BACK TO
TOP
Οικονομία και Πολιτική

Αναγκαία ενοποιημένη ευρωπαϊκή οικονομία λέει ο Πιερρακάκης

«Η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί τώρα, γιατί οι ανταγωνιστές, οι επενδύσεις και η τεχνολογία δεν περιμένουν» ήταν το μήνυμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και προέδρου του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, από το Eurofi Financial Forum στο Δουβλίνο, όπου έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη για μια πιο ενοποιημένη και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία.

pierrak

6
0

Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς ο παγκόσμιος ανταγωνισμός εντείνεται και η οικονομική ισχύς συνδέεται πλέον άμεσα με τη γεωπολιτική επιρροή. Όπως ανέφερε, η τεχνολογία, η ενέργεια, το εμπόριο και τα χρηματοοικονομικά αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία στρατηγικής ισχύος, την ώρα που η ΕΕ καλείται να καλύψει το επενδυτικό και τεχνολογικό χάσμα που τη χωρίζει από άλλες μεγάλες οικονομίες.

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η ανάγκη ολοκλήρωσης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά και η ενίσχυση της Τραπεζικής Ένωσης, ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να κατευθυνθούν πιο αποτελεσματικά προς τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις επενδύσεις που απαιτούνται για την ανάπτυξη.

Η ομιλία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προέδρου του Eurogroup Κυριάκου Πιερρακάκη στο Eurofi Financial Forum στο Δουβλίνο

Σας ευχαριστώ θερμά. Είναι μεγάλη τιμή και ιδιαίτερο προνόμιο για μένα που βρίσκομαι σήμερα εδώ, στο Eurofi, και που παίρνω τον λόγο μετά τον Jacques de Larosière, μια τόσο εμβληματική προσωπικότητα της ευρωπαϊκής και διεθνούς χρηματοοικονομικής σκηνής, του οποίου η εμπειρία και η κρίση έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής επί δεκαετίες.

Κυρίες και κύριοι, θεωρώ ότι είναι αυτονόητο πως η Ευρώπη βρίσκεται σε μια καθοριστική στιγμή.

Ο κόσμος γύρω μας αναδιαμορφώνεται. Ο στρατηγικός ανταγωνισμός εντείνεται και η οικονομική ισχύς μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε γεωπολιτική ισχύ. Η τεχνολογία, η ενέργεια, το εμπόριο, τα χρηματοοικονομικά, ακόμη και τα νομίσματά μας, έχουν γίνει εργαλεία στρατηγικής επιρροής.

Η Ευρώπη εισέρχεται σε αυτή τη νέα εποχή με τεράστια πλεονεκτήματα, αλλά και με μια θεμελιώδη πρόκληση.

Δεν αναπτυσσόμαστε αρκετά γρήγορα. Η παραγωγικότητα παραμένει πολύ χαμηλή. Το χάσμα ανταγωνιστικότητάς μας έχει, στην πραγματικότητα, διευρυνθεί.

Και ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να επιταχύνουμε, οι επενδυτικές μας ανάγκες αυξάνονται επίσης δραματικά: στην άμυνα, στην ενέργεια, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, συνολικά στις ψηφιακές υποδομές, στην καινοτομία και στην πράσινη μετάβαση.

Ο Μάριο Ντράγκι μάς έδωσε μια σαφή κατεύθυνση: να κλείσουμε το χάσμα καινοτομίας, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας και να επενδύσουμε στην παραγωγική δυναμική που χρειάζεται η Ευρώπη για το μέλλον.

Μας έδωσε επίσης μια εικόνα της κλίμακας που απαιτείται για αυτό τον σκοπό: 800 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετων επενδύσεων κάθε χρόνο.

Τα υγιή δημόσια οικονομικά παραμένουν το θεμέλιο μιας διατηρήσιμης οικονομικής ισχύος. Όμως οι δημόσιοι προϋπολογισμοί απλώς δεν έχουν τη δυνατότητα από μόνοι τους να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις τέτοιας κλίμακας.

Τα καλά νέα είναι ότι η Ευρώπη, όπως συχνά επαναλαμβάνουμε, διαθέτει τις αποταμιεύσεις. Αυτό που δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει είναι ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανό να κινητοποιεί αποτελεσματικά αυτές τις αποταμιεύσεις σε ευρωπαϊκή κλίμακα και να τις κατευθύνει προς τις επιχειρήσεις μας, προς την καινοτομία, προς τις επενδύσεις.

Αυτή ακριβώς είναι η φιλοδοξία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: να συνδέσει αποτελεσματικότερα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις με τις ευρωπαϊκές επενδύσεις και να δημιουργήσει βαθύτερες και περισσότερο ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι κεφαλαιαγορές αποτελούν μόνο ένα μέρος αυτής της εξίσωσης.

Με τις τράπεζες να παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν μπορούμε να έχουμε μια αποτελεσματική Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων χωρίς έναν ανταγωνιστικό και ενοποιημένο τραπεζικό τομέα. 

