Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Επιχειρηματικά projects

Έκθεση Mckinsey για την αγροτική οικονομία

Έκθεση Mckinsey για την αγροτική οικονομία

0
0

Αυτό είναι ένα από τα πολλά και άκρως ενδιαφέροντα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη «Η Ελλάδα σε 10 χρόνια από τώρα» που συνέταξε για λογαριασμό του ΣΕΒ και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών μια από τις καταξιωμένες εταιρείες συμβούλων στον κόσμο, η McKinsey. Πρόκειται για μια από τις λίγες σχετικές έρευνες που συνοδεύονται από αριθμούς, ακριβή στοιχεία κι ένα πλέγμα συγκεκριμένων προτάσεων. Είναι ενδεικτικό ότι, ειδικά για το αγροτικό κομμάτι, οι συγγραφείς υποδεικνύουν κιόλας τη δημιουργία τυποποιητικών μονάδων σε συγκεκριμένα σημεία της χώρας.

Όπως ο τίτλος της υποδηλώνει, η μελέτη επιχειρεί να «φανταστεί» την Ελλάδα σε 10 χρόνια από σήμερα. Το νούμερο δεν είναι τυχαίο καθώς η δεκαετία που έρχεται είναι κομβική όχι απλά για την παραμονή της χώρας στο ευρώ αλλά και για την οικονομική της επιβίωση γενικότερα. Η Ελλάδα καλείται να υιοθετήσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που δε θα βασίζεται στην εσωτερική κατανάλωση και το δανεισμό αλλά στην εξωστρέφεια και την παραγωγή προϊόντων υπεραξίας.
Στον πυρήνα αυτού του μοντέλου (μαζί με άλλους τομείς όπως π.χ. η ενέργεια και ο τουρισμός) η McKinsey τοποθετεί την γεωργία και την παραγωγή τροφίμων, δυο «συγγενείς» κλάδους με τεράστιο και αναξιοποίητο μέχρι στιγμής δυναμικό. Προϊόντα όπως η φέτα, το γιαούρτι, το ελαιόλαδο, τα φρούτα και λαχανικά, η μαστίχα, ο κρόκος κ.α. μπορούν, σύμφωνα με τους αναλυτές της εταιρείας, να εξελιχθούν σε βασικούς πυλώνες ανάπτυξης κι εξωστρέφειας, ενώ «αναδυόμενοι αστέρες» όπως η υδατοκαλλιέργεια έχουν τεράστια περιθώρια να διευρύνουν την παρουσία τους στις αγορές του εξωτερικού. Βέβαια, στην κατεύθυνση αυτή θα απαιτηθούν σημαντικές αποφάσεις και δομικές αλλαγές, ώστε να ξεπερασθούν χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας και της βιομηχανίας τροφίμων: Η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, το μέγεθος του κλήρου, η πιστοποίηση και το «κτίσιμο» δικτύων διανομής είναι μερικά μόνο από αυτά.

Εμπόδιο η χαμηλή ανταγωνιστικότητα
Δέσμια χρόνιων αδυναμιών είναι η αγροτική οικονομία
Όμως η ποιότητα των εγχώριων προϊόντων και η αξιοποίηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων μπορούν να δώσουν τη λύση

Επιπλέον υπεραξίες που ξεπερνούν τα 4,5 δισ. ευρώ, πάνω από 140.000 νέες θέσεις απασχόλησης και βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου κατά ένα ποσό που αγγίζει 2,7 δισ. ευρώ: Οι αριθμοί αυτοί συμπυκνώνουν, σύμφωνα με την McKinsey, το όφελος που μπορεί μέχρι το 2021 να έχει η χώρα από την αξιοποίηση του τεράστιου πλούτου που «κρύβει» η αγροτική οικονομία.
Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να διευθετηθούν μερικές από τις ουκ ολίγες παθογένειες που εδώ και χρόνια κρατούν τον κλάδο δέσμιο της εσωστρέφειας:
- Xαμηλή παραγωγικότητα-ανταγωνιστικότητα: Χρησιμοποιώντας μετρήσεις και δείκτες της Eurostat από την προ-κρίσης εποχή, η μελέτη διαπιστώνει ότι η ανά εργαζόμενο παραγόμενη υπεραξία στη γεωργία είναι κατά 44% χαμηλότερη από το μέσο όρο της υπόλοιπης Ευρωζώνης. Ευρώπης των 15 (17.200 ευρώ έναντι 30.900 ευρώ), ενώ εξίσου μεγάλη είναι και η υστέρηση σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Επιπλέον, μεταξύ 2000-2008, το κόστος εργασίας σχεδόν διπλασιάστηκε την ώρα που- στο ίδιο διάστημα- η αντίστοιχη αύξηση σε Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία ήταν 3%, 23% και 38% αντίστοιχα. Επίσης, στην οκταετία που προαναφέραμε, η συνολική παραγωγή υποχώρησε κατά 15%, ενώ το κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 40%. Το δε εμπορικό ισοζύγιο συνέχισε να επιδεινώνεται με τις εισαγωγές να αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές (44% έναντι 28%).
- Κατακερματισμός του κλήρου: Οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα είναι περίπου πέντε φορές μικρότερες σε μέγεθος σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης γεγονός που, σύμφωνα με τη McKinsey, λειτουργεί ως ένα επιπλέον ανάχωμα στην ανταγωνιστικότητα.
-Χαμηλή εξαγωγική διείσδυση: Το μερίδιο των ελληνικών αγροτικών προϊόντων σε ευρωπαϊκές αγορές-κλειδιά δεν ξεπερνάει το 2%, όταν η Ιταλία και η Ισπανία αγγίζουν το 10% και το 13% αντίστοιχα. Παράλληλα, η Ελλάδα στερείται μια συνολική και στοχευμένη στρατηγική εξαγωγών.

Έμφαση στις καλλιέργειες με εξαγωγικές προοπτικές

Πώς θα μπορούσαν να αρθούν αυτά τα εμπόδια ώστε η χώρα να κεφαλαιοποιήσει τα οφέλη από την αγροτική της παραγωγή; Μεταξύ άλλων, οι αναλυτές της εταιρείας προτείνουν:
-Στοχευμένη πολιτική ενίσχυσης (μέσω παροχής συγκεκριμένων κινήτρων) προϊόντων-θησαυρών όπου η Ελλάδα παρουσιάζει συγκριτικά πλεονεκτήματα: Ως παραδείγματα αναφέρονται η μαστίχα, ο κρόκος και το σπαράγγι τα οποία αποκαλούν «αναδυόμενους αστέρες».
- Άνοιγμα του φακέλου «Καλλιεργήσιμη γη». Δεδομένου ότι είναι κομβικής σημασίας εκτός από την ποιότητα να αυξηθεί και η ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων, άρα και οι εκτάσεις, η McKinsey προτείνει αξιοποίηση της δημόσιας γης (π.χ. ενοικίαση μέσω μακροπρόθεσμου leasing) με προτίμηση όμως στην παραγωγή προϊόντων με εξαγωγικές προοπτικές.
- Είναιι απαραίτητος ο εκμοντερνισμός της παραγωγής μέσω της υιοθέτησης νέων μεθόδων και τεχνικών καλλιέργειας. Αυτό , φυσικά, σημαίνει και επενδύσεις σε σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό.
-Εισαγωγή νέου μηχανισμού και μεθόδων πιστοποίησης (ειδικά για βιολογική γεωργία).
- Διασφάλιση πρόσβασης και παρουσίας στις διεθνείς αγορές. Βασικό «όχημα» για την υλοποίηση αυτού του στόχου θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός κεντρικού φορέα, δημόσιου ή ιδιωτικού ή ενός συνδυασμού των δύο (σύμπραξη) που οι αναλυτές αποκαλούν «Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων» ή «Ελληνικά Προϊόντα». Αποστολή του φορέα αυτού θα είναι να δίνει κατευθύνσεις και να συντονίζει την παραγωγή (τόσο σε πρωτογενές επίπεδο όσο και στο στάδιο της μεταποίησης), να έχει την εποπτεία της διάθεσής της και να οργανώνει το δίκτυο διανομής στο εξωτερικό.

Η τυποπoίηση κρατάει το «κλειδί»
Το επώνυμο και συσκευασμένο προϊόν είναι αυτό που θα προσδώσει την υπεραξία
Για να στηρίξουν το επιχείρημά τους ότι το δυναμικό ανάπτυξης που έχει η Ελλάδα στον τομέα των τροφίμων είναι ανεξάντλητο οι αναλυτές της McΚinsey επικαλούνται δυο χαρακτηριστικά-και δύσκολο να αμφισβητηθούν-παραδείγματα: «Η Ελλάδα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως και εξάγει το 60% της παραγωγής της στην Ιταλία. Έτσι της επιτρέπει να καρπώνεται ένα premium 50% επί της τιμής του συσκευασμένου προϊόντος (σ.σ. δηλαδή την υπεραξία). Επίσης, η Ελλάδα κατέχει μόλις το 28% της παγκόσμιας αγοράς τυριού «τύπου φέτα» και 30% της αγοράς «ελληνικού γιαουρτιού». Με αυτά ως αφετηρία, η McKinsey προχωράει σε συγκεκριμένες προτάσεις για κλάδους-κλειδιά, όπως η ελαιοκομία, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα. Αρχής γενομένης από την πρώτη, η μελέτη προτείνει:
- «Φρένο» στις εξαγωγές» χύμα ελαιολάδου και στροφή στις εξαγωγές επώνυμου, συσκευασμένου προϊόντος. Παράλληλα, υιοθέτηση μιας δυναμικής καμπάνιας στις αγορές του εξωτερικού προκειμένου να «κτισθεί» η αναγνωσιμότητα του «ελληνικού προϊόντος στα μάτια των ξένων καταναλωτών.
- Προσθήκη υπεραξίας μέσω παραλλαγών στη συσκευασία. Π.χ. ελιές «έτοιμες προς κατανάλωση» σε στυλ σνακ. Το ίδιο, και για τα φρούτα.
- Τα παραπάνω, προϋποθέτουν και αύξηση της δυναμικότητας για μεταποίηση. Γι’ αυτό και η McKinsey προτείνει στο ελληνικό Δημόσιο αλλά και τους επιχειρηματικούς φορείς τη δημιουργία τουλάχιστον 2-3 μεγάλων μονάδων επεξεργασίας και τυποποίησης ελαιολάδου και βρώσιμων ελιών, συνολικής δυναμικότητας 100-150.000 τόνων Μάλιστα, θεωρεί ως ενδεδειγμένα σημεία ανέγερσή τους την Πελοπόννησο και την Κρήτη!

«Επενδύστε σε νέες και σύγχρονες παραγωγικές μονάδες»
Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, Κρήτη και Πελοπόννησος είναι, για τη McKinsey, τα κομβικά σημεία

Φρούτα-οπωροκηπευτικά
- Αντίστοιχα, οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι είναι απαραίτητη η δημιουργία τουλάχιστον 2-3 νέων μονάδων για τη συσκευασία ντομάτας, πατάτας καθώς και επιλεγμένων φρούτων (ροδάκινα, πορτοκάλια, μήλα, σταφύλια). Προτεινόμενες τοποθεσίες εδώ είναι η Πελοπόννησος καθώς και η Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα.
Γαλακτοκομικά
- Ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η μείωση των εισαγωγών σε γάλα και η εντατικοποίηση της προσπάθειας για να δημιουργηθούν μεγάλες και σύγχρονες φάρμες και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις.
- Συνέχιση της προσπάθειας για αύξηση του μεριδίου της αυθεντικής ελληνικής φέτας και του ελληνικού γιαουρτιού στις αντίστοιχες διεθνείς αγορές, δίνοντας έμφαση στην καινοτομία (π.χ. δημιουργία παραλλαγών), τη συσκευασία και την υπογράμμιση της ελληνική προέλευσης.
- Δημιουργία μιας σειράς υψηλής προστιθέμενης αξίας ελληνικών ΠΟΠ τυροκομικών προϊόντων και προώθηση στο εξωτερικό ποιοτικών και δημοφιλών ελληνικών τυριών (πχ γραβιέρα, κασέρι). Παράλληλα εισαγωγή νέων παραλλαγών στα κίτρινα τυριά που θα μπορούν να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα και φτηνότερα εισαγόμενα.

Επιμέλεια: Γιάννης Τσατσάκης
Από το 332ο φύλλο της εφημερίδας Agrenda

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire