«Τα παιδιά προτιμούν κυρίως βλαστάρια με ήπιες γεύσεις ενώ στις γυναίκες αρέσει συχνά το παντζάρι. Μέσα στην πανδημία είδαμε να αυξάνεται η ζήτηση, γιατί ο κόσμος έψαχνε να βρει κάτι για να ενισχύσει τον οργανισμό του», θα πει η κυρία Αϊβαζίδη. Η Άννα Αϊβαζίδη με καταγωγή από τη Σιβηρία μαζί με τον σύζυγό της, Νίκο, ξεκίνησαν να καλλιεργούν microgreens πριν από 7 χρόνια. «Περίπου 5-6 καλλιεργητές σήμερα παράγουν βλαστάρια στη Β. Ελλάδα ενώ τα microgreens έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στο μενού ορισμένων εστιατορίων», σημειώνει η ίδια. Αντίθετα με τα φύτρα που βγαίνουν από μουσκεμένο σπόρο χωρίς να έρθουν σε επαφή με χώμα ή με το φως, τα βλαστάρια καλλιεργούνται απευθείας στο χώμα και με έκθεση στον ήλιο. Μετά από 10-12 μέρες ανάλογα με το είδος κάνουν την εμφάνισή τους τα δύο πρώτα πράσινα φύλλα οπότε και το φυτό είναι έτοιμο να κοπεί. Αν μείνει στη γλάστρα, θα ακολουθήσουν δύο μεγαλύτερα φύλλα και τα φυτά πλέον μπαίνουν στην κατηγορία των baby leaves.
Υγιεινή διατροφή με γεύση και άρωμα
Τη δημοφιλία τους τα microgreens την οφείλουν στο γεγονός ότι βελτιώνουν τη γεύση του φαγητού, καθώς έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά ως προς τη γεύση και το άρωμα του λαχανικού αλλά σε πιο ήπια μορφή. Έτσι το βλαστάρι από ραπανάκι ή ρόκα είναι ελαφρά πικάντικο, ο βασιλικός ή ο άνηθος δίνει άρωμα και γεύση, το παντζάρι είναι ελαφρά γλυκό. «Δεν μαγειρεύεις τα βλαστάρια, γιατί η θερμότητα καταστρέφει ό,τι θρεπτικά συστατικά έχουν. Τα microgreens καταναλώνονται πάντα νωπά και προστίθενται στο τέλος του μαγειρέματος ή σε σαλάτα, σε σάντουιτς, στο γιαούρτι, στο χυμό ενώ μπορούν να καταναλωθούν και μόνα τους ως σνακ», θα πει η κυρία Αϊβαζίδη. Επιπλέον όφελος συνιστά η υψηλή θρεπτική αξία των βλασταριών. Έτσι, για παράδειγμα, μελέτες αναφέρουν ότι τα microgreens περιέχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις βιταμινών και καροτενοιειδών που μπορεί να είναι και πενταπλάσιες σε σχέση με τα ώριμα λαχανικά. «Από το δικό μας τραπέζι δεν λείπουν τα microgreens, θα πει η κυρία Αϊβαζίδη μητέρα τεσσάρων παιδιών ενώ συμπληρώνει «και στα σάντουιτς για τα παιδιά προσθέτω βλαστάρια».
Στο θερμοκήπιο η κυρία Αϊβαζίδη καλλιεργεί τα βλαστάρια σε stands για να μπορεί να γίνεται ευκολότερα η δουλειά με τα χέρια. «Φυτεύουμε σε ξύλινα τελάρα μέσα σε χώμα από κομποστ δικής μας παραγωγής. Παρακολουθούμε στενά την υγρασία με υγρασιόμετρο και φροντίζουμε να δίνουμε νερό με ψιλή ροή έως το τελικό στάδιο της ανάπτυξης, η οποία ολοκληρώνεται σε 7-15 μέρες. Καλλιεργούμε σε κλειστό χώρο και 8 μήνες το χρόνο το θερμοκήπιο αερίζεται. Επειδή είμαστε σε υψόμετρο, για 4 μήνες κλείνουμε το θερμοκήπιο για να διατηρήσουμε τη θερμοκρασία στους 21-23 °C. Σήμερα παράγουμε περίπου 18 είδη βλασταριών σε χώρο 200 τ.μ. Η καλλιέργεια είναι κυκλική, όταν συγκομίζουμε, απευθείας προχωράμε σε νέα σπορά», εξηγεί η κυρία Αϊβαζίδη.
Μέχρι να κατακτήσει την απαραίτητη γνώση για την καλλιέργεια η καινοτόμα βιοκαλλιεργήτρια ομολογεί ότι έχασε πολλά τελάρα. «Είναι μια απαιτητική καλλιέργεια μεγάλης ακριβείας. Κάθε τελαράκι έχει τα γραμμάριά του και ανάλογα με το είδος του σπόρου που καλλιεργείς πρέπει να σπείρεις τη σωστή ποσότητα. Η πυκνότητα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η καλλιέργεια να είναι αποδοτική αλλά όχι υπερβολική, γιατί όταν τα βλαστάρια είναι πολύ κοντά, δεν αερίζονται καλά και μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα με μύκητες. Ακόμη τα βλαστάρια είναι πολύ ευαίσθητα στη θερμοκρασία και με λίγο παραπάνω ζέστη ή κρύο μπορεί να χάσεις όλη την παραγωγή. Στην αρχή αναζήτησα και διάβασα μαρτυρίες και συστάσεις από άλλους καλλιεργητές αλλά πρέπει να πειραματιστείς ο ίδιος», εξηγεί η ίδια.

Δύσκολα για τον ερασιτέχνη
Η μεγάλη ακρίβεια που χρειάζεται για να αναπτυχθεί σωστά το βλαστάρι είναι και το κύριο εμπόδιο για όποιον επιθυμεί να μεγαλώσει microgreens στο σπίτι του. «Αυτό που προσφέρουμε στο κοινό είναι μια μεγάλη ποικιλία εκείνη τη στιγμή που επιθυμεί να καταναλώσει τα βλαστάρια. Για να μπορέσει να παράξει ποικιλία microgreens, ο ερασιτέχνης πρέπει να προμηθευτεί διάφορα είδη σπόρου, κάτι που θα ανεβάσει το κόστος παραγωγής. Ενώ πρέπει να προγραμματίσει την παραγωγή για να φάει ό,τι ωριμάζει και να μην μείνουν τα βλαστάρια και ξεραθούν στη γλάστρα», λέει η κυρία Αϊβαζίδη και συμπληρώνει «η τιμή τους είναι φθηνή σε σχέση με το εξωτερικό. Ο αδερφός μου που είναι σεφ στην Αγγλία προμηθεύεται βλαστάρια για το εστιατόριο σε τιμή 5.5 ευρώ ανά 30 γραμμάρια. Εμείς στη λαϊκή τα διαθέτουμε προς 2.5 ευρώ το κουπάκι». Σύμφωνα με την ίδια τα μεγάλα κόστη στην παραγωγή βλασταριών είναι οι βιολογικοί σπόροι που έχουν διπλάσια τιμή από τους συμβατικούς αλλά και τα εργατικά.
Παραγωγή με πρόσωπο
Η Άννα Αϊβαζίδη και η οικογένειά της καλλιεργούν εκτός από microgreens και την προσωπική τους σχέση με τους κοινό. «Κάθε Κυριακή πριν την πανδημία δεχόμασταν επισκέπτες στο αγρόκτημά μας. Περνάμε και εμείς ωραία και τα παιδιά μας που τρέχουν και παίζουν στο κτήμα μαζί με άλλα παιδιά που έρχονται να δουν πώς μεγαλώνουν τα λαχανικά». Τώρα μες την πανδημία η κυρία Αϊβαζίδη κατέφυγε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να συνεχίσει να τροφοδοτεί την επαφή της με το κοινό «Στη σελίδα του βιολογικού αγροκτήματος Φιλύρου στο Facebook ανεβάζω εικόνες από το κτήμα μας και ό,τι νέο υπάρχει. Αυτό που θέλω είναι ο κόσμος να γνωρίζει τον παραγωγό που προμηθεύει το τραπέζι του», καταλήγει η ίδια.