Γι’ αυτό και η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς μια ατζέντα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αποτελεί, στην πραγματικότητα, κρίσιμο μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής της Ευρώπης.

Και εδώ ξεκινάμε από θέση ισχύος. Τα τελευταία 15 χρόνια, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν γίνει ανθεκτικές, επαρκώς κεφαλαιοποιημένες και κερδοφόρες.Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, συνέβαλαν στην απορρόφηση των κραδασμών αντί να εντείνουν τις επιπτώσεις τους.

Αυτό αποτελεί πράγματι ένα σημαντικό επίτευγμα, ιδίως αν αναλογιστούμε το πρόσφατο παρελθόν μας. Όμως η ανθεκτικότητα από μόνη της δεν αρκεί.

Η διάγνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι σαφής. Ο τραπεζικός μας τομέας παραμένει κατακερματισμένος κατά μήκος των εθνικών συνόρων, δεν διαθέτει επαρκή κλίμακα και τμήματα του ρυθμιστικού και εποπτικού μας πλαισίου παραμένουν αδικαιολόγητα περίπλοκα.

Υπό αυτή την έννοια, το κόστος του κατακερματισμού λειτουργεί πλέον σαν ένας στρατηγικός «φόρος». Ένας φόρος για την Ευρώπη, ένας φόρος στην κλίμακα, ένας φόρος στις επενδύσεις, ένας φόρος στην ανάπτυξη.

Και οι αριθμοί το αποδεικνύουν με ιδιαίτερη σαφήνεια.

Μόλις περίπου το 16% του εταιρικού δανεισμού στη ζώνη του ευρώ είναι διασυνοριακό. Οι διασυνοριακοί τραπεζικοί όμιλοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αποτελεσματική μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ των χωρών, γεγονός που περιορίζει τόσο την ενοποίηση όσο και τη συγκέντρωση του κλάδου.

Η Κομισιόν εκτιμά ότι η άρση αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να απελευθερώσει ρευστά στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας ύψους 230 δισ. ευρώ, ενώ το κόστος συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και υποβολής αναφορών εκτιμάται σε περίπου 24 δισ. ευρώ

Και τα δύο έχουν σημασία. Χρειαζόμαστε ένα απλούστερο και πιο αναλογικό πλαίσιο. Και, προφανώς, χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενοποίηση και μεγαλύτερη κλίμακα.

Η κλίμακα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις στην τεχνολογία. Αναλογικά με το ενεργητικό τους, οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες επενδύουν στην τεχνολογία πάνω από δυόμισι φορές περισσότερο από ότι επενδύουν οι ευρωπαϊκές.

Παρόμοια είναι η εικόνα και σε σύγκριση με τις κινεζικές τράπεζες

Και στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, των ψηφιακών πληρωμών και της κυβερνοασφάλειας, αυτό το χάσμα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία χρόνο με το χρόνο.

Η βαθύτερη ενοποίηση και η περαιτέρω διασυνοριακή συγκέντρωση του τραπεζικού κλάδου θα μπορούσαν να παρέχουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες την κλίμακα που χρειάζονται για να επενδύουν, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται, ενώ παράλληλα θα ενίσχυαν την ικανότητά τους να διοχετεύουν τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις προς τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τις επενδύσεις.

Επιτρέψτε μου να προσθέσω εδώ ένα ακόμη σημείο.

Η Ευρώπη χρειάζεται κλίμακα, αλλά η κλίμακα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ομοιομορφία.

Χρειαζόμαστε Ευρωπαϊκούς τραπεζικούς πρωταθλητές που θα μπορούν να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά χρειαζόμαστε επίσης ισχυρές περιφερειακές και τοπικές τράπεζες, οι οποίες θα γνωρίζουν τις κοινότητές τους,  ώστε να χρηματοδοτούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να διατηρούν τα κεφάλαια συνδεδεμένα με την πραγματική οικονομία.

Το μοντέλο δεν είναι να έχουμε είτε το ένα είτε το άλλο.

Ένα πραγματικά ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα χρειάζεται και τα δύο: κλίμακα στην κορυφή και εγγύτητα σε τοπικό επίπεδο.

Οικοδομήσαμε την Τραπεζική Ένωση με στόχο να καταστήσουμε την Ευρώπη ασφαλέστερη.

Τώρα πρέπει να την ολοκληρώσουμε, ώστε να καταστήσουμε την Ευρώπη περισσότερο ενοποιημένη, πιο ανταγωνιστική και, τελικά, ισχυρότερη.

Γι’ αυτό υποστηρίζω σθεναρά την κατεύθυνση που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τόσο η έκθεση όσο και η ανακοίνωσή της είναι φιλόδοξες και ολοκληρωμένες.

Αναγνωρίζουν ότι οι προκλήσεις είναι αλληλένδετες και ότι και η απάντησή μας, αντίστοιχα,πρέπει να είναι συνολική και συνεκτική.

Στην πράξη, χρειαζόμαστε πρόοδο σε τρία διαφορετικά μέτωπα.

Πρώτον, ενοποίηση και κλίμακα.

Να αρθούν, δηλαδή, τα διασυνοριακά εμπόδια, να διευκολυνθεί η περαιτέρω συγκέντρωση και να επιτραπεί η αποτελεσματικότερη διακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας.

Δεύτερον, εμπιστοσύνη και κοινές δικλείδες ασφαλείας: ενίσχυση της διαχείρισης κρίσεων, της ρευστότητας και της εξυγίανσης, καθώς και της ασφάλισης καταθέσεων, διότι μια μεγαλύτερη ενοποίηση απαιτεί και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Και τρίτον, ανταγωνιστικότητα.

Να απλοποιήσουμε το πλαίσιο, να ενισχύσουμε την αρχή της αναλογικότητας και να βελτιώσουμε τη συνέπεια της εποπτείας, διατηρώντας παράλληλα την ανθεκτικότητα που εργαστήκαμε τόσο σκληρά για να οικοδομήσουμε.

Καλύτερη ρύθμιση, όχι λιγότερη ρύθμιση.

Πρόκειται για μια φιλόδοξη διάγνωση.

Και στις διαγνώσεις έχουμε αποδειχθεί αρκετά καλοί. Όμως μια φιλόδοξη διάγνωση απαιτεί και φιλόδοξη εφαρμογή.

Σε τελική ανάλυση, μπορεί να έχουμε σωστά τα οικονομικά δεδομένα, όμως το δύσκολο μέρος της εξίσωσης, όπως συμβαίνει συνήθως στις μεταρρυθμίσεις, είναι να βρούμε τη σωστή πολιτική ισορροπία.

Και τελικά, πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που αφορά την Ευρώπη που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Όλοι ερχόμαστε στο τραπέζι με διαφορετικά τραπεζικά συστήματα, διαφορετικά συμφέροντα και θεμιτές εθνικές ανησυχίες. Αυτές οι διαφορές είναι πραγματικές. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν λόγο για μόνιμο κατακερματισμό.

Εάν ο καθένας από εμάς προστατεύει κάθε εθνική δικλείδα ασφαλείας και κάθε εθνική διακριτική ευχέρεια, μπορεί μεμονωμένα να αισθανόμαστε ασφαλέστεροι βραχυπρόθεσμα. Συλλογικά, όμως, αποδυναμώνουμε την Ευρώπη και, τελικά, αποδυναμώνουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Πρέπει, επομένως, να στρέψουμε την προσοχή μας σε όσα μπορούμε να οικοδομήσουμε από κοινού. Κανείς μας δεν θα μπορέσει να πάρει όλα όσα θέλει, αλλά ο καθένας μας πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει ένα βήμα σε κάποιο ζήτημα.

Έτσι έβρισκε πάντοτε η Ευρώπη κοινό έδαφος, ήδη από την εποχή του Ζαν Μονέ. Και έτσι θα προχωρήσουμε και τώρα.

Ο στόχος πρέπει να είναι απολύτως σαφής: μια ισορροπημένη μεταρρύθμιση, την οποία κάθε κράτος-μέλος θα μπορεί να αναγνωρίσει ως δίκαιη και η οποία, συλλογικά, θα οδηγήσει σε μια ισχυρότερη, περισσότερο ενοποιημένη και πιο ανταγωνιστική Ευρώπη.

Και, αν μου επιτρέπετε να προσθέσω, πρέπει να βρούμε αυτό το κοινό έδαφος γρήγορα.

Οι ανταγωνιστές μας δεν περιμένουν. Οι επενδύσεις δεν περιμένουν. Και ασφαλώς η τεχνολογία δεν περιμένει.

Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του Eurogroup είναι ιδιαίτερα σημαντικός.

Μας προσφέρει τον απαραίτητο χώρο για τις στρατηγικές πολιτικές συζητήσεις που χρειαζόμαστε και που θα χρειαστούμε τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες: για να ακούσουμε τις διαφορετικές εθνικές οπτικές, να κατανοήσουμε τις θεμιτές ανησυχίες, να οικοδομήσουμε εμπιστοσύνη και να βρούμε κοινό έδαφος αρκετά γρήγορα ώστε να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Γιατί, τελικά, δεν πρόκειται για τις τράπεζες. Δεν πρόκειται για τον τραπεζικό τομέα αυτόν καθ’ αυτόν.

Πρόκειται για την ανάπτυξη.

Και η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια άλλης καθυστέρησης. Η ευθύνη μας είναι απέναντι στην επόμενη γενιά.

Πρέπει να αποδείξουμε ότι, όταν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική στιγμή, μπορούμε να βρούμε την πολιτική βούληση για να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας, να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις και να κινηθούμε με την ταχύτητα και τη φιλοδοξία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Γιατί μια ισχυρότερη Ευρώπη σημαίνει ισχυρότερα κράτη-μέλη. Πιο ευημερούντα, πιο ασφαλή και περισσότερο ικανά να δημιουργούν τις ευκαιρίες που χρειάζονται οι πολίτες και οι επιχειρήσεις τους.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Πηγή: Newmoney.gr

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία