Αν ο περονόσπορος δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και σωστά, προκαλεί άμεση μείωση της παραγωγής με πρόωρη φυλλόπτωση και καθυστέρηση ωρίμανσης των σταφυλιών. Σε πολλές περιοχές εμφανίζεται απειλητικός και ορισμένα χρόνια με ισχυρή προσβολή αποκαλούνται «χρονιές περονοσπόρου».
Η ασθένεια προσβάλλει όλα τα πράσινα αναπτυσσόμενα μέρη της αμπέλου όπου εμφανίζονται χαρακτηριστικές κιτρινοπράσινες κηλίδες που μοιάζουν με λαδιές. Με υγρό καιρό στην κάτω επιφάνεια των φύλλων εμφανίζεται λευκό επίχρισμα που είναι οι καρποφορίες του παράσιτου οι οποίες θα δώσουν τα μολύσματα για δευτερογενείς μολύνσεις. Οι άριστες συνθήκες διασποράς των μολύνσεων είναι θερμοκρασία 20-25οC και υγρασίας μεγαλύτερης των 95%.
Η στρατηγική αντιμετώπισης του περονοσπόρου συνδυάζει καλλιεργητικές και χημικές μεθόδους. Με κατάλληλο κλάδεμα βελτιώνουμε την κυκλοφορία του αέρα στον αμπελώνα για γρήγορο στέγνωμα των φυτών από τη βροχή και τη δροσιά. Σε νέες φυτείες η κατεύθυνση των σειρών φύτευσης πρέπει να συμπίπτει με την κατεύθυνση των επικρατούντων ανέμων στην περιοχή. Είναι απαραίτητη η καταστροφή των ζιζανίων γύρω από τα πρέμνα καθώς και η σωστή αποστράγγιση του εδάφους του αμπελώνα.
Η πρώτη προληπτική επέμβαση με μυκητοκτόνα γίνεται όταν οι βλαστοί έχουν μήκος 8-10 εκ., η επόμενη μετά από 10 ημέρες περίπου, συνεχίζεται στο στάδιο του μούρου και λίγο μετά τη γονιμοποίηση των ανθέων. Σε περιοχές όπου δεν εμφανίζεται συχνά η ασθένεια αρκεί ένας ψεκασμός στο στάδιο του μούρου. Στους δύο πρώτους ψεκασμούς χρησιμοποιούνται συνθετικά σκευάσματα και αποφεύγονται τα χαλκούχα μυκητοκτόνα.
Για αποφυγή πρωτογενών μολύνσεων την επόμενη άνοιξη στον αμπελώνα χρειάζεται να γίνει τελευταίος ψεκασμός μετά τον τρυγητό με χαλκούχο σκεύασμα, κατά προτίμηση με βορδιγάλειο πολτό.