρίνεται το μονόγραμμα του Μανουήλ Καντακουζηνού και ο δικέφαλος αετός. Οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν στα μέσα του 14ου αιώνα από γνωστούς καλλιτέχνες της Κωνσταντινούπολης.

Βροντόχι

Μοναστικό συγκρότημα που αποτελείται απο δυο εξαιρετικές εκκλησίες, τους Αγίους Θεοδώρους και την Οδηγήτρια ή Αφεντικό. Επρόκειτο για το παλαιότερο και πλουσιότερο μοναστήρι του Μυστρά. Ιδρύθηκε το 1296 απο τον Παχώμιο, ισχυρό μοναχό με διασυνδέσεις στην Κωνσταντινούπολη που εξασφάλισε δωρεές και την υποστήριξη του Πατριάρχη. Τα παραπάνω αποδεικνύουν τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα που κοσμούν το Αφεντικό.

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων αποτελούσε το καθολικό του ομώνυμου μοναστηριού και κτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα απο τους μοναχούς Παχώμιο και Δανιήλ. Αφιερώθηκε σε δυο στρατιωτικούς αγίους και ειναι η μοναδική οκταγωνική εκκλησία στον Μυστρά. Στην ίδια περίοδο (13ο αιώνα) ανήκουν και οι τοιχογραφίες.

Ο ναός της Οδηγήτριας ή Αφεντικό αποτελούσε το νέο καθολικό του Βροντόχιου και κτίστηκε απο τον Παχώμιο γύρω στο 1310. Έλαβε το όνομά του απο το περίφημο ομώνυμο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη και ειναι μια απο τις ωραιότερες και σημαντικότερες εκκλησίες του Μυστρά. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με πέντε τρούλους. Διαθέτει υπερώο και κωδωνοστάσιο. Ο εσωτερικός διάκοσμος ήταν λαμπρός, έργο γνωστών καλλιτεχνών απο την Κωνσταντινούπολη. Οι τοιχογραφίες ανήκουν στην ¨Μακεδονική Σχολή¨ και χρονολογούνται στις αρχές του 14ου αιώνα. Ξεχωρίζουν αυτές στο παρεκκλήσιο, όπου τάφηκε ο Παχώμιος, καθώς και η μορφή του Θεόδωρου Α' Παλαιολόγου, που τάφηκε εδώ και εμφανίζεται με το ένδυμα του Δεσπότη και δίπλα ως μοναχός.
Πηγη: https://peloponnisossearch.com

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία